Οι Αγροτικές Φυλακές Αγιάς (ή Αγυιάς) βρίσκονται στο ομώνυμο χωριό και έδρα κοινότητας του νομού Χανίων στην Κρήτη. Ιδρύθηκαν το 1929 ως η πέμπτη κατά σειρά αγροτική φυλακή στην Ελλάδα, μετά τις φυλακές Τίρυνθας, Κασσαβέτειας, Βίδου (1925) και Άσσου (1927).[1] Την περίοδο της γερμανικής Κατοχής της Κρήτης (1941-1945) οι Φυλακές Αγιάς χρησιμοποιήθηκαν από τις γερμανικές δυνάμεις ως η κυρίως στρατιωτική φυλακή του νησιού για Έλληνες πολίτες, αντιστασιακούς και συγγενείς τους που δικάζονταν από τις γερμανικές αρχές με διάφορες κατηγορίες (οπλοκατοχή, περίθαλψη Βρετανών στρατιωτικών) και τόπος εκτελέσεων. Η φυλακή συνδεόταν με το γερμανικό στρατοδικείο που συγκροτήθηκε στα Χανιά στα τέλη Σεπτεμβρίου 1943.[2]
Την περίοδο της Κατοχής το κτιριακό συγκρότημα ανήκε εξ’ ολοκλήρου στη δικαιοδοσία των Γερμανών και αναπτύχθηκε ιδιαίτερα. Χτίστηκε καινούρια πτέρυγα, ενισχύθηκαν οι εξωτερικοί τοίχοι και οργανώθηκε ισχυρή περίφραξη με συρματοπλέγματα, σκοπιές και πολυβολεία. Στο κεντρικό κτίριο των φυλακών, στα δεξιά της κυρίας εισόδου, υπήρχε μια πτέρυγα με έξι ομαδικούς θαλάμους περιφραγμένη από μαντρότοιχο με κάγκελα και υαλοροφή.[3] Η πτέρυγα των μελλοθανάτων ήταν ένα στενόμακρο ισόγειο οίκημα με 17 κελιά στην βορειοδυτική πλευρά του περιβόλου της μεγάλης αυλής των φυλακών.
Οι θάλαμοι ήταν δυναμικότητας 6-8 κρατουμένων, ωστόσο αναγκάζονταν εκεί να διαμένουν πολύ περισσότερα άτομα, ορισμένες μαρτυρίες κάνουν λόγο για 100 και πάνω. Οι συνθήκες υγιεινής ήταν ανύπαρκτες. Το συσσίτιο ήταν ανεπαρκές, συνήθως σούπα ή όσπρια, ενώ η τρομοκρατία, τα βασανιστήρια και η ψυχολογική βία ήταν καθημερινά φαινόμενα. Ένας κρατούμενος γιατρός αφηγήθηκε μια τυπική εισαγωγή κρατουμένων στην Αγιά: «Ποδοβολητό ακούω. Το [γερμανικό] απόσπασμα φέρνει μια ομάδα από καμμιά τριανταπενταριά άντρες. Είναι ριζίτες από τα Κεραμιά, Κάμπους, Σαμωνά κλπ. Που από τέσσερις μέρες τους έχουν κλείσει ενώ, τους σπρώχνουν, τους κτυπούν με ξύλα και υποκόπανα γιατί δεν καταλαβαίνουν τα παραγγέλματα και δεν τα εκτελούν αμέσως. Τρά-τράι, τρεις-τρεις, έναν έναν αναγκάζουν να τρέχει και να στρέφει το κεφάλι προς τ’ απομονωτήριο. Από αυτούς ξεχωρίζουν μερικούς, τους βάζουν στη γραμμή έτσι που η πλάτη των στρέφεται στο απομονωτήριο για να μη βλέπουν τι γίνεται πίσω τους. Ένας γυρίζει σιγά σιγά και κοιτάζει μα κτυπιέται δυνατά στο κεφάλι από ένα Γερμανό γιατί και αυτό απαγορεύεται. Φέρνουν πολλές ομάδες, δεκαπέντε με είκοσι, ανθρώπινα κοπάδια με χλωμό το πρόσωπο, σφιγμένα τα δόντια και τα μάτια γεμάτα φρίκη όπως και την καρδιά. Έπειτα έφεραν δύο ομάδες από γυναίκες και έτσι ξεχώρισαν 13 άνδρες και 4 γυναίκες, 3 νεαρά κορίτσια και μια μεσόκοπη […] Οι σιδερένιες πόρτες χτυπούσαν στο άνοιγμά τους και ένα ανθρωπόμορφο κτήνος φωνάζει με ξενική προφορά. Δεν άκουσα τη συνέχεια της φράσεως που ακούστηκε σιγανότερα ούτε και την απάντηση μα άκουσα τους κτύπους που έβγαζε το κορμί που κτυπιότανε. Δεν άργησε ο αέρας να γεμίσει από σπαρακτικές κραυγές. Οι κτύποι εξακολουθούν να ανακατεύονται με τις φωνές του κοριτσιού, οι φωνές σταμάτησαν αν και οι κτύποι εξακολούθησαν λίγο ακόμη, πράγμα που δείχνει πως το θύμα λιποθύμησε, ακούσθηκε ήχος σαν βολόσερμα, χτύπος της σιδερένιας πόρτας που έκλεισε μετά τη λιποθυμισμένη. Ανοίγει με κτύπο άλλη πόρτα και το θηρίο ξαναφωνάζει -Έλα και εσύ μωρή έξω, λέγει γιατί θα πάθεις τα ίδια. Ποιος είναι αντάρτες από το χωριό σου; -Δεν είναι κανένας, δεν ξέρω. Τους ίδιους κτύπους βγάζει το κορμί, τη σιωπή ακολουθούν οι ίδιες σπαρακτικές κραυγές, πάλι λιποθυμία και πέσιμο: -Απάνω μωρή. Ένας κουβάς νερό απάνω στο κορμί του κοριτσιού το κάνει να συνέλθει για λίγο. Οι κτύποι του δαρμού ξανακούγονται, και πάλι λιποθυμία και πέσιμο, πέταγμα στο κελί για να επαναληφθούν τα ίδια σε άλλη και έπειτα σε άλλη…Πόσες βασάνισαν και πόση ώρα…Βασάνιζαν δυο ώρες ή δυο αιώνες; […] Τώρα η τραγωδία μεταφέρεται στον διάδρομο των κοινών θαλάμων. Εκεί βασανίζουν τους άνδρες. Δεν ακούγω τα λόγια μα οι κτύποι από τα βασανιζόμενα κορμιά έρχονται τόσο δυνατά που νομίζω πως θα τρυπήσουνε τ’ αυτιά μου».[4] Οι κρατούμενοι ήταν υποχρεωμένοι να ακούν την ανάγνωση του καταλόγου των μελλοθανάτων από διπλανούς θαλάμους, αλλά και τον ήχο των εκτελέσεων οι οποίες πραγματοποιούνταν σε μικρή απόσταση από τη φυλακή, σε μια μικρή χαράδρα περίπου 500 μέτρα από την βορειοδυτική πλευρά του περιβόλου, η οποία έγινε γνωστή ως «γολγοθάς».
Η κοινωνία της φυλακής ήταν οργανωμένη και συνδεμένη με την τοπική οικονομία. Οι έγκλειστοι της Αγιάς εντάσσονταν συχνά σε καταναγκαστική εργασία εκτός της φυλακής, σε αγροτικές δουλειές, σπάσιμο πέτρας, σκάψιμο ορυγμάτων, τοποθέτηση συρματοπλέγματος, αλλά και εντός του συγκροτήματος, όπου υπήρχαν κήποι και εργαστήρια, ξυλουργείο, σιδηρουργείο. Σύμφωνα με μια μαρτυρία, γυναίκες και μικρά παιδιά υποχρεώνονταν να τακτοποιούν σάκους με μαλλιά αιγοπροβάτων που είχαν λεηλατηθεί από τους Γερμανούς.[5] Το είδος της εργασίας κατά κανόνα σχετιζόταν με το είδος της ποινής: οι καταδικασμένοι από το γερμανικό στρατοδικείο σε μικρότερες ποινές εργάζονταν κατά κανόνα εκτός φυλακής.[6] Είναι χαρακτηριστικό της σημασίας αλλά και των μεγεθών της Αγιάς ως χώρου εγκλεισμού πως οι κρατούμενοι αναφέρονταν στον κυρίως χώρο των φυλακών ως «κατσέτι», παραφθορά του KZ, δηλαδή στρατόπεδο συγκέντρωσης.[7]
Υπολογίζεται πως περίπου 20.000 άνδρες και γυναίκες από όλους τους νομούς της Κρήτης κρατήθηκαν στις Φυλακές Αγιάς την περίοδο της Κατοχής, ανάμεσά τους γυναίκες κάθε ηλικίας, ακόμα και μικρά παιδιά. Εκεί εκτελούνταν καταδικασμένοι από γερμανικό στρατοδικείο αλλά και όμηροι αντιποίνων, μεμονωμένα ή σε ομάδες. Ο αριθμός των εκτελεσθέντων δεν έχει εξακριβωθεί. Ταυτοποιημένα είναι 225 ονόματα, αν και έχει αναφερθεί πως ο αριθμός των θυμάτων πιθανόν έφτασε ή και ξεπέρασε τα 2.000 άτομα.[8] Ανάμεσα στα πολλά θύματα ήταν και σημαίνοντα τοπικά στελέχη της Αντίστασης, όπως ο γραμματέας του ΚΚΕ Κρήτης, Βαγγέλης Κτιστάκης που δολοφονήθηκε στην φυλακή στις 16 Ιουνίου 1944 από τους Γερμανούς φρουρούς όταν προσπάθησε να αντιδράσει, και ο πολιτευτής Λασιθίου και στέλεχος του ΕΑΜ, δικηγόρος Ρούσσος Κούνδουρος που τουφεκίστηκε στις 29 Αυγούστου 1944.[9]
Οι Φυλακές Αγιάς λειτούργησαν και ως διαμετακομιστικό στρατόπεδο. Στις 10 Φεβρουαρίου 1944 μεταφέρθηκαν εκεί σχεδόν 400 άνδρες και ένας μικρός αριθμός γυναικών που είχαν συλληφθεί σε μια μεγάλη εκκαθαριστική επιχείρηση σε διάφορες επαρχίες του Νομού Χανίων (κυρίως στα χωριά Μεσκλά, Ζούρβα, Θέρισο, Επανοχώρι Σελίνου κ.ά.) την ίδια μέρα.[10] Ο Γιώργος Σταματάκης από τα Μεσκλά θυμάται: «Το πρώτο βράδυ στην Αγιά μας βάλανε σε ένα θάλαμο 500 άτομα. Ήτανε μια παράγκα και είχανε φράξει τα τζάμια. Και ήταν απέξω δοσίλογοι και βλέπανε –ξέρανε ποιος είχε ψεύτικη ταυτότητα και αν έλεγε ψεύτικο όνομα, τον αρπάζανε. Αρχίξανε οι εξετάσεις στη φυλακή. Μας βασανίσανε […] Αφήσανε, αφήσανε, και στο τέλος μείναμε 9 απ’ το χωριό μου –εγώ, ο πατέρας μου κι άλλοι 7– κι απ’ τα Μεσκλά σύνολο ήμασταν 38. Και απ’ αυτούς γυρίσαμε 11».[11] Μετά από έναν περίπου μήνα και διάφορες αποφυλακίσεις που μεσολάβησαν, περίπου 250 συλληφθέντες στάλθηκαν μέσω Αθηνών, Θεσσαλονίκης και Βελιγραδίου στο Μαουτχάουζεν.
Σύμφωνα με στοιχεία της μεταπολεμικής ελληνικής και γερμανικής δικαιοσύνης, διοικητής των φυλακών κατά την περίοδο 1943-44 ήταν ο ταγματάρχης Φρήντριχ Βίλχελμ Κλαμτ (Friedrich Wilhelm Klamt) από το Ντόρτμουντ ο οποίος σύμφωνα με έναν Έλληνα μάρτυρα ήταν μέλος και του γερμανικού στρατοδικείου στα Χανιά.[12] Καθήκοντα στρατοπεδάρχη πιθανόν εκτελούσε ο υπολοχαγός της Στρατοχωροφυλακής Χέρμαν Τάουχερτ (Hermann Tauchert) ο οποίος αργότερα βρέθηκε αιχμάλωτος των Βρετανών στην Αίγυπτο και έκτοτε χάθηκαν τα ίχνη του.[13] Γραμματέας των Φυλακών ήταν ο ανθυπασπιστής Ρόγκος (Rogoss) που αναφέρεται σε αρκετές μαρτυρίες εγκλείστων ως «Ρόκος»,[14] ελληνομαθής και επονομαζόμενος «άγγελος του θανάτου», καθώς ήταν εκείνος που συνήθως ανέγνωσε τα ονόματα των κρατουμένων που θα μετάγονταν ή θα εκτελούνταν.[15] Ο ταγματάρχης Κλαμτ έπαιρνε προσωπικά μέρος σε εκτελέσεις και βασανισμούς, ενώ ιδιαίτερα χαραγμένος στις μνήμες είναι και ο εξευτελισμός των προς εκτέλεση ομήρων: «Ο Κλαμτ ήταν ένας κτηνώδης άνθρωπος, με αποκορύφωμα την εντολή που έδωσε να εκτελεστούν στις αρχές του 1944 περίπου 10 κρατούμενοι, οι οποίοι εκτελούσαν καταναγκαστικά έργα στην περιοχή του Προφήτη Ηλία. Μερικοί από αυτούς επρόκειτο να αφεθούν ελεύθεροι μετά από λίγες μέρες. Ζούσαν στο ύπαιθρο και αφού τους δόθηκαν χαλασμένα τρόφιμα από κονσέρβες υπέφεραν από συνεχή διάρροια και δεν ήξεραν πού να πάνε για να κάνουν τις ανάγκες τους. Εκτελέστηκαν. Οι υφιστάμενοί του αξιωματικοί τους πυροβόλησαν από κοντά.[16]
Μεταπολεμικά, η Αγιά συνέχισε να λειτουργεί ως αγροτική φυλακή και λειτουργεί μέχρι και σήμερα. Το 1953 ο Δήμος Χανίων ανήγειρε στο σημείο των εκτελέσεων μνημείο σε σχέδιο του γλύπτη Γιάννη Κανακάκη. Το μνημείο είναι μαρμάρινο, με επάλληλα επίπεδα που καταλήγουν στην κορυφή σε ένα κύβο. Στα πλάγια και στο πίσω μέρος αναγράφονται 225 ονόματα εκτελεσθέντων. Υπάρχει επίσης υπόγειο οστεοφυλάκιο.[17]
[1] Στέφανος Κ. Αναγνωστάκης, Αι Αγροτικαί Φυλακαί Κασσάνδρας (Έρευνα σωφρονιστικής πολιτικής), Θεσσαλονίκη [1954], σ. 17.
[2] „Militärgericht auf Kreta,“ DNG, Jg. III, αρ. 226 (24.9.1943).
[3] Αντώνης Σανουδάκης, Ράους. Στην κόλαση του Μελκ ο Κώστας Α. Ξεξάκης, Σύνδεσμος Φιλολόγων Ρεθύμνου, Ρέθυμνο 1996, σ. 49.
[4] Μαρτυρία γιατρού Χατζημανώλη, στο: Βαρδής Βαρδινογιάννης, Αργυρώ Κοκκοβλή, Γερμανικές Φυλακές Αγιάς 1941-1945, Εταιρεία Διάσωσης Ιστορικών Αρχείων (ΕΔΙΑ), Χανιά 2005, σ. 174-176.
[5] Βαρδινογιάννης, Κοκκοβλή, Γερμανικές Φυλακές Αγιάς, σ. 141.
[6] Μαρτυρία Μιχάλη Πειρασμάκη, στο: Αντώνης Σανουδάκης-Σανούδος, Ήρωες και Δαίμονες. Η Εθνική Αντίσταση του Κρουσώνα, Ταξιδευτής, Αθήνα 2013, σ. 119-125.
[7] Βαρδινογιάννης, Κοκκοβλή, Γερμανικές Φυλακές Αγιάς, σ. 99. Επίσης, Σανουδάκης, Ράους, σ. 49.
[8] Βαρδινογιάννης, Κοκκοβλή, Γερμανικές Φυλακές Αγιάς, σ. 22-29.
[9] Βαρδινογιάννης, Κοκκοβλή, Γερμανικές Φυλακές Αγιάς, σ. 119-125.
[10] NARA, T-78, roll 331, Tagesmeldung OB Südost, 11.2.1944.
[11] Μauthausen Memorial Archive, Μ_5_2_616 Stamatakis
[12] BArch, B 162/17352, Bl. 30, 31. Bericht einer eidesstattlichen Vernehmung eines Zeugen, Evangelos Fronimos, Chania, 7.4.1947 (γερμανική μετάφραση ελληνικού πρωτοτύπου).
[13] BArch, B 162/17352, Bl. 20, StA Bochum, Abschrift, 16 Js 40/57, Bochum, 17.2.1969.
[14] Παπουτσάκης
[15] Μαρτυρία Ραδάμανθου Νικολ. Κονδυλάκη, στο: Βαρδινογιάννης, Κοκοβλή, Γερμανικές Φυλακές Αγιάς, σ. 111.
[16] BArch, B 162/17352, Bl. 46f., Geogios Papadopetros an das zuständige Büro über die Kriegsverbrecher der militärischen Kommandantur, 20.7.1945 (γερμανική μετάφραση ελληνικού πρωτοτύπου)
[17] Βαρδινογιάννης, Κοκοβλή, Γερμανικές Φυλακές Αγιάς, σ. 28.