Skip to main content

Συντάκτης: Jason Handrinos

ΦΥΛΑΚΕΣ ΚΑΛΛΙΘΕΑΣ

Οι Φυλακές Καλλιθέας βρίσκονταν στο σημερινό οικοδομικό τετράγωνο που ορίζεται από την λεωφόρο Ελευθερίου Βενιζέλου (Θησέως) και τις οδούς Σκοπευτηρίου, Πλάτωνος και Φιλαρέτου. Το κτίριο οικοδομήθηκε το 1896 ως Ολυμπιακό Σκοπευτήριο για να φιλοξενήσει τους σκοπευτικούς αγώνες της Ολυμπιάδας που έλαβαν χώρα στην Αθήνα την ίδια χρονιά και χτίστηκε σε σχέδιο του κορυφαίου αρχιτέκτονα Αναστάσιου Μεταξά. Μετά τους Αγώνες και μέχρι το 1925, η χρήση του κτίσματος ως σκοπευτηρίου ήταν σπάνια, ενώ παράλληλα η έκταση που καταλάμβανε περιορίστηκε, ενώ μέρος του συγκροτήματος παραδόθηκε για σχολική χρήση. Από το 1925 έως το 1940 συστεγάστηκαν δύο δημοτικά σχολεία.

Την περίοδο της Κατοχής μετατράπηκαν σε φυλακές υπό την διοίκηση των ιταλικών αρχών (μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1943) και ήταν οι σημαντικότερες φυλακές για κρατουμένους των Ιταλών στην πρωτεύουσα μετά τις φυλακές Αβέρωφ, αντιστασιακούς και πολίτες που συλλαμβάνονταν για συμμετοχή σε αντικατοχικές ενέργειες και αξιωματικούς που θεωρούνταν επικίνδυνοι για τις αρχές Κατοχής. Μια ομαδική μεταγωγή πραγματοποιήθηκε στις 5 Μαρτίου 1943, όταν μεταφέρθηκαν εκεί 41 συλληφθέντες της διαδήλωσης εναντίον της πολιτικής επιστράτευσης. Ένας από αυτούς, ο Γιώργος Τζίνης περιγράφει την είσοδό του στον θάλαμο: «Προτού μπω μέσα, έβγαλα τα παπούτσια και τ’ αφησα έξω απ’ την πόρτα. Όλος ο μικρός θάλαμος, σ’ όλο το μήκος και το φάρδος του, είταν στρωμένος με κουρελούδες και χωριάτικες, πολύχρωμες κουβέρτες. Προχώρησα μέσα πατώντας πάνω στα στρωσίδια με τις κάλτσες. Ένιωσα ασφυξία κι έψαξα με το μάτι να βρω κάποιο παράθυρο να ανασάνω. Το παράθυρο που είδα, είχε χτιστεί με τούβλα. Μόνο ψηλά είχαν αφήσει έναν φεγγίτη κι αυτόν κλειστόν με κάγκελα. Εκείνη τη στιγμή ένιωσα φυλακισμένος».[1] Τον Απρίλιο του 1943, βρίσκονταν στις Φυλακές Καλλιθέας 633 κρατούμενοι, ενώ η πληρότητα υπολογιζόταν σε 450 άτομα.[2] Δύο μήνες αργότερα, το Υπουργείο Δικαιοσύνης ανεφερε πως οι Φυλακές «έχουσιν υπερπληρωθή κατά τρόπον δημιουργούντα σοβαρωτάτους κινδύνους διά την δημοσίαν υγείαν, χωρίς να ληφθούν υπ’ όψει αι λόγω της ελλείψεως χώρου δυσμενείς συνθήκαι διαβιώσεως των εν αυταίς κρατουμένων».[3]

Συχνά οι κρατούμενοι υποβάλλονταν σε βασανιστήρια από τους Carabinieri και μέλη της ιταλικής αντικατασκοπείας: « Ανέσυραν από τη λησμοσύνη τα μεσαιωνικά βασανιστήρια και τα πλούτισαν με νέες ποικιλίες. Εξόν από το βούρδουλα, τα καυτά αυγά κάτω από τη μασχάλη, το κάψιμο των δακτύλων και το τέντωμα των κορμιών κατά το σύστημα του Προκρούστη, εθεωρούσαν πιο αποτελεσματικό για την ανακάλυψι της αλήθειας το σιδερένιο στεφάνι. Το έσφιγγαν επάνω στο κεφάλι του κρατουμένου και ο πόνος στα μηλίγγια ήταν αβάσταχτος. Το χρησιμοποιούσαν συχνά. Στη φυλακή της Καλλιθέας το χειρίστηκαν στην υπόθεση Μαραθέα με τέτοια λύσσα που είκοσι κρατούμενοι, για ν’ απαλλαγούν από το βάσανο, ομολόγησαν ο καθένας χωριστά ότι έσφαξε το Μαραθέα!».[4]

Μετά την ιταλική συνθηκολόγηση οι φυλακές περιήλθαν στη γερμανική δικαιοδοσία. Μέχρι το τέλος της Κατοχής, ο αριθμός των εγκλείστων κυμαινόταν κατά μέσο όρο από 300 έως 500.[5]  Μετά το 1945 οι Φυλακές Καλλιθέας συνέχισαν να λειτουργούν ως φυλακές πολιτικών κρατουμένων. Το 1951 φυλακίστηκαν εκεί τα μέλη του παράνομου κλιμακίου του ΚΚΕ, Μπελογιάννης, Αργυριάδης, Μπάτσης και Καλούμενος οι οποίοι εκτελέστηκαν τον Μάρτιο του 1952. Οι φυλακές σταμάτησαν την λειτουργία τους το 1965 και το 1966 κατεδαφίστηκαν. Στην θέση τους ανεγέρθηκε σχολικό συγκρότημα το οποίο σήμερα  στεγάζει το 4ο Γυμνάσιο και Λύκειο και το 10ο Γυμνάσιο Καλλιθέας (Λεωφόρος Ελ. Βενιζέλου 175).


[1] Γιώργος Τζίνης, Ματωμένα Τετράδια. Καλλιθέα-Αβέρωφ-Χαϊδάρι, Θουκυδίδης, Αθήνα 1980, σ. 33.

[2] Στέλιος-Περικλής Καράβης, Η Ιταλική Κατοχή στην Ελλάδα (1941-1943). Η πολιτική επιβολής και καταστολής από την ΧΙ Στρατιά, αδημοσίευτη διδακτορική διατριβή, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη 2015, σ. 281.

[3] ΓΑΚ, Αρχείο Υπουργείου Δικαιοσύνης, φ. 176, Ελληνική Πολιτεία, Υπουργείο Δικαιοσύνης/ Διεύθυνσις Σωφρονιστικής Διοικήσεως προς Υπ. Δημοσίας Ασφαλείας/ Γενική Διεύθυνση Χωροφυλακής, ΑΠ 41304, 11.6.1943

[4] Κωνσταντίνος Κουκκίδης, Η Δικαιοσύνη τους! Η Αντίσταση 1941-1944 στα ιταλικά και γερμανικά στρατοδικεία, Αθήνα 1946, σ. 66.

[5] Αρχείο Υπηρεσίας Αναζητήσεων ΕΕΣ, ΤΒ Νο 15, Γραφείο Αιχμαλώτων ΕΕΣ προς Επιτροπή Διανομής Φαρμάκων, ΑΠ 13106, Αθήναι, 7.10.1943.

ΑΓΡΟΤΙΚΕΣ ΦΥΛΑΚΕΣ ΑΓΙΑΣ

Οι Αγροτικές Φυλακές Αγιάς (ή Αγυιάς) βρίσκονται στο ομώνυμο χωριό και έδρα κοινότητας του νομού Χανίων στην Κρήτη. Ιδρύθηκαν το 1929 ως η πέμπτη κατά σειρά αγροτική φυλακή στην Ελλάδα, μετά τις φυλακές Τίρυνθας, Κασσαβέτειας, Βίδου (1925) και Άσσου (1927).[1] Την περίοδο της γερμανικής Κατοχής της Κρήτης (1941-1945) οι Φυλακές Αγιάς χρησιμοποιήθηκαν από τις γερμανικές δυνάμεις ως η κυρίως στρατιωτική φυλακή του νησιού για Έλληνες πολίτες, αντιστασιακούς και συγγενείς τους που δικάζονταν από τις γερμανικές αρχές με διάφορες κατηγορίες (οπλοκατοχή, περίθαλψη Βρετανών στρατιωτικών) και τόπος εκτελέσεων. Η φυλακή συνδεόταν με το γερμανικό στρατοδικείο που συγκροτήθηκε στα Χανιά στα τέλη Σεπτεμβρίου 1943.[2]

Την περίοδο της Κατοχής το κτιριακό συγκρότημα ανήκε εξ’ ολοκλήρου στη δικαιοδοσία των Γερμανών και αναπτύχθηκε ιδιαίτερα. Χτίστηκε καινούρια πτέρυγα, ενισχύθηκαν οι εξωτερικοί τοίχοι και οργανώθηκε ισχυρή περίφραξη με συρματοπλέγματα, σκοπιές και πολυβολεία. Στο κεντρικό κτίριο των φυλακών, στα δεξιά της κυρίας εισόδου, υπήρχε μια πτέρυγα με έξι ομαδικούς θαλάμους περιφραγμένη από μαντρότοιχο με κάγκελα και υαλοροφή.[3] Η πτέρυγα των μελλοθανάτων ήταν ένα στενόμακρο ισόγειο οίκημα με 17 κελιά στην βορειοδυτική πλευρά του περιβόλου της μεγάλης αυλής των φυλακών.

Οι θάλαμοι ήταν δυναμικότητας 6-8 κρατουμένων, ωστόσο αναγκάζονταν εκεί να διαμένουν πολύ περισσότερα άτομα, ορισμένες μαρτυρίες κάνουν λόγο για 100 και πάνω. Οι συνθήκες υγιεινής ήταν ανύπαρκτες. Το συσσίτιο ήταν ανεπαρκές, συνήθως σούπα ή όσπρια, ενώ η τρομοκρατία, τα βασανιστήρια και η ψυχολογική βία ήταν καθημερινά φαινόμενα. Ένας κρατούμενος γιατρός αφηγήθηκε μια τυπική εισαγωγή κρατουμένων στην Αγιά: «Ποδοβολητό ακούω. Το [γερμανικό] απόσπασμα φέρνει μια ομάδα από καμμιά τριανταπενταριά άντρες. Είναι ριζίτες από τα Κεραμιά, Κάμπους, Σαμωνά κλπ. Που από τέσσερις μέρες τους έχουν κλείσει ενώ, τους σπρώχνουν, τους κτυπούν με ξύλα και υποκόπανα γιατί δεν καταλαβαίνουν τα παραγγέλματα και δεν τα εκτελούν αμέσως. Τρά-τράι, τρεις-τρεις, έναν έναν αναγκάζουν να τρέχει και να στρέφει το κεφάλι προς τ’ απομονωτήριο. Από αυτούς ξεχωρίζουν μερικούς, τους βάζουν στη γραμμή έτσι που η πλάτη των στρέφεται στο απομονωτήριο για να μη βλέπουν τι γίνεται πίσω τους. Ένας γυρίζει σιγά σιγά και κοιτάζει μα κτυπιέται δυνατά στο κεφάλι από ένα Γερμανό γιατί και αυτό απαγορεύεται. Φέρνουν πολλές ομάδες, δεκαπέντε με είκοσι, ανθρώπινα κοπάδια με χλωμό το πρόσωπο, σφιγμένα τα δόντια και τα μάτια γεμάτα φρίκη όπως και την καρδιά. Έπειτα έφεραν δύο ομάδες από γυναίκες και έτσι ξεχώρισαν 13 άνδρες και 4 γυναίκες, 3 νεαρά κορίτσια και μια μεσόκοπη […] Οι σιδερένιες πόρτες χτυπούσαν στο άνοιγμά τους και ένα ανθρωπόμορφο κτήνος φωνάζει με ξενική προφορά. Δεν άκουσα τη συνέχεια της φράσεως που ακούστηκε σιγανότερα ούτε και την απάντηση μα άκουσα τους κτύπους που έβγαζε το κορμί που κτυπιότανε. Δεν άργησε ο αέρας να γεμίσει από σπαρακτικές κραυγές. Οι κτύποι εξακολουθούν να ανακατεύονται με τις φωνές του κοριτσιού, οι φωνές σταμάτησαν αν και οι κτύποι εξακολούθησαν λίγο ακόμη, πράγμα που δείχνει πως το θύμα λιποθύμησε, ακούσθηκε ήχος σαν βολόσερμα, χτύπος της σιδερένιας πόρτας που έκλεισε μετά τη λιποθυμισμένη. Ανοίγει με κτύπο άλλη πόρτα και το θηρίο ξαναφωνάζει -Έλα και εσύ μωρή έξω, λέγει γιατί θα πάθεις τα ίδια. Ποιος είναι αντάρτες από το χωριό σου; -Δεν είναι κανένας, δεν ξέρω. Τους ίδιους κτύπους βγάζει το κορμί, τη σιωπή ακολουθούν οι ίδιες σπαρακτικές κραυγές, πάλι λιποθυμία και πέσιμο: -Απάνω μωρή. Ένας κουβάς νερό απάνω στο κορμί του κοριτσιού το κάνει να συνέλθει για λίγο. Οι κτύποι του δαρμού ξανακούγονται, και πάλι λιποθυμία και πέσιμο, πέταγμα στο κελί για να επαναληφθούν τα ίδια σε άλλη και έπειτα σε άλλη…Πόσες βασάνισαν και πόση ώρα…Βασάνιζαν δυο ώρες ή δυο αιώνες; […] Τώρα η τραγωδία μεταφέρεται στον διάδρομο των κοινών θαλάμων. Εκεί βασανίζουν τους άνδρες. Δεν ακούγω τα λόγια μα οι κτύποι από τα βασανιζόμενα κορμιά έρχονται τόσο δυνατά που νομίζω πως θα τρυπήσουνε τ’ αυτιά μου».[4] Οι κρατούμενοι ήταν υποχρεωμένοι να ακούν την ανάγνωση του καταλόγου των μελλοθανάτων από διπλανούς θαλάμους, αλλά και τον ήχο των εκτελέσεων οι οποίες πραγματοποιούνταν σε μικρή απόσταση από τη φυλακή, σε μια μικρή χαράδρα περίπου 500 μέτρα από την βορειοδυτική πλευρά του περιβόλου, η οποία έγινε γνωστή ως «γολγοθάς».

Η κοινωνία της φυλακής ήταν οργανωμένη και συνδεμένη με την τοπική οικονομία. Οι έγκλειστοι της Αγιάς εντάσσονταν συχνά σε καταναγκαστική εργασία εκτός της φυλακής, σε αγροτικές δουλειές, σπάσιμο πέτρας, σκάψιμο ορυγμάτων, τοποθέτηση συρματοπλέγματος, αλλά και εντός του συγκροτήματος, όπου υπήρχαν κήποι και εργαστήρια, ξυλουργείο, σιδηρουργείο. Σύμφωνα με μια μαρτυρία, γυναίκες και μικρά παιδιά υποχρεώνονταν να τακτοποιούν σάκους με μαλλιά αιγοπροβάτων που είχαν λεηλατηθεί από τους Γερμανούς.[5] Το είδος της εργασίας κατά κανόνα σχετιζόταν με το είδος της ποινής: οι καταδικασμένοι από το γερμανικό στρατοδικείο σε μικρότερες ποινές εργάζονταν κατά κανόνα εκτός φυλακής.[6]  Είναι χαρακτηριστικό της σημασίας αλλά και των μεγεθών της Αγιάς ως χώρου εγκλεισμού πως οι κρατούμενοι αναφέρονταν στον κυρίως χώρο των φυλακών ως «κατσέτι», παραφθορά του KZ, δηλαδή στρατόπεδο συγκέντρωσης.[7] 

Υπολογίζεται πως περίπου 20.000 άνδρες και γυναίκες από όλους τους νομούς της Κρήτης κρατήθηκαν στις Φυλακές Αγιάς την περίοδο της Κατοχής, ανάμεσά τους γυναίκες κάθε ηλικίας, ακόμα και μικρά παιδιά. Εκεί εκτελούνταν καταδικασμένοι από γερμανικό στρατοδικείο αλλά και όμηροι αντιποίνων, μεμονωμένα ή σε ομάδες. Ο αριθμός των εκτελεσθέντων δεν έχει εξακριβωθεί. Ταυτοποιημένα είναι 225 ονόματα, αν και έχει αναφερθεί πως ο αριθμός των θυμάτων πιθανόν έφτασε ή και ξεπέρασε τα 2.000 άτομα.[8] Ανάμεσα στα πολλά θύματα ήταν και σημαίνοντα τοπικά στελέχη της Αντίστασης, όπως ο γραμματέας του ΚΚΕ Κρήτης, Βαγγέλης Κτιστάκης που δολοφονήθηκε στην φυλακή στις 16 Ιουνίου 1944 από τους Γερμανούς φρουρούς όταν προσπάθησε να αντιδράσει, και ο πολιτευτής Λασιθίου και στέλεχος του ΕΑΜ, δικηγόρος Ρούσσος Κούνδουρος που τουφεκίστηκε στις 29 Αυγούστου 1944.[9]

Οι Φυλακές Αγιάς λειτούργησαν και ως διαμετακομιστικό στρατόπεδο. Στις 10 Φεβρουαρίου 1944 μεταφέρθηκαν εκεί σχεδόν 400 άνδρες και ένας μικρός αριθμός γυναικών που είχαν συλληφθεί σε μια μεγάλη εκκαθαριστική επιχείρηση σε διάφορες επαρχίες του Νομού Χανίων (κυρίως στα χωριά Μεσκλά, Ζούρβα, Θέρισο, Επανοχώρι Σελίνου κ.ά.) την ίδια μέρα.[10] Ο Γιώργος Σταματάκης από τα Μεσκλά θυμάται: «Το πρώτο βράδυ στην Αγιά μας βάλανε σε ένα θάλαμο 500 άτομα. Ήτανε μια παράγκα και είχανε φράξει τα τζάμια. Και ήταν απέξω δοσίλογοι και βλέπανε –ξέρανε ποιος είχε ψεύτικη ταυτότητα και αν έλεγε ψεύτικο όνομα, τον αρπάζανε. Αρχίξανε οι εξετάσεις στη φυλακή. Μας βασανίσανε […] Αφήσανε, αφήσανε, και στο τέλος μείναμε 9 απ’ το χωριό μου –εγώ, ο πατέρας μου κι άλλοι 7– κι απ’ τα Μεσκλά σύνολο ήμασταν 38.  Και απ’ αυτούς γυρίσαμε 11».[11] Μετά από έναν περίπου μήνα και διάφορες αποφυλακίσεις που μεσολάβησαν, περίπου 250 συλληφθέντες στάλθηκαν μέσω Αθηνών, Θεσσαλονίκης και Βελιγραδίου στο Μαουτχάουζεν.

Σύμφωνα με στοιχεία της μεταπολεμικής ελληνικής και γερμανικής δικαιοσύνης, διοικητής των φυλακών κατά την περίοδο 1943-44 ήταν ο ταγματάρχης  Φρήντριχ Βίλχελμ Κλαμτ (Friedrich Wilhelm Klamt) από το Ντόρτμουντ ο οποίος σύμφωνα με έναν Έλληνα μάρτυρα ήταν μέλος και του γερμανικού στρατοδικείου στα Χανιά.[12] Καθήκοντα στρατοπεδάρχη πιθανόν εκτελούσε ο υπολοχαγός της Στρατοχωροφυλακής Χέρμαν Τάουχερτ (Hermann Tauchert) ο οποίος αργότερα βρέθηκε αιχμάλωτος των Βρετανών στην Αίγυπτο και έκτοτε χάθηκαν τα ίχνη του.[13] Γραμματέας των Φυλακών ήταν ο ανθυπασπιστής Ρόγκος (Rogoss) που αναφέρεται σε αρκετές μαρτυρίες εγκλείστων ως «Ρόκος»,[14] ελληνομαθής και επονομαζόμενος «άγγελος του θανάτου», καθώς ήταν εκείνος που συνήθως ανέγνωσε τα ονόματα των κρατουμένων που θα μετάγονταν ή θα εκτελούνταν.[15] Ο ταγματάρχης Κλαμτ έπαιρνε προσωπικά μέρος σε εκτελέσεις και βασανισμούς, ενώ ιδιαίτερα χαραγμένος στις μνήμες είναι και ο εξευτελισμός των προς εκτέλεση ομήρων: «Ο Κλαμτ ήταν ένας κτηνώδης άνθρωπος, με αποκορύφωμα την εντολή που έδωσε να εκτελεστούν στις αρχές του 1944 περίπου 10 κρατούμενοι, οι οποίοι εκτελούσαν καταναγκαστικά έργα στην περιοχή του Προφήτη Ηλία. Μερικοί από αυτούς επρόκειτο να αφεθούν ελεύθεροι μετά από λίγες μέρες. Ζούσαν στο ύπαιθρο και αφού τους δόθηκαν χαλασμένα τρόφιμα από κονσέρβες υπέφεραν από συνεχή διάρροια και δεν ήξεραν πού να πάνε για να κάνουν τις ανάγκες τους. Εκτελέστηκαν. Οι υφιστάμενοί του αξιωματικοί τους πυροβόλησαν από κοντά.[16]

Μεταπολεμικά, η Αγιά συνέχισε να λειτουργεί ως αγροτική φυλακή και λειτουργεί μέχρι και σήμερα. Το 1953 ο Δήμος Χανίων ανήγειρε στο σημείο των εκτελέσεων μνημείο σε σχέδιο του γλύπτη Γιάννη Κανακάκη. Το μνημείο είναι μαρμάρινο, με επάλληλα επίπεδα που καταλήγουν στην κορυφή σε ένα κύβο. Στα πλάγια και στο πίσω μέρος αναγράφονται 225 ονόματα εκτελεσθέντων. Υπάρχει επίσης υπόγειο οστεοφυλάκιο.[17]


[1] Στέφανος Κ. Αναγνωστάκης, Αι Αγροτικαί Φυλακαί Κασσάνδρας (Έρευνα σωφρονιστικής πολιτικής), Θεσσαλονίκη [1954], σ. 17.

[2] „Militärgericht auf Kreta,“ DNG, Jg. III, αρ. 226 (24.9.1943).

[3] Αντώνης Σανουδάκης, Ράους. Στην κόλαση του Μελκ ο Κώστας Α. Ξεξάκης, Σύνδεσμος Φιλολόγων Ρεθύμνου, Ρέθυμνο 1996, σ. 49.

[4] Μαρτυρία γιατρού Χατζημανώλη, στο: Βαρδής Βαρδινογιάννης, Αργυρώ Κοκκοβλή, Γερμανικές Φυλακές Αγιάς 1941-1945, Εταιρεία Διάσωσης Ιστορικών Αρχείων (ΕΔΙΑ), Χανιά 2005, σ. 174-176.

[5] Βαρδινογιάννης, Κοκκοβλή, Γερμανικές Φυλακές Αγιάς, σ. 141.

[6] Μαρτυρία Μιχάλη Πειρασμάκη, στο: Αντώνης Σανουδάκης-Σανούδος, Ήρωες και Δαίμονες. Η Εθνική Αντίσταση του Κρουσώνα, Ταξιδευτής, Αθήνα 2013, σ. 119-125.

[7] Βαρδινογιάννης, Κοκκοβλή, Γερμανικές Φυλακές Αγιάς, σ. 99. Επίσης, Σανουδάκης, Ράους, σ. 49.

[8] Βαρδινογιάννης, Κοκκοβλή, Γερμανικές Φυλακές Αγιάς, σ. 22-29.

[9] Βαρδινογιάννης, Κοκκοβλή, Γερμανικές Φυλακές Αγιάς, σ. 119-125.

[10] NARA, T-78, roll 331, Tagesmeldung OB Südost, 11.2.1944.

[11] Μauthausen Memorial Archive, Μ_5_2_616 Stamatakis

[12] BArch, B 162/17352, Bl. 30, 31. Bericht einer eidesstattlichen Vernehmung eines Zeugen, Evangelos Fronimos, Chania, 7.4.1947 (γερμανική μετάφραση ελληνικού πρωτοτύπου).

[13] BArch, B 162/17352, Bl. 20, StA Bochum, Abschrift, 16 Js 40/57, Bochum, 17.2.1969.

[14] Παπουτσάκης

[15] Μαρτυρία Ραδάμανθου Νικολ. Κονδυλάκη, στο: Βαρδινογιάννης, Κοκοβλή, Γερμανικές Φυλακές Αγιάς, σ. 111.

[16] BArch, B 162/17352, Bl. 46f., Geogios Papadopetros an das zuständige Büro über die Kriegsverbrecher der militärischen Kommandantur, 20.7.1945 (γερμανική μετάφραση ελληνικού πρωτοτύπου)

[17] Βαρδινογιάννης, Κοκοβλή, Γερμανικές Φυλακές Αγιάς, σ. 28.

ΣΤΡΑΤΟΠΕΔΟ ΘΗΒΑΣ

Το στρατόπεδο συγκέντρωσης και αργότερα καταναγκαστικής εργασίας της Θήβας βρισκόταν σε απόσταση περίπου 2-3 χιλιόμετρα ανατολικά της πόλης και σε μικρή απόσταση από την σιδηροδρομική γραμμή. Το στρατόπεδο ιδρύθηκε από τις ιταλικές δυνάμεις Κατοχής τον Οκτώβριο του 1942, για να λειτουργήσει ως χώρος μαζικού εγκλεισμού συλληφθέντων και ομήρων από την κεντρική και ανατολική Στερεά Ελλάδα και η δυναμικότητά του έφτανε, σύμφωνα με ιταλικές πηγές, τα 1.500 έως 2.000 άτομα.[1]

Οι πρώτοι κρατούμενοι ήταν 167 κάτοικοι του χωριού Καλοσκοπής Φωκίδας που συνελήφθησαν και στάλθηκαν στο καινούριο στρατόπεδο τον Οκτώβριο του 1942 σε αντίποινα για τη βοήθεια που, υποτίθεται, είχε δώσει το χωριό σε αντάρτες και Βρετανούς που είχαν πέσει με αλεξίπτωτα τις προηγούμενες ημέρες. Σύμφωνα με τον Γεώργιο Πριόβολο, «μας έκοψαν τα μαλλιά, κοιμόμασταν στο υγρό χώμα με μια κουβέρτα ατομική, το συσσίτιο ήταν απαίσιο, συνηθισμένο μας έδεσμα ένα μαύρο ζουμί με λίγα αμπελοφάσουλα  να επιπλέουν σε αυτό χωρίς λάδι, χωρίς ψωμί. Δεν θα είχαμε επιβιώσει εάν δεν μας έφερναν λίγα τρόφιμα οι δικοί μας άνθρωποι».[2] Το στρατόπεδο έμοιαζε με μεγάλο καταυλισμό. Ο Λάμπρος Μπουρογιάννης από το χωριό Φιλιαδώνα Δομοκού που έφτασε περίπου την ίδια περίοδο μέσω της Καραμπινιερίας Δομοκού το περιγράφει ως «νεοσύστατο, απροετοίμαστο, ανοργάνωτο, περιφραγμένο με συρματόπλεγμα και με αρκετή φρουρά» και συνεχίζει: «Ήμασταν 150-200 περίπου κρατούμενοι ως όμηροι. Μέναμε σε αντίσκηνα κάτω στο χώμα, ελάχιστοι φέρανε μαζί τους κανα ρούχο για σκέπασμα, όλοι οι άλλοι με ό,τι φορούσαν […] Από καθαριότητα απολύτως καμία, βρωμιά και δυσωδία, από τουαλέτα σε γούρνες ομαδικές, από νερό με το δελτίο και το πλύσιμο δεν ήτο απαραίτητο».[3] Η Θήβα ήταν το τέταρτο μεγαλύτερο από τα ιταλικά στρατόπεδα της Ελλάδας μετά από αυτά της Λάρισας, της Ακροναυπλίας και, πιθανόν, της Κατούνας. Από το στρατόπεδο, κρατούμενοι μετάγονταν σε άλλες φυλακές και στρατόπεδα, παραπέμπονταν σε στρατοδικείο, κυρίως στην Αθήνα, ή οδηγούνταν για ανακρίσεις και ξυλοδαρμούς στο ιταλικό φρουραρχείο της Θήβας ή στην απομόνωση των φυλακών της πόλης.[4]

Τον Μάρτιο του 1943 ξεκίνησε η δεύτερη και σημαντικότερη φάση του στρατοπέδου, όταν ο χώρος συνδέθηκε με τα γερμανικά σχέδια αναβάθμισης του ελληνικού σιδηροδρομικού δικτύου. Στην περιοχή του στρατοπέδου ή στην ίδια περίπου τοποθεσία άρχισε να κατασκευάζεται, υπό την επίβλεψη του Οργανισμού Todt το μεγάλο σιδηροδρομικό συγκρότημα «Neu Theben» (=Νέες Θήβες) το οποίο θα περιλάμβανε κτίριο επιβατικού σταθμού, δέσμη 11 παρακαμπτήριων γραμμών, τρίγωνο αναστροφής και χώρο ανθράκευσης ατμαμαξών, μηχανοστάσιο, αποθήκες υλικών, μονάδα ηλεκτροπαραγωγής και άλλες εγκαταστάσεις.[5] Για την κατασκευή του έργου απαιτήθηκε η σκληρή καταναγκαστική εργασία χιλιάδων ανδρών, κυρίως Σοβιετικών αιχμαλώτων πολέμου και εβραίων της Θεσσαλονίκης οι οποίοι έφτασαν εκεί σιδηροδρομικώς τις τελευταίες ημέρες του Μαρτίου 1943. Η βιβλιογραφία του Ολοκαυτώματος αναφέρει περίπου 1.000 εβραίους κρατουμένους στην Θήβα,[6] ενώ στη μαρτυρία του ένας εβραίος επιζών κάνει λόγο για 1.240 εβραίους σε ένα πολυεθνικό εργοτάξιο 4.000 συνολικά καταναγκαστικών και ελεύθερων εργατών πολλοί εκ των οποίων έρχονταν από την Αθήνα.[7] Ο αντιστασιακός Τύπος υπολόγισε, με αρκετή υπερβολή, πως το καλοκαίρι του 1943 βρίσκονταν στην Θήβα 3.000 Έλληνες πολιτικοί κρατούμενοι και όμηροι/καταναγκαστικοί εργάτες, 1.500 εβραίοι από την Θεσσαλονίκη και 1.500 Σοβιετικοί αιχμάλωτοι πολέμου.[8] Άλλη πηγή προσδιορίζει τον αριθμό σε 200 Έλληνες πολίτες, 800 εβραίους και 100 Σοβιετικούς.[9] Μια από τις ελάχιστες μαρτυρίες πρώην κρατουμένων προέρχεται από τον 17χρονο τότε Δημήτρη Ποντίκα από τη Βουνιχώρα Φωκίδας ο οποίος στάλθηκε στο στρατόπεδο στα τέλη Σεπτεμβρίου 1943: «Μας πήγανε στη Θήβα, όπου εκεί ήταν ένας θάλαμος γύρω στα 300 άτομα. Μας ταΐζανε γύρω στις 5-6 οκάδες όσπρια, για να φάνε 300 άνθρωποι. Μόνο με αλάτι. Ούτε λάδι ούτε τίποτα. Κι ένα ψωμάκι που το μοιραζόμαστε τρεις. Ήτανε λάσπη, δεν τρωγότανε παρά την πείνα που είχαμε. Και το βάζαμε στα κάρβουνα έτσι και το τρώγαμε. Εκεί, δίπλα μας από μια μεριά είχανε Ιταλούς κρατούμενους που δεν τους χρειαζόντουσαν και από την άλλη Ρώσους κρατούμενους. Με τους Ρώσους ήταν ακόμα χειρότερα, πεθαίναν κάθε μέρα…Και κει ήταν πατέρας με παιδί και τέτοια».[10] Το στρατόπεδο στέγασε τον μεγαλύτερο αριθμό καταναγκαστικών εργατών στην ηπειρωτική Ελλάδα. Οι εβραίοι απομακρύνθηκαν στις αρχές Αυγούστου και αντικαταστάθηκαν από άλλους καταναγκαστικούς εργάτες, κυρίως πολιτικούς κρατουμένους και ομήρους από διάφορες περιοχές της Στερεάς Ελλάδας που έπεφταν θύματα επιχειρήσεων αντιποίνων, όπως οι 135 κάτοικοι της Αράχωβας που είχαν συλληφθεί στην πόλη τον Σεπτέμβριο του 1943.

Η καταναγκαστική εργασία ήταν προσανατολισμένη στην εξυπηρέτηση των σιδηροδρομικών έργων και περιλάμβανε διάφορες εργασίες: σκάψιμο, οικοδόμηση κτιρίων, χτίσιμο σιδηροδρομικών εγκαταστάσεων και κυρίως την εξόρυξη και μεταφορά μεταλλεύματος (σκύρας) από το  κοντινό λατομείο-σκυρωρυχείο των ΣΕΚ που βρισκόταν στον παρακείμενο Σ.Σ Υπάτου (χ.θ. 93+309) και το οποίο λειτουργούσε από προπολεμικά για την εξυπηρέτηση των σιδηροδρομικών εργασιών. Η δουλειά στο Ύπατο ήταν εξοντωτική για όσους είχαν την ατυχία να σταλούν εκεί, ενώ είναι βέβαιο πως στον χώρο του λατομείου πραγματοποιήθηκαν και εκτελέσεις αντιποίνων, ατομικές και ομαδικές.[11]   

Οι συνθήκες διαβίωσης των εργατών, σε συνδυασμό με την απαιτητική εργασία, ήταν ιδιαίτερα αντίξοες. Αν και δεν διαθέτουμε περισσότερα στοιχεία, το γεγονός ότι στο αρχείο του Γραφείου Αιχμαλώτων του ΕΕΣ εντοπίστηκαν λίστες κρατουμένων προδίδει πως ο Ερυθρός Σταυρός είχε πρόσβαση στο στρατόπεδο, καθώς και το δικαίωμα να χορηγεί ιματισμό και παπούτσια.[12] Το καθημερινό φαγητό ήταν μια σούπα από όσπρια χωρίς λάδι και με ένα κομμάτι ψωμί, ενώ και το νερό ήταν σπάνιο σε σημείο που συχνά αναγκάζονταν να πίνουν νερό από τις ατμάμαξες, παρότι γνώριζαν πως ήταν βρώμικο και ακατάλληλο.[13] Κυριολεκτικά απάνθρωπη ήταν η μεταχείριση των εβραίων, κάτι που οπωσδήποτε σόκαρε τους συνεγκλείστους τους, όπως φαίνεται κι από την παρακάτω αφήγηση ενός από αυτούς: «Πριν πάμε εμείς εκεί, ήταν 300 Εβραίοι απ’ αυτούς που ‘ταν στην Ελλάδα, κυρίως από την Θεσσαλονίκη. Τι κάνανε με αυτούς; Όταν κανένας απ’ αυτούς σταματούσε να πάρει αναπνοή, στο σωρό από τα αμμοχάλικα, βάζανε μια ξιφολόγχη με τη μύτη προς τα πάνω. Και του δίναν μια πέτρα να κρατάει έτσι εκεί…Πόσο να την κρατήσει; Έπεφτε και χωνόταν η ξιφολόγχη από πίσω. Τελευταία λέει, αφού τους εξολόθρευσαν έτσι, είχαν μείνει δύο. Ο ένας κάνει χαρακίρι με ένα σουγιαδάκι που είχε αλλά δεν ήταν πολύ μακρύ για να του κάνει θανατηφόρο τραύμα και τον πήγανε πιο πέρα σε ένα λάκκο που είχε γίνει από μπόμπα, του ρίξαν μια ριπή και έπεσε μέσα. Ο άλλος ερχόταν το τραίνο και πέφτει στη γραμμή και περνώντας ο τροχός τον έκοψε στα δύο. Σπαρτάραγε το ένα κομμάτι από δω, το άλλο από κει. Φρίκη..».[14]

Αν κρίνουμε από μια κάτοψη (οριζοντιογραφία) των εγκαταστάσεων που βρίσκεται στα γερμανικά στρατιωτικά αρχεία με χρονική ένδειξη Ιούνιος 1944, τα έργα κατασκευής είχαν ολοκληρωθεί το καλοκαίρι του 1944. Επιβεβαιωμένο είναι επίσης πως οι «Νέες Θήβες» καταστράφηκαν ολοκληρωτικά από τους ίδιους τους Γερμανούς κατά την αποχώρηση τους από την Ελλάδα. Σήμερα στον χώρο δεν απομένουν παρά ελάχιστα ίχνη.


[1] Nikos Tzafleris, «Thebes», στο: Megargee, Geoffrey P., & Joseph R. White (επιμ.), Camps and Ghettos under European Regimes Aligned with Nazi Germany, Vol. III of Encyclopedia of Camps and Ghettos, 1933–1945. Bloomington: United States Holocaust Memorial Museum, 2018, σ. 522, 523.

[2] Γεώργιος Αρ. Πριόβολος, Από τον Ελληνοϊταλικό Πόλεμο 1940-41 στην Αντίσταση 1941-1945, σ. 58, 59.

[3] Λάμπρος Μπουρογιάννης, «Αναμνήσεις απ’ τη ζωή στα στρατόπεδα Θήβας και Λάρισας», περ. Εθνική Αντίσταση τχ. 39 (Φλεβάρης 1984), σ. 19, 20.

[4] Πριόβολος, Από τον Ελληνοϊταλικό Πόλεμο, σ. 59-63.

[5] BArch RH 66/ 273. Bf. Neu Theben. Lageplan, 1:1000. Juni 1944   

[6] Μόλχο Μίκαελ και Ιωσήφ  Νεχαμά, In memoriam  (μτφρ. Γιώργος Ζωγραφάκης).   ΙΚΘ, Θεσσαλονίκη 1976,   σ.114.

[7] VHA, Interview Code 453, Albert Marcos, 22.12.1994.

[8] Εθνική Αλληλεγγύη, 30.7.1943.

[9] ΓΑΚ, Κ51 Συλλογή Εμμανουήλ Τσουδερού. Δελτίον Πληροφοριών νρ. 15, 18.1.1944.

[10] Pontikas, Takis, Interview mog014, Erinnerungen an die Okkupation in Griechenland, https://archive.occupation-memories.org/de/interviews/mog014 DOI: https://doi. org/10.17169/ mog.mog014 (τελευταία είσοδος: 25/1/2025)

[11] Ενδεικτικά, βλ. Αρχείο Ληξιαρχείου Αράχωβας, ληξιαρχική πράξη θανάτου

[12] Αρχείο Υπηρεσίας Αναζητήσεων Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού, «ΘΗΒΑΙ-Greek Noms et Nos de concardes d’ Israélites travaillent à Thebes» [1943] και «Αποστολή Θηβών», 7-8.8.1943. Στο πρώτο τεκμήριο (σχολικό τετράδιο, χειρόγραφο) υπάρχουν 161 Εβραίοι, στο δεύτερο (δακτυλογραφημένη κατάσταση) υπάρχουν 300 ονόματα εργατών εκ των οποίων τα 240 είναι εβραϊκά.

[13] Pontikas, Takis, Interview mog014, Erinnerungen an die Okkupation in Griechenland, https://archive.occupation-memories.org/de/interviews/mog014 DOI: https://doi. org/10.17169/ mog.mog014 (τελευταία είσοδος: 25/1/2025). Επίσης, Matsas, The Illusion of Safety, σ.134.

[14] Pontikas, Takis, Interview mog014, Erinnerungen an die Okkupation in Griechenland, https://archive.occupation-memories.org/de/interviews/mog014 DOI: https://doi. org/10.17169/ mog.mog014 (τελευταία είσοδος: 25/1/2025).

ΚΑΠΝΑΠΟΘΗΚΕΣ ΠΑΠΑΠΕΤΡΟΥ, ΑΓΡΙΝΙΟ

Το κτίριο των παλιών Καπναποθηκών Παπαπέτρου στο Αγρίνιο, βρίσκεται στη συμβολή των οδών Λ. Μαβίλη και Κ. Παλαμά απέναντι από το κτίσμα του παλαιού Σιδηροδρομικού Σταθμού. Κατασκευάστηκε το 1923 από τους καπνέμπορους αδελφούς Ιωάννη, Χρήστο και Αναστάσιο Παπαπέτρου για να λειτουργήσει ως καπναποθήκη. Πρόκειται για ένα τετραώροφο κτίριο επιβλητικών διαστάσεων μήκους 67 και πλάτους 37 μέτρων. Το εμβαδόν του κτιρίου είναι 7.444,34 τετραγωνικά μέτρα και ο περιβάλλον χώρος 2.648,65 τετραγωνικά μέτρα. Τη δεκαετία του ’30 υπολογίζεται πως εργάζονταν στις καπναποθήκες πάνω από 2.000 εργάτριες και εργάτες, κυρίως προσφυγικής καταγωγής.

Στη διάρκεια της Κατοχής, οι αποθήκες Παπαπέτρου χρησιμοποιήθηκαν σαν χώροι στρατωνισμού των ιταλικών στρατευμάτων, καθώς και σαν χώροι φυλάκισης και ανάκρισης των «υπόπτων» για συμμετοχή στην Αντίσταση. Εκεί κρατήθηκαν επίσης για σύντομο διάστημα τον Μάρτιο του 1944, συνολικά 524 εβραίοι της Πρέβεζας και της Άρτας που είχαν συλληφθεί στις πόλεις τους και θα οδηγούνταν στη συνέχεια στην Αθήνα και από εκεί στα γερμανικά στρατόπεδα.[1] Οι καπναποθήκες συνδέονταν με τον βασικό χώρο εγκλεισμού του Αγρινίου, τις Φυλακές Αγίας Τριάδας, ως χώρος «διαλογής» όσων θα μεταφέρονταν αργότερα στις φυλακές, αρκετά προκειμένου για να εκτελεστούν. Στις 11 Απριλίου 1944, σε αποτέλεσμα ενός μεγάλου γερμανικού μπλόκου σε αντίποινα για σιδηροδρομικό σαμποτάζ στη Σταμνά, σχεδόν 3.000 άτομα μεταφέρθηκαν στις φυλακές. Στη διαλογή που ακολούθησε, οι ύποπτοι μεταφέρθηκαν στις φυλακές της Αγίας Τριάδας και περίπου 70-75 από αυτούς εκτελέστηκαν στις 14 Απριλίου 1944.[2]

Το 1946 οι καπναποθήκες επαναλειτουργούν για δύο χρόνια με περιορισμένης κλίμακας παραγωγή και την δεκαετία του ‘50 μετατράπηκαν σε σχολή χωροφυλακής. Κατά τις δεκαετίες ’60 και ’70 ένα μέρος του εξωτερικού χώρου πουλήθηκε (εκείνο στο οποίο υπήρχαν τα μικρά σπίτια) και οι καπναποθήκες παραχωρήθηκαν με ενοίκιο ως αποθήκη του συνεταιρισμού ελαιών της Αγροτικής Τράπεζας, αποθήκη των καπναποθηκών Ιωαννίδη, των Αφων Ηλιού και των Αφων Παναγόπουλου μέχρι την οριστική εγκατάλειψη του χώρου τη δεκαετία του ’80. Πρόκειται για ένα από τα ελάχιστα κτίσματα πρώην φυλακών ή στρατοπέδων των οποίων επίκειται η μουσειακή ανάδειξη. Το 1992 με απόφαση του υπουργού ΠΕΧΩΔΕ και με απόφαση του υπουργού Πολιτισμού χαρακτηρίστηκαν διατηρητέο μνημείο που χρήζει ειδικής κρατικής προστασίας (ΦΕΚ 546/Δ΄/2.6.1992). Το 2002 αγοράστηκαν από το Υπουργείο Πολιτισμού (ΥΠΠΟ/ΑΠΑΛ/Φ.60/56961/1174/22.10.2001) με την οποία πραγματοποιήθηκε απευθείας εξαγορά του για αρχαιολογικούς – μουσειακούς λόγους, και συγκεκριμένα για την ίδρυση Αρχαιολογικού Μουσείου.[3] Το 2016, το Δημοτικό Συμβούλιο Αγρινίου ενέκρινε τη «Στρατηγική Βιώσιμης Αστικής Ανάπτυξης του Δήμου Αγρινίου», η οποία στην συνέχεια (2017) εγκρίθηκε από την Περιφέρεια Δυτικής Ελλάδας. Στη «Στρατηγική  Βιώσιμης Αστικής Ανάπτυξης του Δήμου Αγρινίου» συμπεριλαμβάνεται η πράξη 1.8: «Αξιοποίηση και ενεργειακή Αναβάθμιση Δημοτικών κτιρίων» που μεταξύ των άλλων δημοτικών κτιρίων περιλαμβάνει και την Αποκατάσταση και ανάδειξη του διατηρητέου κτηρίου των παλαιών Καπναποθηκών Παπαπέτρου για δημιουργία Διαχρονικού  Μουσείου. Το σκεπτικό της απόφασης υπογραμμίζει  πως «το εν λόγω κτήριο, άμεσα συνδεδεμένο με την οικονομική ζωή της πόλης του Αγρινίου είναι σημαντικό για τη μελέτη της ιστορίας της αρχιτεκτονικής, δεδομένου ότι αποτελεί μια ενδιαφέρουσα περίπτωση επίδρασης ξένων ρευμάτων της αρχιτεκτονικής, στον ελληνικό χώρο σε κτίρια που κατασκευάστηκαν από Έλληνες επιχειρηματίες», ωστόσο απουσιάζουν αναφορές στη λειτουργία του ως φυλακής την περίοδο του Πολέμου.[4] Οι φυλακές συγκεντρώνουν σήμερα το ενδιαφέρον της τοπικής κοινωνίας μέσα από ιστορικούς περιπάτους και άλλες δράσεις που αναδεικνύουν τη σημασία του.


[1] Yitzchak Kerem, «Οι εβραίοι του Αγρινίου στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο», στο: Κωνσταντίνα Μπάδα, Θανάσης Δ. Σφήκας (επιμ.), Κατοχή-Αντίσταση-Εμφύλιος. Η Αιτωλοακαρνανία στη δεκαετία 1940-1950, Παρασκήνιο, Αθήνα 2010, σ. 79-88, εδώ: σ. 85.

[2] «Καπναποθήκες Παπαπέτρου», 1/6/2018, https://drw.gr/kapnapothikes-papapetrou/ (τελευταία είσοδος: 15/9/2025). 

[3] Γίτσα Πανταζή Ναστούλη, «Καπναποθήκες Παπαπέτρου», Ψηφιακό Μουσείο Καπνού Αγρινίου, https://agriniotobaccomuseum.gr/kapnapothikes-papapetrou-sto-agrinio/?cn-reloaded=1 (τελευταία είσοδος: 15/9/2025).

[4] Αρχείο Δήμου Αγρινίου, Απόφαση υπ’ αριθμόν 242/26-09-2016.

ΑΓΙΟΣ ΕΥΣΤΡΑΤΙΟΣ

Ο Άγιος Ευστράτιος (Άη-Στράτης) είναι νησί του βορειοανατολικού Αιγαίου με 257 κατοίκους σύμφωνα με την απογραφή του 2021. Διοικητικά ανήκει στην περιφερειακή ενότητα Λήμνου της περιφέρειας Βορείου Αιγαίου. Από το 1912 μέχρι και την εφαρμογή του σχεδίου Καλλικράτης (2010) υπαγόταν στον νομό Λέσβου με έδρα τη Μυτιλήνη. Είναι το πιο απομονωμένο νησί του Αιγαίου Πελάγους και απέχει από τη Λήμνο 18 ναυτικά μίλια.

Από το 1929 χρησιμοποιήθηκε ως τόπος εξορίας για κομμουνιστές, μαζί με άλλα νησιά (Γαύδος, Ανάφη, Κίμωλος, Φολέγανδρος). Από το 1929 έως τις 16 Ιουλίου 1943 πέρασαν από το νησί περίπου 950 πολιτικοί εξόριστοι, άνδρες και γυναίκες. Οι εξόριστοι ζούσαν σε σπίτια του χωριού και οργάνωναν τη ζωή τους μέσα από ομάδες συμβίωσης, σύμφωνα με το πρότυπο όλων των νησιών εξορίας. Στις 26 Απριλίου 1941, δύο ημέρες πριν καταλάβουν το νησί οι γερμανικές δυνάμεις, η φρουρά της Χωροφυλακής εμπόδισε την προσπάθεια απόδρασης, σκοτώνοντας τρεις εξορίστους. Το 1941 ο αριθμός των εξορίστων μειώθηκε λόγω των απολύσεων όσων υπέγραψαν δήλωση μετανοίας. Τον Νοέμβριο του 1941 βρίσκονταν στον Άγιο Ευστράτιο 175 εξόριστοι τους οποίους επιτηρούσε ο τοπικός σταθμός Χωροφυλακής αλλά και οι γερμανικές δυνάμεις της Λήμνου οι οποίες πραγματοποίησαν τουλάχιστον μία επίσκεψη τρομοκρατίας στο νησί.[1] Λόγω της γενικότερης επισιτιστικής κατάστασης, την απομακρυσμένη θέση του νησιού και την καταστολή των ελληνικών αρχών που έβαζε σκόπιμα εμπόδια στην καθημερινή διαβίωση (απαγόρευση προμήθειας δελτίου τροφίμων, απαγόρευση ψαρέματος επί ποινή τυφεκισμού), η προμήθεια τροφίμων ήταν εξαιρετικά δύσκολη με αποτέλεσμα να αρχίζουν να σημειώνονται θάνατοι από πείνα ανάμεσα στους εξορίστους. Τον Φεβρουάριο του 1942, ο ΕΕΣ ενημέρωνε το Υπουργείο Δημόσιας Ασφαλείας πως η κατάσταση στο νησί ήταν «απελπιστική», επτά άτομα είχαν πεθάνει από τα μέσα Ιανουαρίου και 30 ακόμα φυματικοί κατάκεινται ετοιμοθάνατοι πνέοντες τα λοίσθια συνεπεία τελείας εξαντλήσεως εκ της πολυμήνου ασιτίας».[2] Ο αριθμός των θυμάτων έφτασε πράγματι τους 33.[3] Οι αποστολές τροφίμων με πρωτοβουλία του ΕΕΣ τον Αύγουστο του 1942 ανέκοψαν τους θανάτους αλλά η κατάσταση παρέμενε σοβαρή. Τον Σεπτέμβριο του 1942, κλιμάκιο του ΕΕΣ κατόρθωσε να επισκεφθεί τον Άγιο Ευστράτιο μεταφέροντας ρουχισμό για τον χειμώνα και να υποβάλει σχετική αναφορά: Στο νησί παρέμεναν 75 εξόριστοι (ανάμεσά τους τέσσερεις γυναίκες και δύο μικρά παιδιά). Οι περισσότεροι έμεναν περιορισμένοι σε ένα σπίτι με αχυρώνα και στάβλο, οι 17 ήταν φυματικοί, οι 21 κατάκοιτοι από εξάντληση πείνας: «Τα πρόσωπα όλων έχουν δε τελείως την εμφάνιση μούμιας, γιατί δεν βλέπετε παρά το πετσί κολλημένο στα κόκκαλα. Όταν πήγα να τους δω με υποδέχτηκαν με χειροκροτήματα και μου μειδιούσαν όλοι. Ανατρίχιασα ολόκληρη γιατί μου φάνηκε πως είδα νεκροκεφαλές να μου δείχνουν τα δόντια τους. Αυτά όλα είναι πολύ μικρή και αδύνατη περιγραφή της πραγματικότητος».[4] Οι εκκλήσεις του ΕΕΣ τον Μάιο του 1942 στο Υπουργείο Εσωτερικών να μεταφερθούν οι εξόριστοι στο σανατόριο της Πέτρας Ολύμπου δεν είχε γίνει δεκτή, ούτε και η παράκληση προς την Επιτροπή Διαχείρισης Βοηθημάτων του ΔΕΣ για έκτακτη βοήθεια τον επόμενο χρόνο, καθώς η Επιτροπή απάντησε πως ο Άγιος Ευστράτιος ανήκε σε μεθοριακή περιοχή που δεν καλυπτόταν από τις συμβάσεις που όριζαν τις αποστολές τροφίμων από την Τουρκία.[5] Στα τέλη του 1942, 14 εξόριστοι μεταφέρθηκαν από τους Γερμανούς στο  στρατόπεδο Παύλου Μελά, σύμφωνα με τον Ερυθρό Σταυρό επειδή θεωρήθηκαν ως αιχμάλωτοι πολέμου, πιθανότατα λόγω καταγωγής τους από την βουλγαροκρατούμενη Μακεδονία και Θράκη.[6] Αρκετοί από αυτούς εκτελέστηκαν αργότερα σε αντίποινα.[7] Η ιστορία του Αγίου Ευστρατίου ως τόπου εξορίας σταμάτησε στις 16 Ιουλίου 1943, όταν οι 60 εναπομείναντες εξόριστοι απελευθερώθηκαν από δυνάμεις του τοπικού ΕΛΑΝ που τους μετέφερε στην ηπειρωτική χώρα.[8]

Το νησί λειτούργησε ξανά ως τόπος εξορίας πολιτικών κρατουμένων από το 1948 έως το 1963. Το 2007 εγκαινιάστηκε στο σχολείο του Αγίου Ευστρατίου το «Μουσείο Δημοκρατίας» υπό την αιγίδα της Διεύθυνσης Νεώτερης Πολιτιστικής Κληρονομιάς του Υπουργείου Πολιτισμού και την πολιτική κάλυψη της κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας και παρουσία του τότε πρωθυπουργού Κώστα Καραμανλή.[9] Στην ιστοσελίδα του Δήμου Αγίου Ευστρατίου διαβάζουμε πως το Μουσείο «είναι το πρώτο δημόσιο ελληνικό μουσείο για μια κρίσιμη, από πολιτική και κοινωνική άποψη, περίοδο της νεώτερης ιστορίας μας».[10]


[1] Άη Στράτης. Η μάχη της πείνας των πολιτικών εξορίστων στα 1941, Ιστορικές Εκδόσεις, Αθήνα 1977, σ. 30-32.

[2] ΕΛΙΑ-ΜΙΕΤ, Αρχείο Αριστοτέλη Κουτσουμάρη, Φ. 51, υποφ. 2, Ελληνικός Ερυθρός Σταυρός ΕΕΣ, Επιτροπή Διαχ/σεως Αποστολών Τροφίμων υπό του Διεθνούς Κομιτάτου του ΕΣ, Αθήναι, 22.2.1942.

[3] Άη Στράτης, σ. 6.

[4] Αρχείο Υπηρεσίας Αναζητήσεων ΕΕΣ, ΤΒ Νο 15, Αίτησις των πολιτικών εξορίστων Αγίου Ευστρατίου, Δεκέμβριος 1942, συνημμένη αναφορά ΕΕΣ [Σεπτέμβριος 1942].

[5] Αρχείο Υπηρεσίας Αναζητήσεων ΕΕΣ, ΤΒ Νο 15, Σ. Μαυρογορδάτου προς το Υπουργείο Εσωτερικών, 2.5.1942. Επίσης, Ζαρίφη και Μαυρογορδάτου προς Επιτροπήν Διανομής Τροφίμων ΔΕΣ, 7805, 3.7.1943 και Commission de Gestion pour les Secours en Grèce/Δ.3. Υπηρεσία Επαρχιών προς Γραφείο Αιχμαλώτων του ΕΕΣ, ΑΠ 33-12113, Αθήναι 15.7.1943.

[6] Αρχείο Υπηρεσίας Αναζητήσεων ΕΕΣ, ΤΒ Νο 15, «Έκθεσις Υγειονομικής και Επισιτιστικής Καταστάσεως των πολιτικών κρατουμένων εις Άγιον Ευστράτιον», Αθήναι, 23.10.1942. Πβλ. Άη Στράτης, σ. 6.

[7] Ιστορία της Αντίστασης 1940-45, Αυλός, Αθήνα 1979, τ. 1, σ. 205.

[8] Άη Στράτης, σ. 6.

[9] «Εγκαίνια του Μουσείου Δημοκρατίας στον Αη Στράτη από τον πρωθυπουργό», in.gr, 30.11.2007 https://www.in.gr/2007/11/30/culture/egkainia-toy-moyseioy-dimokratias-ston-ai-strati-apo-ton-prwthypoyrgo/ (τελευταία είσοδος: 16/9/2025).

[10] https://agios-efstratios.gov.gr/places/mouseio-dimokratias/ (τελευταία είσοδος: 16/9/2025).

ΣΤΡΑΤΩΝΕΣ ΓΟΥΔΗ

Η περιοχή του Γουδή στα βορειοδυτικά της Αθήνας υπήρξε από τα τέλη του 19ου αιώνα στρατιωτική με πολλά στρατόπεδα του ελληνικού στρατού. Το στρατόπεδο ήταν από τα σημαντικότερα και κατά τη διάρκεια του Ελληνοϊταλικού Πολέμου ως κέντρο εκπαίδευσης.

Το φθινόπωρο του 1943 μεταφέρθηκε στο Γουδή το Τμήμα Ι του Διαμετακομιστικού Στρατοπέδου 135 της Βέρμαχτ (Durchgangslager / Dulag 135) που μέχρι τότε βρισκόταν στη Νέα Κοκκινιά ως στρατόπεδο αιχμαλώτων και προηγούμενα στο Ζάγκρεμπ και στο ανατολικό μέτωπο. Υπαγόταν στην Ομάδα Στρατιών Ε στο Βελιγράδι και είχε αριθμό στρατιωτικού ταχυδρομείου 34670.[1] Αν και αποτελούσε «κλασικό» στρατόπεδο αιχμαλώτων, πέρασαν από εκεί εκατοντάδες Έλληνες πολίτες που είχαν συλληφθεί ως ενεχόμενοι στην Αντίσταση, οι περισσότεροι εκτοπίστηκαν στη Γερμανία. Την ίδια περίοδο στους στρατώνες στο Γουδή εγκαταστάθηκε το 1ο Σύνταγμα Ευζώνων Αθηνών. «Περιτριγυρισμένο από ψηλές μάντρες, υπερυψωμένες σκοπιές, με οπλοπολυβόλα και διπλοσκοπούς στην πύλη, ήταν το κάστρο των ταγματασφαλιτών στην πρωτεύουσα».[2] Στα γερμανικά αρχεία, ως έδρα του 1ου Συντάγματος Ευζώνων τον Απρίλιο του 1944, δύναμης 130 αξιωματικών, 327 υπαξιωματικών και 1.447 οπλιτών, αναφέρεται «Barbara Kaserne», πρόκειται για το στρατόπεδο της Αγίας Βαρβάρας στο ΝΑ άκρο του συγκροτήματος.[3] Από το φθινόπωρο του 1943, παράλληλα σχεδόν με την συγκρότηση των Ταγμάτων Ευζώνων, το στρατόπεδο λειτούργησε και ως χώρος κράτησης αντιστασιακών, μελών των οργανώσεων του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ που συλλαμβάνονταν κυρίως ομαδικά. Σύμφωνα με τις ελάχιστες μαρτυρίες, οι κρατούμενοι τοποθετούνταν σε έναν μεγάλο ομαδικό θάλαμο στο κτίριο που λειτουργούσε ως διοικητήριο. Ο Μιχάλης Βασιλείου που συνελήφθη στις 14 Ιουλίου 1944 στο Μπλόκο στο Γουδή περιγράφει την υποδοχή των συλληφθέντων: «Αφού πέρασαν την πύλη, συνέχισαν μέχρι που τους έφεραν στο κέντρο, περίπου, του στρατοπέδου, σ’ ένα διώροφο πέτρινο κτίριο που ήταν το διοικητήριο. Εκεί τους διέταξαν να κάτσουν κάτω. Λίγο μετά, από το διοικητήριο βγήκε μια ομάδα τσολιάδες με ζωστήρες και αφού ξέκοψαν καμιά τριανταριά, τους ανέβασαν πάνω, με χτυπήματα στο σώμα και στο κεφάλι. Με την ίδια διαδικασία τους ανέβασαν όλους. Στον πάνω όροφο, εκεί που τελείωνε η σκάλα, δεξιά, ήταν μια ξύλινη, δίφυλλη πόρτα. Ο θάλαμος ήταν τεράστιος και ήταν γεμάτος».[4]

Το Γουδή εξελίχθηκε το 1943-1944 σε έναν βασικό κόμβο του συστήματος κράτησης, μεταγωγών, εκτελέσεων αλλά και εκτοπισμών στα γερμανικά στρατόπεδα. Τον Δεκέμβριο του 1943 βρέθηκαν εκεί 188 κάτοικοι της Καλαμάτας οι οποίοι εκτοπίστηκαν στη συνέχεια στο Νταχάου, στις 14 Αυγούστου 1944, όλοι οι κρατούμενοι στο Γουδή μεταφέρθηκαν στο Χαϊδάρι κι από εκεί εκτοπίστηκαν στη ναζιστική Γερμανία.

Το στρατόπεδο του Γουδή φιλοξενούσε το ιππικό του Στρατού. To 1945 συγκροτήθηκε η Σχολή Τεθωρακισμένων για την εκπαίδευση αξιωματικών και οπλιτών, η οποία λειτούργησε μόνο για λίγους μήνες. Το Σεπτέμβριο του 1954 η σχολή επέστρεψε και πάλι στου Γουδή ως Κέντρο Εκπαίδευσης Τεθωρακισμένων (Κ.Ε.ΤΘ.) και λειτούργησε μέχρι τον Ιούλιο του 1975, τη χρονιά που μεταφέρθηκε στον Αυλώνα Αττικής. Το 1977 ψηφίστηκε ο νόμος 732/77 της ελληνικής βουλής, που προέβλεπε την παραχώρηση των 965 στρεμμάτων στους Δήμους Αθηναίων και Ζωγράφου, με σκοπό τη δημιουργία χώρου πρασίνου (άλσους) που σήμερα αποτελεί τον πυρήνα του Μητροπολιτικού Πάρκου στο Γουδή. Το 2001 αποφασίστηκε επίσης η δημιουργία αθλητικών εγκαταστάσεων εν όψει των Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας το 2004 (γήπεδο Badminton). Από το 2004, στα κτίρια των πρώην βασιλικών στάβλων λειτουργεί η Εθνική Γλυπτοθήκη. Στο Γουδή υπάρχουν μέχρι σήμερα εγκαταστάσεις του ελληνικού στρατού, όπως η  Ανώτατη Στρατιωτική Διοίκηση Υποστήριξης Στρατού (στρατόπεδο Ζορμπά)τ, Φρουραρχείο Αθηνών (στρατόπεδο Βαρύτη) και η Υπηρεσία Στρατιωτικών Αρχείων, επίσης εδρεύει η Υποδιεύθυνση Αποκατάστασης Τάξης της Ελληνικής Αστυνομίας. To Μητροπολιτικό Πάρκο στο Γουδή αποτελεί σήμερα τον μοναδικό, μεγάλο, ελεύθερο, δημόσιο χώρο στην Αθήνα, ένα ενιαίο αστικό τοπίο στο οποίο κύριο ρόλο παίζουν τα φυσικά χαρακτηριστικά, η ιστορικότητα του χώρου κι η αρχιτεκτονική αξία των κτισμάτων του.


[1] Alexander Kruglov, Durchgangslager 135, in: Encyclopedia of Camps and Ghettos, Vol. IV: Camps and Other Detention Facilities under the German Armed Forces, edited by Geoffrey P. Megargee, Rüdiger Overmans, Wolfgang Vogt, United States Holocaust Memorial Museum, Indiana University Press, Bloomington 2022, p. 86.

[2] Μιχαήλ Α. Βασιλείου, «Αποστολή» στο Μπίμπλις, εκδόσεις Το Ποντίκι, Αθήνα 1988, σ. 53.

[3] BArch, RH 34/263 Anlage zu Stadtkommandantur Athen Tgb. Nr. 730/44 geh., Truppenliste der in Athen anwesenden Einheiten, 10.4.1944. Για την ταυτοποίηση βλέπε: Αναστάσιος Παππάς, Ζωγράφου-Ιλίσια-Γουδί. Ένας ιστορικός περίπατος, έκδοση Δήμου Ζωγράφου, 2002, σ. 164, όπου και κάτοψη του στρατοπέδου το 1941.

[4] Βασιλείου, «Αποστολή» στο Μπίμπλις, σ. 53.

ΚΛΙΝΙΚΗ ΒΑΓΙΑΝΟΥ, ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Η Κλινική Βαγιανού ήταν μια ιδιωτική νευρολογική κλινική στο τετράγωνο των οδών Χαλκιδικής-Αναλήψεως και Θερμοπυλών στην Θεσσαλονίκη. Χτίστηκε στις αρχές της δεκαετίας του ’30 από τον αρχιτέκτονα και νευρολόγο Ανδρέα Βαγιανό ο οποίος εγκατέστησε εκεί και την ιδιωτική του κατοικία. Την περίοδο της Κατοχής επιτάχθηκε από τις γερμανικές δυνάμεις και έγινε έδρα της Sicherheitsdienst (SD) Θεσσαλονίκης. Εκεί οδηγούνταν πολίτες, άνδρες και γυναίκες, που είχαν συλληφθεί έπειτα από πληροφορίες ή κατά τη διάρκεια μπλόκων σε όλη την πόλη και τα περίχωρα,. Στο συγκρότημα υπήρχαν ανακριτικά γραφεία και απομονωτήρια στο ειδικά διαμορφωμένο υπόγειο. Οι κρατούμενοι παραπέμπονταν συχνά σε άλλα σημεία για ανάκριση ή κράτηση, όπως τα κεντρικά της SD στην Οδό Βασιλίσσης Όλγας 117 ή τα γραφεία της Μυστικής Στρατιωτικής Αστυνομίας (οδός Ιταλίας 1, οδός Τσιμισκή 72) και στη συνέχεια στο στρατόπεδο Παύλος Μελάς ή απευθείας σε σημεία ομαδικών εκτελέσεων.[1]

Η Κλινική Βαγιανού έγινε ένα από τα κυριότερα σημεία κράτησης στην Θεσσαλονίκη και απέκτησε άσχημη φήμη ως άντρο της «Γκεστάπο». Σύμφωνα με αφιέρωμα της εφημερίδας Δημοκρατία (Μάρτιος 1946), «όταν κανείς έμπαινε στο απομονωτήριο, έμενε όρθιος επί δύο ή τρεις μέρες συνεχώς, γιατί οι Γερμανοί το γέμιζαν μέχρι του αδιαχώρητου, ώστε να μην μπορούν οι απομονωμένοι ούτε καν να μετακινηθούν, ραντιζόμενοι με βρωμόνερα που στάλαζαν από τον υπόνομο, που επίτηδες περνούσε από την τσιμεντένια οροφή. Στο διάστημα της απομόνωσης δεν έδιναν ούτε ψωμί, ούτε νερό και οι απομονωμένοι υποχρεώνονταν να εκτελούν επάνω τους τις σωματικές τους ανάγκες, ασφυκτιώντας μέσα σε μία ατμόσφαιρα απερίγραπτης δυσωδίας».[2] Ο Γεώργιος Μ. Βέλλος, κάτοικος Θεσσαλονίκης κατέθεσε τον Οκτώβριο του 1961 αίτηση αποζημίωσης για τον εγκλεισμό του την περίοδο της Κατοχής, στην οποία ανέφερε τα εξής: «Συνελήφθην την 4ην Ιουνίου 1944 και οδηγήθην εις τα εν Θες/κη κρατητήρια των βασανιστηρίων της κλινικής ‘Βαγιανού’, ένθα επί συνεχείς τριάκοντα ημέρας νυχθημερόν βασανιζόμενος διά παντοειδών μέσω απότοκος τούτων και απέληξεν η σωματική μου βλάβη (αναπηρία) συνεπαγόμενη μείωσιν της προς εργασίαν ικανότητός μου πλέον του ποσοστού του 60%».[3]

Μετά τον Πόλεμο συνέχισε να λειτουργεί ως νευρολογική κλινική και αργότερα ως Ωδείο. Σήμερα από το συγκρότημα σώζεται μόνο η διώροφη οικία του Ανδρέα Βαγιανού (Χαλκιδικής 50) η οποία έχει μετατραπεί σε πολυτελές κατάλυμα φιλοξενίας. 


[1] Ραφαήλ Γκαϊδατζής, «Οι κραυγές από τα υπόγεια – Όταν μια κλινική της Θεσσαλονίκης μετατράπηκε σε άντρο φρικτών βασανιστηρίων», parallaxi, 29 Σεπτεμβρίου 2025, https://parallaximag.gr/thessaloniki-news/oi-krayges-apo-ta-ypogeia-otan-mia-kliniki-tis-thessalonikis-metatrapike-se-antro-frikton-vasanistirion (τελευταία είσοδος: 4/3/2026).

[2] εφημ. Δημοκρατία, 22.3.1945.

[3] Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, Αίτησις Γεωργίου Μιλτ. Βέλλου, 25.10.1961, GRGSA-IAM_JUS001.S02.SS01.15_001587_IT000208_00007

ΣΤΡΑΤΟΠΕΔΟ ΔΟΜΟΚΟΥ

Το στρατόπεδο Δομοκού βρισκόταν στην θέση «Πετρομαγούλα», έναν ασβεστολιθικό λόφο ανατολικά του σιδηροδρομικού σταθμού Δομοκού, όπου από την προπολεμική περίοδο λειτουργούσε λατομείο-σκυρωρυχείο των ΣΕΚ από το οποίο εξορύσσονταν πέτρες, χαλίκια και κυρίως σκύρα για το στρώσιμο των σιδηροδρομικών γραμμών.

Tην περίοδο της Κατοχής, η εκμετάλλευση του λατομείου από τις γερμανικές δυνάμεις που είχε ξεκινήσει από το 1941 έγινε ιδιαίτερα εντατική στις αρχές του 1943. Παράλληλα, γύρω από το λατομείο οργανώθηκε στρατόπεδο καταναγκαστικής εργασίας, αρχικά για αιχμαλώτους  πολέμου (Γιουγκοσλάβους, Πολωνούς) και στη συνέχεια για Έλληνες πολιτικούς κρατούμενους και ομήρους. Κατά περιόδους δούλεψαν εκεί επιστρατευμένοι άνδρες ή ελεύθεροι εργάτες από τον Βόλο και την γύρω περιοχή. Η δυναμικότητα του στρατοπέδου έφτανε τα 400-500 άτομα. Συλληφθέντες των ιταλικών και γερμανικών στρατευμάτων από τα γειτονικά χωριά στέλνονταν τακτικά στο λατομείο για καταναγκαστική εργασία, όπως οι οκτώ άνδρες από το γειτονικό Βαρδαλή που είχαν καταδικαστεί από το ιταλικό στρατοδικείο Λάρισας για κατοχή όπλων αλλά η θανατική καταδίκη τους είχε τελικά ακυρωθεί.[1] Στις αρχές Σεπτεμβρίου του 1943 μεταφέρθηκαν εκεί περίπου 400 Γιουγκοσλάβοι αιχμάλωτοι πολέμου από το στρατόπεδο Λιανοκλαδίου.[2] Από τα τέλη του 1943, το στρατόπεδο-εργοτάξιο της Πετρομαγούλας απέκτησε ακόμα μεγαλύτερη σημασία και συνδέθηκε απευθείας με το κεντρικό στρατοπεδικό σύστημα. Ο Δομοκός υπήρξε ένας από τους κυριότερους χώρους μεταγωγής κρατουμένων του Παύλου Μελά, για καταναγκαστική εργασία.[3] Μαρτυρίες και αρχεία αποζημιώσεων προκύπτει πως στον Δομοκό βρέθηκαν αρκετοί κρατούμενοι των Φυλακών Χατζηκώστα.[4] Οι εργασίες περιελάμβαναν εξόρυξη και μεταφορά λίθων από το λατομείο και επισκευή των σιδηροδρομικών γραμμών από καταστροφές λόγω βομβαρδισμών ή δολιοφθορών.[5]

Οι εργάτες στεγάζονταν σε ξύλινα παραπήγματα, ενώ ως κοιτώνες χρησιμοποιήθηκαν ακόμα και παλιά σιδηροδρομικά βαγόνια.[6] Σε φωτογραφία του χώρου διακρίνεται  ένα ξύλινο οίκημα –τυπικής κατασκευής του Τοντ-  όπου διανυκτέρευαν οι εργάτες χωρίς στρώματα και με τσουβάλια αντί για κουβέρτες. Ο χώρος ήταν περίκλειστος με ηλεκτροφόρα συρματοπλέγματα και φρουρούνταν από 40 περίπου Γερμανούς, πιθανότατα μέλη της Todt. Η εργασία ήταν 12ωρη, από τα χαράματα μέχρι τη δύση του ηλίου, με μισή ώρα διακοπή για το μεσημεριανό φαγητό. Οι συνθήκες διαβίωσης ήταν άσχημες και η τροφοδοσία υποτυπώδης, κυρίως όσπρια σούπα. Ένας Βολιώτης καταναγκαστικός εργάτης αφηγείται: «Από τα Τρίκαλα μας μεταφέρανε με καμιόνια στη Λάρισα και από εκεί με το τραίνο στο Δομοκό. Πίσω από το σταθμό υπήρχαν παράγκες ξύλινες και μας βάλανε εκεί μαζί με Γιουγκοσλάβους παρτιζάνους, αιχμαλώτους των Γερμανών. Από την επόμενη κιόλας μας αναθέσανε δουλειά εφοδιάζοντας μας με βαριοπούλες, κασμάδες και λοστούς. Πηγαίναμε στο λατομείο εκεί κοντά, σπάζαμε πέτρα και την κουβαλάγαμε πίσω στο σταθμό όπου οι Γιουγκοσλάβοι έφτιαχναν γραμμές. Το έργο αυτό εμφανιζότανε να το κάνει η γερμανική εταιρεία Τοντ. Μετά από 10 ημέρες στο νταμάρι με βάλανε και εμένα να δουλεύω στις γραμμές, πολλές ώρες κάθε ημέρα χωρίς τροφή, αφού ένα μαυροζούμι που μας δίνανε δεν τρωγότανε και το ελάχιστο ψωμί ήταν μουχλιασμένο. Εκεί συνάντησα και έναν άλλο Βολιώτη το Νίκο που πηγαινοερχότανε στο Βόλο ελεύθερα γιατί δούλευε στις γραμμές εθελοντικά. Εκεί δούλεψα για 3,5 μήνες».[7]

Το εργοτάξιο είχε τραβήξει την προσοχή των δυνάμεων της Αντίστασης και οι αντιστασιακοί χρονικογράφοι της Θεσσαλίας το θεωρούσαν ένα από τα εμβληματικά σημεία ναζιστικής τρομοκρατίας όλης της περιοχής: «[Οι Γερμανοί] είχαν περικυκλώσει τον λόφο με σειρές- σειρές συρματόπλεγμα και είχανε εγκαταστήσει φρουρές και ψηλές σκοπιές. Εδώ δουλεύανε στα νταμάρια μέχρι και 500 αιχμάλωτοι. Πέτρα, πείνα, τρόμος…».[8]

Στις 20 Αυγούστου 1944 ο Σταθμάρχης Δομοκού των ΣΕΚ, Σάββας Μπεκατώρος (που ανέλαβε εκπρόσωπος του Ερυθρού Σταυρού) χαρακτήρισε την κατάσταση των 420 κρατουμένων «απελπιστική»: «Εκ του άνω αριθμού, οι ημίσεις είναι σοβαρώς ασθενείς εξ ελονοσίας και στομαχικών ασθενειών λόγω του κλίματος και του ύδατος αφ’ ενός, και της βαρειάς εργασίας και της κακής επισιτιστικής κατάστασης αφ’ ετέρου. Εκ των άνω αιτιών έχομεν και θανατηφόρα κρούσματα. Οι ασθενείς παραμένουν κατάκοιτοι, φοβερά πυρέσσοντες, μη παρεχομένης αυτοίς ουδεμίας περιθάλψεως εκτός της καθ’ εκάστην παρεχομένης αντεμπρίνης και των τυχόν προχείρων επιδέσεων τραυμάτων».[9] Αν και λείπουν πληροφορίες, οι συνθήκες εργασίας έγιναν αιτία πολλών ατυχημάτων που σε συνδυασμό με τις κακουχίες και τον υποσιτισμό προκάλεσαν οπωσδήποτε αρκετά θύματα. Σημαντικό γεγονός στην ιστορία του στρατοπέδου ήταν η αποτυχημένη επιχείρηση του Ι/54 Τάγματος του ΕΛΑΣ στα μέσα Αυγούστου 1944, με σκοπό την απελευθέρωση των 150 περίπου κρατουμένων που βρίσκονταν στο στρατόπεδο και θα μετάγονταν σύντομα. Η επιχείρηση απέτυχε και σε αντίποινα εκτελέστηκαν συνολικά 15 Πολωνοί και 10 έως 15 Έλληνες κρατούμενοι, εκ των οποίων μόνο τρεις είναι γνωστοί με τα ονόματά τους.[10] Κατά την αποχώρηση τους από την Ελλάδα οι Γερμανοί μετέφεραν με τραίνο στη Θεσσαλονίκη όλους τους κρατούμενους που είχαν απομείνει στο λατομείο Δομοκού.


[1] Λάμπρος Μπουρογιάννης, Η Επαρχία Δομοκού στην Αντίσταση, β’ έκδοση, Αθήνα 1986, σ. 49.

[2] Βικτωρία Μπίχτα, «Σέρβοι κρατούμενοι στη γερμανοκρατούμενη Θεσσαλονίκη, 1941-1944», αδημοσίευτη διπλωματική εργασία, Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, Σχολή Οικονομικών και Περιφερειακών Σπουδών / Τμήμα Βαλκανικών, Σλαβικών και Ανατολικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη, 2001, σ. 116.

[3] Ενδεικτικά, Γιώργος Καφταντζής, Το ναζιστικό στρατόπεδο Παύλου Μελά Θεσσαλονίκης 1941-1944, Παρατηρητής, Θεσσαλονίκη 1999, σ.

[4] Λάμπρος Μπουρογιάννης, Η Επαρχία Δομοκού στην Αντίσταση, β’ έκδοση, Αθήνα 1986, σ. 244.

[5] GRGSA-IAM_JUS001.S02.SS01.15.F001570.IT000399

[6] Αλέξης Σεβαστάκης,  Καπετάν Μπουκουβάλας. Το αντάρτικο ιππικό της Θεσσαλίας. Διογένης, Αθήνα 1978, σ. 165.

[7] Μαρτυρία Χρήστου Καραγιαννόπουλου, στο: Νίτσα Κολιού, Άγνωστες πτυχές Κατοχής και Αντίστασης 1941-1944, Βόλος 1985, τόμος Β, σ. 1229.

[8] Σεβαστάκης, Καπετάν Μπουκουβάλας, σ. 165.

[9] Α/ΔΑΕΣΣ, ΤΒ Ν. 16, Σάββας Μπεκατώρος προς Ερυθρόν Σταυρόν, Δομοκός, 20.8.1944.

[10] Έπεσαν για τη ζωή, Έκδοση της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ, Αθήνα 2001, τόμος 4β, σ. 130-131 · Λάζαρος Αρσ. Αρσενίου, Η Θεσσαλία στην Αντίσταση, γ’ έκδοση, Λάρισα 1999, τ. Β’, σ. 189.

ΣΤΡΑΤΟΠΕΔΟ ΛΑΡΙΣΑΣ

Το στρατόπεδο Λάρισας συγκροτήθηκε από τις ιταλικές δυνάμεις Κατοχής το καλοκαίρι του 1941 στον χώρο των πρώην στρατώνων του ελληνικού αντιαεροπορικού πυροβολικού, μέσα στην περιοχή του αεροδρομίου, στα αριστερά του δρόμου Λάρισας-Αγιάς, σε απόσταση περίπου πέντε χιλιομέτρων ανατολικά της Λάρισας. Το στρατόπεδο είχε έκταση περίπου 15 στρεμμάτων. Η αρχική του μορφή ήταν αρκετά πρωτόγονη. Υπήρχαν εννέα κτίρια των παλιών στρατώνων, τα οποία είχαν υποστεί ζημιές από τον σεισμό της Λάρισας (Μάρτιος 1941), ενώ πολλά υλικά είχαν λεηλατηθεί από τους κατοίκους. Στην τελική του μορφή το στρατόπεδο αποτελούνταν από χτιστά και ξύλινα κτίρια και περιβαλλόταν από πέντε σειρές στρογγυλό συρματόπλεγμα, αρχικά απλό και στη συνέχεια αγκαθωτό και τάφρο. Είχε σχήμα τετραγώνου και 12 σκοπιές ύψους περίπου πέντε μέτρων, μια στην κάθε γωνία και δύο στα ενδιάμεσα κάθε πλευράς. Σε ένα στενόμακρο χώρο εκατέρωθεν της εισόδου από την πλευρά του δημόσιου δρόμου εκτείνονταν τέσσερα ισόγεια κτίρια της ιταλικής φρουράς: διοικητήριο, σκοπιά, κοιτώνες φρουράς, αποθήκες υλικού και τροφίμων. Αυτή η ζώνη χωριζόταν από το κυρίως στρατόπεδο με συρματόπλεγμα. Στην τελική του διαμόρφωση το στρατόπεδο αποτελούνταν από τέσσερα κτιριακά συγκροτήματα με τσιμεντοστρωμένο δάπεδο. Τα Α, Β και Γ είχαν τρεις θαλάμους και το Δ τέσσερις. Συνολικά υπήρχαν 14 θάλαμοι, εκ των οποίων οι 12 ήταν θάλαμοι κρατουμένων. Το συγκρότημα Α (θάλαμοι 1 – 3) βρισκόταν αριστερά της πύλης και ήταν διώροφο. Τα συγκροτήματα Β και Γ (θάλαμοι 5 – 10) ήταν στενόμακρα κτίρια σε ευθεία γραμμή, παράλληλα και σε αρκετή απόσταση πίσω από το Α. Το συγκρότημα Δ (θάλαμοι 11 – 13) βρισκόταν στα δεξιά της εισόδου και εκτεινόταν κάθετα και ΒΑ του συγκροτήματος Γ. Τον Απρίλιο του 1943 είχαν κατασκευαστεί επίσης αναρρωτήριο, μαγειρείο, φούρνος, αποθήκες τροφίμων, λουτρά, υπαίθρια και κτιστά αποχωρητήρια, ανοιχτός χώρος για πλύση ρούχων. πολλά από τα οποία χτίστηκαν από τους ίδιους τους κρατούμενους.[1]       

Οι Ιταλοί ονόμασαν το στρατόπεδο «Στρατόπεδο Συγκέντρωσης Αιχμαλώτων Λάρισας». Οι πρώτοι που έφτασαν εκεί ήταν περίπου 1100 έως 1300 Κρήτες στρατιώτες του ελληνικού στρατού που είχαν συλληφθεί ομαδικά τον Ιούλιο του 1941 από τις ιταλικές δυνάμεις στην Αθήνα. Δεύτερη κατηγορία εγκλείστων ήταν στρατιώτες του βρετανικού εκστρατευτικού σώματος που είχαν συλληφθεί αποκομμένοι και κρυπτόμενοι σε διάφορα μέρη της ηπειρωτικής Ελλάδας. Από τον Απρίλιο του 1942 άρχισαν να έρχονται στο στρατόπεδο άνδρες και γυναίκες που είχαν καταδικαστεί από ιταλικά στρατοδικεία, είτε απευθείας, είτε με μεταγωγή από άλλες φυλακές. Από τον Μάιο έως τον Αύγουστο του 1942 μετήχθησαν στη Λάρισα 800 κατάδικοι από τις φυλακές Αβέρωφ. Ξεχωριστή κατηγορία εγκλείστων αποτελούσαν οι συνολικά 300 κρατούμενοι κομμουνιστές από το στρατόπεδο της Ακροναυπλίας που μεταφέρθηκαν σε τρεις αποστολές από τον Σεπτέμβριο του 1942  έως τον Μάιο του 1943, ανάμεσά τους σημαντικά στελέχη του ΚΚΕ, και οι οποίοι κρατούνταν χωριστά στους θαλάμους 11 και 12 (συγκρότημα Γ). Οι συνεχείς συλλήψεις αντιστασιακών ή υπόπτων για αντικατοχική δράση έφερε τεράστια αύξηση στον αριθμό των εγκλείστων, με αποτέλεσμα το στρατόπεδο να γεμίζει με κατοίκους από όλα σχεδόν τα μέρη της κεντρικής Ελλάδας, κυρίως αγρότες της υπαίθρου.[2] Εφαρμοζόταν συστηματική καταναγκαστική εργασία στις περιοχές γύρω από το στρατόπεδο (σκάψιμο χαρακωμάτων, χτίσιμο πολυβολείων, τοποθέτηση συρματοπλεγμάτων κ.ά) το οποίο επίσης λειτουργούσε και ως διαμετακομιστικό για ομήρους που θα εκτοπίζονταν στην Ιταλία. Με βάση ιταλικά στρατιωτικά αρχεία, το στρατόπεδο έφτασε το μέγιστο της δυναμικότητάς του τον Ιούνιο του 1942, όταν εκεί βρίσκονταν 2.000 έγκλειστοι.[3] Από άποψη κίνησης κρατουμένων, πρόκειται για το μεγαλύτερο στρατόπεδο συγκέντρωσης στην ιταλική ζώνη Κατοχής και ένα από τα μεγαλύτερα στην κατεχόμενη Ελλάδα, καθώς στελέχη του ΕΕΣ εκτιμούσαν ότι περισσότεροι από 30.000 βρέθηκαν στο στρατόπεδο για μικρότερο ή μεγαλύτερο χρονικό διάστημα.[4]

Για το μεγαλύτερο διάστημα της ιταλικής περιόδου του στρατοπέδου, οι συνθήκες διαβίωσης, σίτισης και ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης ήταν τραγικές. Τον πρώτο χειμώνα του 1941-42 δεν υπήρχε ξυλεία για θέρμανση ούτε αρκετά υλικά για την ενίσχυση των κτιρίων. Η έλλειψη τροφίμων, η γενική απουσία οργάνωσης και οι αυθαιρεσίες των Ιταλών που είχαν αναλάβει μόνοι τους την διανομή των τροφίμων είχαν σαν αποτέλεσμα η πείνα να μαστίζει το στρατόπεδο. Στα πλαίσια διερεύνησης ιταλικών εγκλημάτων πολέμου το 1946, συμμαχικές πηγές υπολογίζουν πως τουλάχιστον 250 κρατούμενοι στη Λάρισα έχασαν τη ζωή τους «από την κακομεταχείριση και τις απάνθρωπες συνθήκες κράτησης».[5] Ο αριθμός των θυμάτων πιθανόν να είναι μεγαλύτερος. Οι περισσότερες απώλειες σημειώθηκαν ανάμεσα στους Κρήτες η μεταχείριση των οποίων από τους Ιταλούς ήταν σκόπιμα άθλια. Τον Μάιο του 1942 βρίσκονταν στο στρατόπεδο Λάρισα μόλις 205 από όσους είχαν μεταφερθεί εκεί εννέα μήνες νωρίτερα.[6] Οι κρατούμενοι που μετήχθησαν λίγους μήνες αργότερα τους περιγράφουν ως «ανθρώπινα σκουπίδια…Αξούριστοι, αχτένιστοι, με μεγάλα μπερδεμένα μαλλιά που σκεπάζουν τα αυτιά τους, με στεγνωμένες όψεις, πρόσωπα που δείχνουν τα κόκκαλά τους ολοκάθαρα κάτου απ’ το στεγνωμένο πετσί τους, με μάτια σβηστά, με κουρέλια αντίς για ρούχα στο σώμα τους, ξυπόλητοι, οι πιο πολλοί μέσα στη λάσπη του γηπέδου».[7]  

Ο Νίκος Ραμαντάνης που μετήχθη από τις Φυλακές Αβέρωφ τον Μάιο του 1942 θυμόταν το 1945: «Το καθημερινό μενού μας ήταν πάντα το ίδιο. Σκέτο νερό με ελάχιστα μακαρόνια το μεσημέρι και το βράδυ. Αυτό ήταν το φαγητό μας μαζί με ένα τρίγωνο κομματάκι ψωμί κάθε εικοσιτετράωρο, μικρότερο κι από του παπά το αντίδωρο […] Όσο περνούσε ο καιρός τα αποθέματα του οργανισμού μας λιγόστευαν και δοκιμάζαμε το πρώτο συναίσθημα του τρομερού υποσιτισμού. Νοιώθαμε ζαλάδες και προτιμούσαμε τον ύπνο σαν τα σκουλήκια […] Παρουσιάστηκαν τα πρώτα συμπτώματα εξαντλητικής διάρροιας και ψώρας, «σκάμπιας», όπως τη λέγανε οι Ιταλοί, που απειλούσε όλους τους κρατουμένους. Ήμασταν κάπου οκτακόσιοι στο στρατόπεδο και είναι ζήτημα αν οι μισοί στεκόμαστε στα πόδια μας. Οι άλλοι χαροπάλευαν από εντερικά, ψώρα και ελονοσία, με συνεχή πυρετό 40 και 41 βαθμούς».[8]  Την άνοιξη του 1943 η ζωή στο στρατόπεδο βελτιώθηκε αισθητά. Οι κομμουνιστές από την Ακροναυπλία έχτισαν κτίρια και αποθήκες, οργάνωσαν επιτροπές συσσιτίου, επάνδρωσαν συνεργεία και εν γένει συνέβαλαν σημαντικά στην αναβάθμιση της ζωής των εγκλείστων, ενώ επιτράπηκαν επισκέψεις απεσταλμένων του ΕΕΣ και του ΔΕΣ και συγκροτήθηκαν στη Λάρισα πρωτοβουλίες ενίσχυσης των κρατουμένων με εράνους και δωρεές.

Κάτι που επίσης διέκρινε το στρατόπεδο ήταν η βαναυσότητα των Ιταλών φρουρών του. Βιαιοπραγίες, ξυλοδαρμοί, βασανιστήρια και τιμωρητικά προσκλητήρια που διαρκούσαν ώρες ήταν σχεδόν καθημερινά φαινόμενα. Σκληρή μεταχείριση είχαν οι Κρήτες στρατιώτες των οποίων ο εγκλεισμός ήταν καθαρά εκδικητικός, καθώς και οι κομμουνιστές για την πρώτη αποστολή των οποίων (Σεπτέμβριος 1942) μαρτυρείται ότι δέχτηκαν τριάντα βουρδουλιές ο καθένας αμέσως μετά την άφιξή τους. Το μαστίγωμα ήταν τυπική ποινή συλλογικής τιμωρίας. Ενδεικτικά, έπειτα από μια πετυχημένη απόδραση στις 28 Οκτωβρίου 1941, μαστιγώθηκαν σε αντίποινα 20 άτομα από κάθε θάλαμο.[9]

Μοιραία, η καλύτερη οργάνωση του στρατοπέδου από τις αρχές του 1943, σε συνδυασμό με την άνοδο της αντιστασιακής δραστηριότητας σε όλη την ιταλική ζώνη, το κατέστησε κεντρικό σημείο στο σύστημα της κατοχικής τρομοκρατίας. Οι Ιταλοί μεταχειρίζονταν τους εγκλείστους ως ομήρους αντιποίνων, οι οποίοι θα εκτελούνταν σε περιπτώσεις επιθέσεων ανταρτών και σαμποτάζ. Από τον Φεβρουάριο έως τον Ιούνιο του 1943 πραγματοποιήθηκαν έξι ομαδικές εκτελέσεις κρατουμένων ως αντίποινα αντιστασιακών ενεργειών εναντίον των ιταλικών δυνάμεων, με συνολικά 371 θύματα. Η μεγαλύτερη ήταν της 6ης Ιουνίου 1943, όταν 106 κρατούμενοι του στρατοπέδου εκτελέστηκαν στο Νεζερό σε αντίποινα για την ανατίναξη ιταλικής αμαξοστοιχίας από τον ΕΛΑΣ στο Κούρνοβο Φθιώτιδας.[10]

Το στρατόπεδο συνέχισε να λειτουργεί και μετά την ιταλική συνθηκολόγηση. Στα τέλη Αυγούστου οι 350 πολιτικοί κρατούμενοι -οι περισσότεροι Ακροναυπλιώτες- παραδόθηκαν στους Γερμανούς και οδηγήθηκαν στο στρατόπεδο Χαϊδαρίου που τότε ξεκινούσε την λειτουργία του. Τον Σεπτέμβριο, οι γερμανικές δυνάμεις Κατοχής απέλυσαν όλους τους 500 περίπου εναπομείναντες εγκλείστους, σύντομα όμως αποφάσισαν να ξαναλειτουργήσουν το στρατόπεδο. Στις 15 Οκτωβρίου 1943 μεταφέρθηκαν εκεί 850 συλληφθέντες από διάφορα μέρη της Θεσσαλίας και μια εβδομάδα αργότερα 2000 αιχμάλωτοι Ιταλοί στρατιώτες. Έτσι, το στρατόπεδο για όλο το διάστημα μέχρι το τέλος της Κατοχής συνέχιζε να εξυπηρετεί την πολιτική των αντιποίνων που στην περιοχή υπήρξε εξαιρετικά βίαιη, εκτός των άλλων επειδή την ευθύνη της Θεσσαλίας είχε η 4η Αστυνομική Μεραρχία των Ες-Ες. Τον Απρίλιο αναφέρεται ότι κρατούνταν στο στρατόπεδο 1350 άτομα, οι 350 από αυτούς ως «κομμουνιστές», ενώ υπήρχαν εκατοντάδες γυναίκες κρατούμενες -ο συνολικός τους αριθμός έφτασε ή και ξεπέρασε τις 300-, αλλά και παιδιά κάτω των 12 ετών.[11]  Η πολιτική της καταναγκαστικής εργασίας εφαρμοζόταν συστηματικότερα. Ομάδες κρατουμένων στέλνονταν για φόρτωση και εκφόρτωση αμαξοστοιχιών στον σιδηροδρομικό σταθμό Λάρισας, χτίσιμο οχυρωματικών έργων γύρω από το στρατόπεδο, αγροτικές εργασίες και διάφορες αγγαρείες κάθε είδους. Η κτηνώδης βία των Γερμανών έμεινε στη μνήμη του Θανάση Κατσαβού, μέλους της ΕΠΟΝ από τη Λάρισα: «Η συμπεριφορά των επικεφαλής ήταν απάνθρωπη. Χτυπούσαν αλύπητα, χωρίς να υπολογίζουν την ανθρώπινη ζωή. Ένας κρατούμενος στο κυνήγημα που του έκανε με το ξύλο ο Γερμανός μπλέχτηκε στο συρματόπλεγμα της μπετονιέρας και τα γρανάζια τον πήραν μέσα τον μισό. Το θέαμα ήταν τραγικό. Ο άνθρωπος καλούσε βοήθεια και αυτοί γελούσαν. Τελικά τον έβγαλαν μισοπεθαμένο. Πιο απάνθρωπα συμπεριφέρονταν οι κτηνάνθρωποι των SD. Θυμάμαι μια μέρα μας πήγαν στο σταθμό Λαρίσης να ξεφορτώσουμε βαγόνια με κάρβουνο. Δουλεύαμε χωρίς διακοπή και μας χτυπούσαν αδιάκοπα. Δεν μας αφήνανε ούτε ανάσα να πάρουμε. Μας χτυπούσαν και μας έβριζαν ράους, φαφλούνα μαν [verfluchter Man]. Όταν γυρίσαμε το βράδυ στο στρατόπεδο ήταν αδύνατο να μας γνωρίσουν οι συγκρατούμενοι. Αίμα και κάρβουνο είχαν γίνει ένα μίγμα».[12]

Οι εκτελέσεις έγιναν πιο συχνές. Ξεχωρίζει εκείνη της 8ης Μαρτίου 1944, όταν 100 όμηροι, ανάμεσά τους και 40 κρατούμενοι από τη Λάρισα (35 άνδρες και πέντε γυναίκες) τουφεκίστηκαν στην παρακείμενη τοποθεσία «Ασμάκι».[13] Ο τελικός αριθμός των θυμάτων των ομαδικών εκτελέσεων που σχετίζονται με το στρατόπεδο παραμένει άγνωστος, καθώς στις σχετικές πηγές (τοπικός Τύπος, αρχεία ΕΕΣ) δεν διευκρινίζεται ανά περίπτωση ποιοι όμηροι ήταν κρατούμενοι και ποιοι όχι. Πιθανόν ο αριθμός των θυμάτων στα τέσσερα χρόνια λειτουργίας του στρατοπέδου να πλησιάζει τους 800 με 1000.[14] Οι αριθμοί αναδεικνύουν το στρατόπεδο Λάρισας στον χώρο εγκλεισμού με την υψηλότερη θνησιμότητα, τόσο λόγω συνθηκών διαβίωσης όσο και στα πλαίσια εκτελέσεων, σε όλη την διάρκεια της Κατοχής. Το στρατόπεδο διαλύθηκε και τυπικά στις 23 Οκτωβρίου 1944, όταν οι γερμανικές δυνάμεις εκκένωσαν την περιοχή.    

[1] Αντώνης Ι. Φλούντζης, Στρατόπεδα Λάρισας-Τρικάλων 1941-1944. Η γέννηση του αντάρτικου στη Θεσσαλία, Παπαζήσης, Αθήνα 1977, σ. 45, 46. 

[2] Τζαφλέρης, https://concentrationcampsgreece.web.auth.gr/-/index.php/camps/larisa/to-stratopedo-larisas (τελευταία είσοδος: 23/8/2025).

[3] Paolo Fonzi, Fame di Guerra. L’ occupazione italiana della Grecia (1941-43), Carocci editore, Ρώμη 2019, σ. 125.

[4] Φλούντζης, Στρατόπεδα Λάρισας-Τρικάλων, σ. 34.

[5] Παρατίθεται στο: Fonzi, Fame di Guerra, σ. 126.

[6] Αρχείο Υπηρεσίας Αναζητήσεων ΕΕΣ, ΕΠ/Υπουργός παρά τω πρωθυπουργώ προς ΕΕΣ/Τμήμα Αιχμαλώτων, ΑΠ 1409, Αθήναι, 29.5.1942.

[7] Κώστας Στούρνας, Casa Preventiva. Τα πρώτα ιταλικά στρατόπεδα στην Ελλάδα, Αθήνα 1974, σ. 37.

[8] Παρατίθεται στο: Φλούντζης, Στρατόπεδα Λάρισας-Τρικάλων, σ. 95.

[9] ΑΣΚΙ, Αρχείο Αντώνη Φλούντζη, Κ8, διάφορες χειρόγραφες σημειώσεις.

[10] Φλούντζης, Τα στρατόπεδα Λάρισας-Τρικάλων, σ. 449 κ.έ.

[11] Γκότσης, Φλόγες στον Όλυμπο, σ. 10.

[12] Παρατίθεται στο: Φλούντζης, Τα στρατόπεδα Λάρισας-Τρικάλων, σ. 579, 580.

[13] Φλούντζης, Τα στρατόπεδα Λάρισας-Τρικάλων, σ. 539 κ.έ.

[14] Τζαφλέρης https://concentrationcampsgreece.web.auth.gr/-/index.php/camps/larisa/to-stratopedo-larisas (τελευταία είσοδος: 24/8/2025).

ΓΕΡΜΑΝΙΚΟ ΦΡΟΥΡΑΡΧΕΙΟ AΘΗΝΩΝ

To Γερμανικό Φρουραρχείο Αθήνας (Stadtkommandantur Athen) ήταν η έδρα της διοίκησης της πόλης, όπως όλα τα φρουραρχεία στις κατεχόμενες πόλης της Ευρώπης. Εγκαταστάθηκε τον Μάιο του 1941 στο μέγαρο της Εθνικής Ασφαλιστικής στον αριθμό 4 της οδού Κοραή. Το μέγαρο είχε ολοκληρωθεί το 1938 και ήταν ένα πολυτελές για την εποχή του οικοδόμημα. Διέθετε ανελκυστήρα, κεντρική θέρμανση και αντιαεροπορικά καταφύγια με ειδικές πόρτες που έφεραν λαστιχένια επένδυση, για την αποτροπή εισροής αερίων στο εσωτερικό των υπογείων.[1]  Οι γερμανικές δυνάμεις εκκένωσαν το κτίριο από το προσωπικό και αφαίρεσαν έπιπλα και γραφεία, ενώ διαμόρφωσαν τα αντιαεροπορικά υπόγεια του κτιρίου σε κρατητήρια, ομαδικούς θαλάμους και ατομικά κελιά.

Το Φρουραρχείο ήταν η καρδιά της στρατιωτικής διοίκησης της κατεχόμενης Αθήνας. Η μονάδα που έδρευε μόνιμα στην Κοραή 4 ήταν η 921 Μονάδα Στρατοχωροφυλακής (Feldgendarmerie), δηλαδή της γερμανικής στρατιωτικής αστυνομίας, η οποία τυπικά ήταν επιφορτισμένη με την τήρηση της τάξης στους δρόμους της πόλης, με δικαιοδοσία να πραγματοποιεί συλλήψεις πολιτών αλλά και Γερμανών στρατιωτικών για οποιοδήποτε παράπτωμα. Τον Απρίλιο του 1944 διοικητής του Φρουραρχείου ήταν κάποιος υπολοχαγός Βάις (Weiss) και της Μονάδας 921 κάποιος υπολοχαγός Βέμπερ (Weber). Την ίδια περίοδο, η 921 Μονάδα είχε παρατακτή δύναμη 32 ανδρών (1 αξιωματικός, 27 υπαξιωματικοί και 4 οπλίτες), ενώ υπήρχαν ακόμη 45 άνδρες (5 αξιωματικοί, 13 υπαξιωματικοί και 26 οπλίτες) ως μόνιμη δύναμη του Φρουραρχείου, σύνολο 82 άνδρες.[2] Με βάση φωτογραφικό υλικό που εικονίζει το κτίριο, προκύπτει πως εκεί έδρευε και το παράρτημα κάποιας  διοίκησης της Αεροπορίας (Generalluftzeugmeister – Verbindungsstelle Athen) και υπήρχε και στρατιωτικός κινηματογράφος (Soldatenkino).

Η λειτουργία του κτιρίου ήταν συνεχής καθ’ όλη τη διάρκεια της Κατοχής (Μάιος 1941-Οκτωβρίος 1944). Η «κομμαντατούρα», όπως έχει εντυπωθεί στο λεξιλόγιο των ανθρώπων και έχει επιβιώσει μέχρι και σήμερα, ήταν βασικό σημείο αναφοράς της κατοχικής αθηναϊκής τοπογραφίας, καθώς και συνώνυμο της καθημερινής καταπίεσης. Η εμφάνιση των ανδρών της Στρατοχωροφυλακής προκαλούσε τρόμο στους πολίτες που συχνά τους συνέχεε με άνδρες των Ες-Ες και της Γκεστάπο και τους αποκαλούσε «πεταλάδες της Γκεστάπο» από τα χαρακτηριστικά νεφροειδή πέταλα που φορούσαν από το λαιμό τους οι στρατοχωροφύλακες. Από τα υπόγεια του Φρουραρχείο πέρασαν χιλιάδες άτομα,  αντιστασιακοί, διαδηλωτές, αλλά και πολίτες που είχαν συλληφθεί για μικρά παραπτώματα, όπως η παραβίαση της ώρας απαγόρευσης κυκλοφορίας. Από το Φρουραρχείο πολλοί συλληφθέντες μεταφέρονταν αργότερα σε άλλους χώρους κράτησης, κυρίως τις Φυλακές Αβέρωφ. Δεν υπάρχει καμία εκτίμηση για τον συνολικό αριθμό όσων κρατήθηκαν εκεί. Τον Νοέμβριο του 1943 η Επιτροπή Διαχείρισης Βοηθημάτων του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού (ΕΔΒΕ) κάνει λόγο για 100 κρατουμένους και δίνει ενδιαφέρουσες πληροφορίες για τη διαβίωσή τους: «Οι Γερμανοί είπαν πως δεν μπορεί αυτοί να φτειάνουν φαγητό για τους κρατουμένους του Φρουραρχείου, άμα όμως τους πάη κανείς φαγητό μαγειρεμένο, δεν έχουν αντίρρηση να το μοιράζουν στους κρατουμένους. Οι ημέρες περνούν κι 100 περίπου άνθρωποι μένουν με λίγο ψωμί και νερό ως μόνη τροφή».[3] Ο φοιτητής του Πολυτεχνείου Φοίβος Τσέκερης ο οποίος συνελήφθη στις 21 Ιουλίου 1943 στο Παγκράτι και έμεινε στα κρατητήρια περίπου δυο μήνες περιγράφει έναν ασφυκτικά γεμάτο χώρο και μια ζωή γεμάτη ανακρίσεις, βασανιστήρια και συνεχή τρομοκρατία από τους Γερμανούς φρουρούς. Ενδιαφέρουσα είναι και η περιγραφή της κοινωνίας των κρατουμένων: «Κόσμος συνέχεια πηγαινοέρχεται στα κρατητήρια της Κομμαντατούρας. Άνθρωποι κάθε ηλικίας, κάθε ταξικής προέλευσης και διαφόρων επαγγελμάτων, από λούστρους μέχρι καθηγητές του Πανεπιστημίου. Κατά το πλείστον αγωνιστές της αντίστασης. Αλλά και σωματέμποροι, χασισέμποροι, κλέφτες, ομοφυλόφιλοι, όλοι μαζί ανακατεμένοι […] Όμως εκείνο που μετρούσε, ιδιαίτερα, ήταν ότι όλα αυτά τα κακοποιά στοιχεία δεν ήταν κλεισμένοι εκεί μέσα επειδή είχαν αυτές τις ιδιότητες, αλλά επειδή κάπου είχαν βλάψει τους Γερμανούς […] Μια νύχτα ξύπνησα και αντίκρισα ένα θέαμα που με άφησε άναυδο. Όλος ο διάδρομος, ανάμεσα στις δυο σειρές κρεβατιών, είχε γεμίσει από νεοφερμένους, που τους κουβαλούσανε συνέχεια. Στέκονταν όλοι όρθιοι και αμίλητοι γιατί δεν υπήρχε χώρος για να καθίσουνε».[4]

Οι τοίχοι των υπόγειων κρατητηρίων ήταν γεμάτες από χαράγματα των κρατουμένων που σημείωναν τα στοιχεία τους αλλά και τις σκέψεις και τα συναισθήματά τους, σε λίγες βιαστικά γραμμένες γραμμές, όπως «Μαυροματάκης εκτελέσθει εν υπογείω», «8.4.44. Κατηγορηθείς για λάστιχα και ποδήλατα του Άξονος. Σιλιφθείς από τους τσολιάδες. Αχ, βαχ. Και κάνο Πάσχα στα σίδερα αυτά, στον υγρό αυτό τάφο», «ζητώ νερό», «αδελφοί Χάλαρη. Έντιμοι πολίται. Εκρατήθησαν αδίκως από ρουφιανιά». Τα χαράγματα αυτά τα οποία σήμερα διασώζονται αποτελούν σημαντικά και μοναδικά αρχαιολογικά δείγματα της ναζιστικής Κατοχής, τεκμήρια «κατάργησης της ψυχικής ακεραιότητας του ατόμου η οποία στη διάρκεια της Κατοχής γίνεται κανόνας».[5]

Το Φρουραρχείο διαλύθηκε στις 28 Σεπτεμβρίου 1944, προτού ολοκληρωθεί η εκκένωση της Αθήνας από τα γερμανικά στρατεύματα.[6] Το κτίριο επανήλθε στην ιδιοκτησία της Εθνικής Ασφαλιστικής και τα υπόγεια μετατράπηκαν σε αποθήκες αρχείων. Στις 31 Ιανουαρίου 1991, ύστερα από πρωτοβουλία της Εθνικής Ασφαλιστικής, το κτίριο κηρύχθηκε Ιστορικό Διατηρητέο Μνημείο από το Κεντρικό Συμβούλιο Νεώτερων Μνημείων του Υπουργείου Πολιτισμού. Κατά τη διάρκεια των έργων συντήρησης βρέθηκαν σημαντικά υπολείμματα της κατοχικής περιόδου, χειρόγραφα σημειώματα, αποκόμματα εντύπων, περιτυλίγματα χρηστικών αντικειμένων, μεταλλικά αντικείμενα κ.ά.[7] Τα εγκαίνια του χώρου ο οποίος ονομάστηκε «Χώρος Ιστορικής Μνήμης 1941-1944» έγιναν στις 16 Μαίου 1991. Από το 1995 έως το 2008 ο χώρος παρέμεινε κλειστός λόγω εργασιών. Σήμερα αποτελεί επισκέψιμο χώρο και λειτουργεί καθημερινά.  

[1] Άννα Μαρία Δρουμπούκη, «Κοραή 4. Μια φυλακή στο κέντρο της πόλης», στο: Σάββας Στρούμπος (επιμ.), Franz Kafka, Στη σωφρονιστική αποικία, Νεφέλη, Αθήνα 2009, σ. 59-70, εδώ σ. 61.

[2] RH 34/263, Anlage zu Stadtkommandantur Athen, Tgb. Nr. 730/44 geh., Truppenliste der in Athen anwesenden Einheiten, 10.4.1944.

[3] ΕΛΙΑ-ΜΙΕΤ, Αρχείο Αριστοτέλη Κουτσουμάρη, Φ. 52, υποφ. 2, Κουτσουμάρης, Σημείωμα δια τον κ. Φίσερ, Αθήναι, 2 Νοεμβρίου 1943.

[4] Φοίβος Τσέκερης, Εδώ Πολυτεχνείο. Στα χρόνια της Κατοχής. Από τους αγώνες με τη Σπουδάζουσα. Εντός, Αθήνα 2007, σ. 101

[5] Δρουμπούκη, Κοραή 4, σ. 65, 66.

[6] Ελευθερία, 30 Σεπτεμβρίου 1944.

[7] Δρουμπούκη, Κοραή 4, σ. 67, 68.