ΣΤΡΑΤΟΠΕΔΟ ΘΗΒΑΣ
Το στρατόπεδο συγκέντρωσης και αργότερα καταναγκαστικής εργασίας της Θήβας βρισκόταν σε απόσταση περίπου 2-3 χιλιόμετρα ανατολικά της πόλης και σε μικρή απόσταση από την σιδηροδρομική γραμμή. Το στρατόπεδο ιδρύθηκε από τις ιταλικές δυνάμεις Κατοχής τον Οκτώβριο του 1942, για να λειτουργήσει ως χώρος μαζικού εγκλεισμού συλληφθέντων και ομήρων από την κεντρική και ανατολική Στερεά Ελλάδα και η δυναμικότητά του έφτανε, σύμφωνα με ιταλικές πηγές, τα 1.500 έως 2.000 άτομα.[1]
Οι πρώτοι κρατούμενοι ήταν 167 κάτοικοι του χωριού Καλοσκοπής Φωκίδας που συνελήφθησαν και στάλθηκαν στο καινούριο στρατόπεδο τον Οκτώβριο του 1942 σε αντίποινα για τη βοήθεια που, υποτίθεται, είχε δώσει το χωριό σε αντάρτες και Βρετανούς που είχαν πέσει με αλεξίπτωτα τις προηγούμενες ημέρες. Σύμφωνα με τον Γεώργιο Πριόβολο, «μας έκοψαν τα μαλλιά, κοιμόμασταν στο υγρό χώμα με μια κουβέρτα ατομική, το συσσίτιο ήταν απαίσιο, συνηθισμένο μας έδεσμα ένα μαύρο ζουμί με λίγα αμπελοφάσουλα να επιπλέουν σε αυτό χωρίς λάδι, χωρίς ψωμί. Δεν θα είχαμε επιβιώσει εάν δεν μας έφερναν λίγα τρόφιμα οι δικοί μας άνθρωποι».[2] Το στρατόπεδο έμοιαζε με μεγάλο καταυλισμό. Ο Λάμπρος Μπουρογιάννης από το χωριό Φιλιαδώνα Δομοκού που έφτασε περίπου την ίδια περίοδο μέσω της Καραμπινιερίας Δομοκού το περιγράφει ως «νεοσύστατο, απροετοίμαστο, ανοργάνωτο, περιφραγμένο με συρματόπλεγμα και με αρκετή φρουρά» και συνεχίζει: «Ήμασταν 150-200 περίπου κρατούμενοι ως όμηροι. Μέναμε σε αντίσκηνα κάτω στο χώμα, ελάχιστοι φέρανε μαζί τους κανα ρούχο για σκέπασμα, όλοι οι άλλοι με ό,τι φορούσαν […] Από καθαριότητα απολύτως καμία, βρωμιά και δυσωδία, από τουαλέτα σε γούρνες ομαδικές, από νερό με το δελτίο και το πλύσιμο δεν ήτο απαραίτητο».[3] Η Θήβα ήταν το τέταρτο μεγαλύτερο από τα ιταλικά στρατόπεδα της Ελλάδας μετά από αυτά της Λάρισας, της Ακροναυπλίας και, πιθανόν, της Κατούνας. Από το στρατόπεδο, κρατούμενοι μετάγονταν σε άλλες φυλακές και στρατόπεδα, παραπέμπονταν σε στρατοδικείο, κυρίως στην Αθήνα, ή οδηγούνταν για ανακρίσεις και ξυλοδαρμούς στο ιταλικό φρουραρχείο της Θήβας ή στην απομόνωση των φυλακών της πόλης.[4]
Τον Μάρτιο του 1943 ξεκίνησε η δεύτερη και σημαντικότερη φάση του στρατοπέδου, όταν ο χώρος συνδέθηκε με τα γερμανικά σχέδια αναβάθμισης του ελληνικού σιδηροδρομικού δικτύου. Στην περιοχή του στρατοπέδου ή στην ίδια περίπου τοποθεσία άρχισε να κατασκευάζεται, υπό την επίβλεψη του Οργανισμού Todt το μεγάλο σιδηροδρομικό συγκρότημα «Neu Theben» (=Νέες Θήβες) το οποίο θα περιλάμβανε κτίριο επιβατικού σταθμού, δέσμη 11 παρακαμπτήριων γραμμών, τρίγωνο αναστροφής και χώρο ανθράκευσης ατμαμαξών, μηχανοστάσιο, αποθήκες υλικών, μονάδα ηλεκτροπαραγωγής και άλλες εγκαταστάσεις.[5] Για την κατασκευή του έργου απαιτήθηκε η σκληρή καταναγκαστική εργασία χιλιάδων ανδρών, κυρίως Σοβιετικών αιχμαλώτων πολέμου και εβραίων της Θεσσαλονίκης οι οποίοι έφτασαν εκεί σιδηροδρομικώς τις τελευταίες ημέρες του Μαρτίου 1943. Η βιβλιογραφία του Ολοκαυτώματος αναφέρει περίπου 1.000 εβραίους κρατουμένους στην Θήβα,[6] ενώ στη μαρτυρία του ένας εβραίος επιζών κάνει λόγο για 1.240 εβραίους σε ένα πολυεθνικό εργοτάξιο 4.000 συνολικά καταναγκαστικών και ελεύθερων εργατών πολλοί εκ των οποίων έρχονταν από την Αθήνα.[7] Ο αντιστασιακός Τύπος υπολόγισε, με αρκετή υπερβολή, πως το καλοκαίρι του 1943 βρίσκονταν στην Θήβα 3.000 Έλληνες πολιτικοί κρατούμενοι και όμηροι/καταναγκαστικοί εργάτες, 1.500 εβραίοι από την Θεσσαλονίκη και 1.500 Σοβιετικοί αιχμάλωτοι πολέμου.[8] Άλλη πηγή προσδιορίζει τον αριθμό σε 200 Έλληνες πολίτες, 800 εβραίους και 100 Σοβιετικούς.[9] Μια από τις ελάχιστες μαρτυρίες πρώην κρατουμένων προέρχεται από τον 17χρονο τότε Δημήτρη Ποντίκα από τη Βουνιχώρα Φωκίδας ο οποίος στάλθηκε στο στρατόπεδο στα τέλη Σεπτεμβρίου 1943: «Μας πήγανε στη Θήβα, όπου εκεί ήταν ένας θάλαμος γύρω στα 300 άτομα. Μας ταΐζανε γύρω στις 5-6 οκάδες όσπρια, για να φάνε 300 άνθρωποι. Μόνο με αλάτι. Ούτε λάδι ούτε τίποτα. Κι ένα ψωμάκι που το μοιραζόμαστε τρεις. Ήτανε λάσπη, δεν τρωγότανε παρά την πείνα που είχαμε. Και το βάζαμε στα κάρβουνα έτσι και το τρώγαμε. Εκεί, δίπλα μας από μια μεριά είχανε Ιταλούς κρατούμενους που δεν τους χρειαζόντουσαν και από την άλλη Ρώσους κρατούμενους. Με τους Ρώσους ήταν ακόμα χειρότερα, πεθαίναν κάθε μέρα…Και κει ήταν πατέρας με παιδί και τέτοια».[10] Το στρατόπεδο στέγασε τον μεγαλύτερο αριθμό καταναγκαστικών εργατών στην ηπειρωτική Ελλάδα. Οι εβραίοι απομακρύνθηκαν στις αρχές Αυγούστου και αντικαταστάθηκαν από άλλους καταναγκαστικούς εργάτες, κυρίως πολιτικούς κρατουμένους και ομήρους από διάφορες περιοχές της Στερεάς Ελλάδας που έπεφταν θύματα επιχειρήσεων αντιποίνων, όπως οι 135 κάτοικοι της Αράχωβας που είχαν συλληφθεί στην πόλη τον Σεπτέμβριο του 1943.
Η καταναγκαστική εργασία ήταν προσανατολισμένη στην εξυπηρέτηση των σιδηροδρομικών έργων και περιλάμβανε διάφορες εργασίες: σκάψιμο, οικοδόμηση κτιρίων, χτίσιμο σιδηροδρομικών εγκαταστάσεων και κυρίως την εξόρυξη και μεταφορά μεταλλεύματος (σκύρας) από το κοντινό λατομείο-σκυρωρυχείο των ΣΕΚ που βρισκόταν στον παρακείμενο Σ.Σ Υπάτου (χ.θ. 93+309) και το οποίο λειτουργούσε από προπολεμικά για την εξυπηρέτηση των σιδηροδρομικών εργασιών. Η δουλειά στο Ύπατο ήταν εξοντωτική για όσους είχαν την ατυχία να σταλούν εκεί, ενώ είναι βέβαιο πως στον χώρο του λατομείου πραγματοποιήθηκαν και εκτελέσεις αντιποίνων, ατομικές και ομαδικές.[11]
Οι συνθήκες διαβίωσης των εργατών, σε συνδυασμό με την απαιτητική εργασία, ήταν ιδιαίτερα αντίξοες. Αν και δεν διαθέτουμε περισσότερα στοιχεία, το γεγονός ότι στο αρχείο του Γραφείου Αιχμαλώτων του ΕΕΣ εντοπίστηκαν λίστες κρατουμένων προδίδει πως ο Ερυθρός Σταυρός είχε πρόσβαση στο στρατόπεδο, καθώς και το δικαίωμα να χορηγεί ιματισμό και παπούτσια.[12] Το καθημερινό φαγητό ήταν μια σούπα από όσπρια χωρίς λάδι και με ένα κομμάτι ψωμί, ενώ και το νερό ήταν σπάνιο σε σημείο που συχνά αναγκάζονταν να πίνουν νερό από τις ατμάμαξες, παρότι γνώριζαν πως ήταν βρώμικο και ακατάλληλο.[13] Κυριολεκτικά απάνθρωπη ήταν η μεταχείριση των εβραίων, κάτι που οπωσδήποτε σόκαρε τους συνεγκλείστους τους, όπως φαίνεται κι από την παρακάτω αφήγηση ενός από αυτούς: «Πριν πάμε εμείς εκεί, ήταν 300 Εβραίοι απ’ αυτούς που ‘ταν στην Ελλάδα, κυρίως από την Θεσσαλονίκη. Τι κάνανε με αυτούς; Όταν κανένας απ’ αυτούς σταματούσε να πάρει αναπνοή, στο σωρό από τα αμμοχάλικα, βάζανε μια ξιφολόγχη με τη μύτη προς τα πάνω. Και του δίναν μια πέτρα να κρατάει έτσι εκεί…Πόσο να την κρατήσει; Έπεφτε και χωνόταν η ξιφολόγχη από πίσω. Τελευταία λέει, αφού τους εξολόθρευσαν έτσι, είχαν μείνει δύο. Ο ένας κάνει χαρακίρι με ένα σουγιαδάκι που είχε αλλά δεν ήταν πολύ μακρύ για να του κάνει θανατηφόρο τραύμα και τον πήγανε πιο πέρα σε ένα λάκκο που είχε γίνει από μπόμπα, του ρίξαν μια ριπή και έπεσε μέσα. Ο άλλος ερχόταν το τραίνο και πέφτει στη γραμμή και περνώντας ο τροχός τον έκοψε στα δύο. Σπαρτάραγε το ένα κομμάτι από δω, το άλλο από κει. Φρίκη..».[14]
Αν κρίνουμε από μια κάτοψη (οριζοντιογραφία) των εγκαταστάσεων που βρίσκεται στα γερμανικά στρατιωτικά αρχεία με χρονική ένδειξη Ιούνιος 1944, τα έργα κατασκευής είχαν ολοκληρωθεί το καλοκαίρι του 1944. Επιβεβαιωμένο είναι επίσης πως οι «Νέες Θήβες» καταστράφηκαν ολοκληρωτικά από τους ίδιους τους Γερμανούς κατά την αποχώρηση τους από την Ελλάδα. Σήμερα στον χώρο δεν απομένουν παρά ελάχιστα ίχνη.
[1] Nikos Tzafleris, «Thebes», στο: Megargee, Geoffrey P., & Joseph R. White (επιμ.), Camps and Ghettos under European Regimes Aligned with Nazi Germany, Vol. III of Encyclopedia of Camps and Ghettos, 1933–1945. Bloomington: United States Holocaust Memorial Museum, 2018, σ. 522, 523.
[2] Γεώργιος Αρ. Πριόβολος, Από τον Ελληνοϊταλικό Πόλεμο 1940-41 στην Αντίσταση 1941-1945, σ. 58, 59.
[3] Λάμπρος Μπουρογιάννης, «Αναμνήσεις απ’ τη ζωή στα στρατόπεδα Θήβας και Λάρισας», περ. Εθνική Αντίσταση τχ. 39 (Φλεβάρης 1984), σ. 19, 20.
[4] Πριόβολος, Από τον Ελληνοϊταλικό Πόλεμο, σ. 59-63.
[5] BArch RH 66/ 273. Bf. Neu Theben. Lageplan, 1:1000. Juni 1944
[6] Μόλχο Μίκαελ και Ιωσήφ Νεχαμά, In memoriam (μτφρ. Γιώργος Ζωγραφάκης). ΙΚΘ, Θεσσαλονίκη 1976, σ.114.
[7] VHA, Interview Code 453, Albert Marcos, 22.12.1994.
[8] Εθνική Αλληλεγγύη, 30.7.1943.
[9] ΓΑΚ, Κ51 Συλλογή Εμμανουήλ Τσουδερού. Δελτίον Πληροφοριών νρ. 15, 18.1.1944.
[10] Pontikas, Takis, Interview mog014, Erinnerungen an die Okkupation in Griechenland, https://archive.occupation-memories.org/de/interviews/mog014 DOI: https://doi. org/10.17169/ mog.mog014 (τελευταία είσοδος: 25/1/2025)
[11] Ενδεικτικά, βλ. Αρχείο Ληξιαρχείου Αράχωβας, ληξιαρχική πράξη θανάτου
[12] Αρχείο Υπηρεσίας Αναζητήσεων Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού, «ΘΗΒΑΙ-Greek Noms et Nos de concardes d’ Israélites travaillent à Thebes» [1943] και «Αποστολή Θηβών», 7-8.8.1943. Στο πρώτο τεκμήριο (σχολικό τετράδιο, χειρόγραφο) υπάρχουν 161 Εβραίοι, στο δεύτερο (δακτυλογραφημένη κατάσταση) υπάρχουν 300 ονόματα εργατών εκ των οποίων τα 240 είναι εβραϊκά.
[13] Pontikas, Takis, Interview mog014, Erinnerungen an die Okkupation in Griechenland, https://archive.occupation-memories.org/de/interviews/mog014 DOI: https://doi. org/10.17169/ mog.mog014 (τελευταία είσοδος: 25/1/2025). Επίσης, Matsas, The Illusion of Safety, σ.134.
[14] Pontikas, Takis, Interview mog014, Erinnerungen an die Okkupation in Griechenland, https://archive.occupation-memories.org/de/interviews/mog014 DOI: https://doi. org/10.17169/ mog.mog014 (τελευταία είσοδος: 25/1/2025).










