Skip to main content

ΟΔΟΣ ΜΕΡΛΙΝ, ΑΘΗΝΑ

Title of the location

Τον Οκτώβριο του 1943, η καρδιά της ναζιστικής Κατοχής της Ελλάδας βρισκόταν στην Αθήνα, στο οικοδομικό τετράγωνο Βασιλίσσης Σοφίας-Σέκερη-Μέρλιν-Κανάρη. Εκεί έδρευαν οι ανώτερες διοικήσεις των Ες-Ες. Στο κτίριο της ελληνογαλλικής Σχολής Γεωργίου Μεταξά στην Οδό Βασιλίσσης Σοφίας 11 εγκαταστάθηκε ο Ανώτατος Διοικητής των Ες-Ες και της Αστυνομίας (Höherer SS- und Polizeiführer) Ελλάδας, Βάλτερ Σιμάνα. Στην οδό Μέρλιν 10 βρισκόταν η έδρα του Ανώτερου Διοικητή της Αστυνομίας Ασφαλείας (Befehlshaber für SiPo/SD), Βάλτερ Μπλούμε. Στο αριθμό 3 της Οδού Μέρλιν βρίσκονταν τα γραφεία της Διοίκησης Αντικατασκοπείας του Στρατιωτικού Διοικητή Ελλάδας. Σε γειτονικά κτίρια στεγάστηκαν αντίστοιχες υπηρεσίες, όπως τη διοίκηση της Αστυνομίας Τάξης (Ordnungspolizei) που επίσης υπαγόταν στα Ες-Ες, στην Οδό Βασιλίσσης Σοφίας 5. Η είσοδος του συγκροτήματος πιθανότατα βρισκόταν στον αριθμό 1 της Οδού Σέκερη, στο Μέγαρο Μηταράκη. Δίπλα βρισκόταν το Γ’ Αστυνομικό Τμήμα (Κολωνακίου): «Μια μεγάλη σιδερένια πόρτα δίπλα ακριβώς στην πόρτα του Τμήματος ήταν η είσοδος για το Αρχηγείο των Ες-Ες. Δυό «πεταλάδες», θηρία μέχρι κει πάνω, με τα αυτόματα στα χέρια ήταν τοποθετημένοι στις δύο άκρες της πόρτας, βλοσυροί και αγριοπρόσωποι».[1] Με βάση μια καταγραφή τον Απρίλιο του 1944, στο συγκρότημα υπηρετούσαν 34 αξιωματικοί και 162 υπαξιωματικοί και οπλίτες των Ες-Ες, μαζί με 15 πολιτικούς υπαλλήλους, κυρίως διερμηνείς και πράκτορες.[2]   

Στην Οδό Μέρλιν δραστηριοποιούνταν όλες οι γερμανικές αστυνομικές διευθύνσεις που είχαν αποστολή την εξάρθρωση αντιστασιακών ομάδων, συμμαχικών κλιμακίων και τη δίωξη κομμουνιστών, εβραίων και άλλων εχθρών του Γ’ Ράιχ. Σε αναφορά του ελληνικού Υπουργείου Εξωτερικών τον Φεβρουάριο του 1945 για τους εγκληματίες πολέμου που έδρασαν στην Ελλάδα, διαβάζουμε ειδικά για τον Διοικητή της SiPo/SD τα εξής: «Λοχαγός Blume. Αρχηγός της εν Ελλάδι ειδικής υπηρεσίας των SD περιφερόμενος πάντοτε με πολιτικήν ενδυμασίαν, ωργάνωσε την όλην κατασκοπευτικήν υπηρεσίαν του Χιτλερισμού εν Αθήναις, ειδικεύθη εις την δίωξιν των κρυπτόμενων Ισραηλιτών, συνέλαβε πολλάς εκατοντάδας Ελλήνων και εφρόντισε διά την θανάτωσίν των. Ο ίδιος παρίστατο εις τα βασανιστήρια των συλλαμβανομένων Ελλήνων και με αφάνταστο σαδισμόν επέμενε να γίνωνται ακόμη περισσότερον αφόρητα».[3]

Ελάχιστα σημεία της πόλης ταυτίστηκαν με τον ζόφο της ναζιστικής κατοχής και επιβίωσαν στην αστική μνήμη όσο «τα Ες-Ες της οδού Μέρλιν» ή απλώς «Μέρλιν». Από τα ανακριτικά γραφεία πέρασαν εκατοντάδες αντιστασιακοί και πολίτες, οι οποίοι ανακρίνονταν και βασανίζονταν απάνθρωπα, προτού σταλούν για κράτηση, κυρίως στο Στρατόπεδο Χαϊδαρίου που υπαγόταν απευθείας στην Οδό Μέρλιν. Οι ανακρίσεις γίνονταν με την παρουσία διερμηνέων και περιλάμβαναν ανελέητους ξυλοδαρμούς, φάλαγγα και χρήση εργαλείων βασανισμού, όπως τροχαλίες, σιδερένια στεφάνια και πυρακτωμένα σίδερα. Ο Βαγγέλης Βασιλάτος, στέλεχος της ΕΠΟΝ, που συνελήφθη στις 17 Ιουνίου 1944 οδηγήθηκε στη Μέρλιν από την Ειδική Ασφάλεια  και περιγράφει την εμπειρία του ως εξής: «Βρισκόμουν στον θάλαμο της τροχαλίας. Δεν το ήξερα αυτό το βασανιστήριο. Σε λίγο, έτσι όπως ήμουνα ολόγυμνος, πιάνουν και μου δένουν τα χέρια με τις χειροπέδες πίσω στη ράχη και όχι μπροστά, όπως γίνεται συνήθως , και αρχίζουν να τραβάνε το σχοινί. Τα χέρια μου υψώνονταν ψηλά και το σώμα μου έκλινε προς τα μπρος. Τραβούσαν συνέχεια. Με έφτασαν στο σημείο ανάτασης, αλλά από την ανάποδη. Ο πόνος ήταν φοβερός. Τότε τράβηξαν απότομα το σκοινί και το κορμί μου υψώθηκε κάπου μισό μέτρο. Δεν πατούσα πια στο πάτωμα. Κρατιόμουνα από τα αναποδογυρισμένα χέρια. Το βάρος του σώματός μου, ήμουνα 65-70 κιλά, έπεφτε στους καρπούς των χεριών (που ήταν οι χειροπέδες) και στις αρθρώσεις των ώμων. Τραβήξανε λίγο ακόμα το σκοινί και δέσανε την άκρη του στον κρίκο. Οι πόνοι ήταν αβάσταχτοι. Ούρλιαζα. Αυτοί όμως συνέχιζαν την ανάκριση: ‘Λέγε, τι ξέρεις; Σε ποια οργάνωση ανήκεις; Τι κάνατε;’ Ταυτόχρονα πήραν τα κλόμπς κι άρχισαν να με βαράνε στην πλάτη από την άκρη του κεφαλιού και τους ώμους μέχρι κάτω στα πόδια. Το σώμα μου όλο είχε γίνει κατάμαυρο. Μετά έπαιρναν το αγκαθωτό συρματόσχοινο και χτυπούσαν μ’ αυτό. Κάθε τέτοια βουρδουλιά μου ξέσκιζε το κορμί και μαύρα αίματα έτρεχαν από δω κι από κει κι άρχισαν να στάζουν κάτω. Από τους φοβερούς πόνους που ένιωθα λιποθύμησα. Τότε βούτηξαν ένα πατσαβούρι στον κουβά που ήταν γεμάτος βρωμόνερα και μου έδωσαν μία στη μούρη. Συνήρθα αμέσως. Αυτό επαναλήφθηκε δυο-τρεις φορές».[4] Οι ανακρινόμενοι έβγαιναν από την αίθουσα ημιλιπόθυμοι, με σκοπό να τους δουν αυτοί που περίμεναν τη σειρά τους, για λόγους ψυχολογικής βίας.

Το οικοδομικό τετράγωνο Βασιλίσσης Σοφίας-Μέρλιν-Κανάρη-Σέκερη έχει υποστεί αρκετές πολεοδομικές αλλαγές. Η Σχολή Μεταξά γκρεμίστηκε το 1962 και στη θέση της σήμερα βρίσκεται ένα σύμπλεγμα γραφείων ασφαλιστικής εταιρείας. Το Μέγαρο Μηταράκη κατεδαφίστηκε το 1967. Το κτίριο της Μέρλιν 6, όπου βρίσκονταν τα ανακριτικά γραφεία, έχει επίσης κατεδαφιστεί και στη θέση του υπάρχει κατάστημα προϊόντων ομορφιάς. Στις 25 Απριλίου 1983 πραγματοποιήθηκε επίσημη τελετή και αποκαλυπτήρια μνημείου στην Μέρλιν 6. Το μνημείο αποτελείται από μια πόρτα κελιού και ένα ανάγλυφο έργο του γλύπτη Θανάση Απάρτη με την επιγραφή «Εδώ ήτανε το κολαστήριο της Γκεστάπο 1941-1944».


[1] Βασίλης Δάρας, Γ83. Βίος και βιώματα ενός απλού ανθρώπου. Αθήνα 1995, σ. 28.

[2] BArch, RH 34/263, Anlage zu Stadtkommandantur Athen, Tgb. Nr. 730/44 geh., Truppenliste der in Athen anwesenden Einheiten, 10.4.1944.

[3] Παρατίθεται στο: Αντώνης Ι. Φλούντζης, Χαϊδάρι. Κάστρο και Βωμός της Εθνικής Αντίστασης, Παπαζήσης, Αθήνα 1976, σ. 109.

[4] Παρατίθεται στο: Φλούντζης, Χαϊδάρι, σ. 119.