Skip to main content

ΣΤΡΑΤΟΠΕΔΟ ΔΟΜΟΚΟΥ

Title of the location

Το στρατόπεδο Δομοκού βρισκόταν στην θέση «Πετρομαγούλα», έναν ασβεστολιθικό λόφο ανατολικά του σιδηροδρομικού σταθμού Δομοκού, όπου από την προπολεμική περίοδο λειτουργούσε λατομείο-σκυρωρυχείο των ΣΕΚ από το οποίο εξορύσσονταν πέτρες, χαλίκια και κυρίως σκύρα για το στρώσιμο των σιδηροδρομικών γραμμών.

Tην περίοδο της Κατοχής, η εκμετάλλευση του λατομείου από τις γερμανικές δυνάμεις που είχε ξεκινήσει από το 1941 έγινε ιδιαίτερα εντατική στις αρχές του 1943. Παράλληλα, γύρω από το λατομείο οργανώθηκε στρατόπεδο καταναγκαστικής εργασίας, αρχικά για αιχμαλώτους  πολέμου (Γιουγκοσλάβους, Πολωνούς) και στη συνέχεια για Έλληνες πολιτικούς κρατούμενους και ομήρους. Κατά περιόδους δούλεψαν εκεί επιστρατευμένοι άνδρες ή ελεύθεροι εργάτες από τον Βόλο και την γύρω περιοχή. Η δυναμικότητα του στρατοπέδου έφτανε τα 400-500 άτομα. Συλληφθέντες των ιταλικών και γερμανικών στρατευμάτων από τα γειτονικά χωριά στέλνονταν τακτικά στο λατομείο για καταναγκαστική εργασία, όπως οι οκτώ άνδρες από το γειτονικό Βαρδαλή που είχαν καταδικαστεί από το ιταλικό στρατοδικείο Λάρισας για κατοχή όπλων αλλά η θανατική καταδίκη τους είχε τελικά ακυρωθεί.[1] Στις αρχές Σεπτεμβρίου του 1943 μεταφέρθηκαν εκεί περίπου 400 Γιουγκοσλάβοι αιχμάλωτοι πολέμου από το στρατόπεδο Λιανοκλαδίου.[2] Από τα τέλη του 1943, το στρατόπεδο-εργοτάξιο της Πετρομαγούλας απέκτησε ακόμα μεγαλύτερη σημασία και συνδέθηκε απευθείας με το κεντρικό στρατοπεδικό σύστημα. Ο Δομοκός υπήρξε ένας από τους κυριότερους χώρους μεταγωγής κρατουμένων του Παύλου Μελά, για καταναγκαστική εργασία.[3] Μαρτυρίες και αρχεία αποζημιώσεων προκύπτει πως στον Δομοκό βρέθηκαν αρκετοί κρατούμενοι των Φυλακών Χατζηκώστα.[4] Οι εργασίες περιελάμβαναν εξόρυξη και μεταφορά λίθων από το λατομείο και επισκευή των σιδηροδρομικών γραμμών από καταστροφές λόγω βομβαρδισμών ή δολιοφθορών.[5]

Οι εργάτες στεγάζονταν σε ξύλινα παραπήγματα, ενώ ως κοιτώνες χρησιμοποιήθηκαν ακόμα και παλιά σιδηροδρομικά βαγόνια.[6] Σε φωτογραφία του χώρου διακρίνεται  ένα ξύλινο οίκημα –τυπικής κατασκευής του Τοντ-  όπου διανυκτέρευαν οι εργάτες χωρίς στρώματα και με τσουβάλια αντί για κουβέρτες. Ο χώρος ήταν περίκλειστος με ηλεκτροφόρα συρματοπλέγματα και φρουρούνταν από 40 περίπου Γερμανούς, πιθανότατα μέλη της Todt. Η εργασία ήταν 12ωρη, από τα χαράματα μέχρι τη δύση του ηλίου, με μισή ώρα διακοπή για το μεσημεριανό φαγητό. Οι συνθήκες διαβίωσης ήταν άσχημες και η τροφοδοσία υποτυπώδης, κυρίως όσπρια σούπα. Ένας Βολιώτης καταναγκαστικός εργάτης αφηγείται: «Από τα Τρίκαλα μας μεταφέρανε με καμιόνια στη Λάρισα και από εκεί με το τραίνο στο Δομοκό. Πίσω από το σταθμό υπήρχαν παράγκες ξύλινες και μας βάλανε εκεί μαζί με Γιουγκοσλάβους παρτιζάνους, αιχμαλώτους των Γερμανών. Από την επόμενη κιόλας μας αναθέσανε δουλειά εφοδιάζοντας μας με βαριοπούλες, κασμάδες και λοστούς. Πηγαίναμε στο λατομείο εκεί κοντά, σπάζαμε πέτρα και την κουβαλάγαμε πίσω στο σταθμό όπου οι Γιουγκοσλάβοι έφτιαχναν γραμμές. Το έργο αυτό εμφανιζότανε να το κάνει η γερμανική εταιρεία Τοντ. Μετά από 10 ημέρες στο νταμάρι με βάλανε και εμένα να δουλεύω στις γραμμές, πολλές ώρες κάθε ημέρα χωρίς τροφή, αφού ένα μαυροζούμι που μας δίνανε δεν τρωγότανε και το ελάχιστο ψωμί ήταν μουχλιασμένο. Εκεί συνάντησα και έναν άλλο Βολιώτη το Νίκο που πηγαινοερχότανε στο Βόλο ελεύθερα γιατί δούλευε στις γραμμές εθελοντικά. Εκεί δούλεψα για 3,5 μήνες».[7]

Το εργοτάξιο είχε τραβήξει την προσοχή των δυνάμεων της Αντίστασης και οι αντιστασιακοί χρονικογράφοι της Θεσσαλίας το θεωρούσαν ένα από τα εμβληματικά σημεία ναζιστικής τρομοκρατίας όλης της περιοχής: «[Οι Γερμανοί] είχαν περικυκλώσει τον λόφο με σειρές- σειρές συρματόπλεγμα και είχανε εγκαταστήσει φρουρές και ψηλές σκοπιές. Εδώ δουλεύανε στα νταμάρια μέχρι και 500 αιχμάλωτοι. Πέτρα, πείνα, τρόμος…».[8]

Στις 20 Αυγούστου 1944 ο Σταθμάρχης Δομοκού των ΣΕΚ, Σάββας Μπεκατώρος (που ανέλαβε εκπρόσωπος του Ερυθρού Σταυρού) χαρακτήρισε την κατάσταση των 420 κρατουμένων «απελπιστική»: «Εκ του άνω αριθμού, οι ημίσεις είναι σοβαρώς ασθενείς εξ ελονοσίας και στομαχικών ασθενειών λόγω του κλίματος και του ύδατος αφ’ ενός, και της βαρειάς εργασίας και της κακής επισιτιστικής κατάστασης αφ’ ετέρου. Εκ των άνω αιτιών έχομεν και θανατηφόρα κρούσματα. Οι ασθενείς παραμένουν κατάκοιτοι, φοβερά πυρέσσοντες, μη παρεχομένης αυτοίς ουδεμίας περιθάλψεως εκτός της καθ’ εκάστην παρεχομένης αντεμπρίνης και των τυχόν προχείρων επιδέσεων τραυμάτων».[9] Αν και λείπουν πληροφορίες, οι συνθήκες εργασίας έγιναν αιτία πολλών ατυχημάτων που σε συνδυασμό με τις κακουχίες και τον υποσιτισμό προκάλεσαν οπωσδήποτε αρκετά θύματα. Σημαντικό γεγονός στην ιστορία του στρατοπέδου ήταν η αποτυχημένη επιχείρηση του Ι/54 Τάγματος του ΕΛΑΣ στα μέσα Αυγούστου 1944, με σκοπό την απελευθέρωση των 150 περίπου κρατουμένων που βρίσκονταν στο στρατόπεδο και θα μετάγονταν σύντομα. Η επιχείρηση απέτυχε και σε αντίποινα εκτελέστηκαν συνολικά 15 Πολωνοί και 10 έως 15 Έλληνες κρατούμενοι, εκ των οποίων μόνο τρεις είναι γνωστοί με τα ονόματά τους.[10] Κατά την αποχώρηση τους από την Ελλάδα οι Γερμανοί μετέφεραν με τραίνο στη Θεσσαλονίκη όλους τους κρατούμενους που είχαν απομείνει στο λατομείο Δομοκού.


[1] Λάμπρος Μπουρογιάννης, Η Επαρχία Δομοκού στην Αντίσταση, β’ έκδοση, Αθήνα 1986, σ. 49.

[2] Βικτωρία Μπίχτα, «Σέρβοι κρατούμενοι στη γερμανοκρατούμενη Θεσσαλονίκη, 1941-1944», αδημοσίευτη διπλωματική εργασία, Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, Σχολή Οικονομικών και Περιφερειακών Σπουδών / Τμήμα Βαλκανικών, Σλαβικών και Ανατολικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη, 2001, σ. 116.

[3] Ενδεικτικά, Γιώργος Καφταντζής, Το ναζιστικό στρατόπεδο Παύλου Μελά Θεσσαλονίκης 1941-1944, Παρατηρητής, Θεσσαλονίκη 1999, σ.

[4] Λάμπρος Μπουρογιάννης, Η Επαρχία Δομοκού στην Αντίσταση, β’ έκδοση, Αθήνα 1986, σ. 244.

[5] GRGSA-IAM_JUS001.S02.SS01.15.F001570.IT000399

[6] Αλέξης Σεβαστάκης,  Καπετάν Μπουκουβάλας. Το αντάρτικο ιππικό της Θεσσαλίας. Διογένης, Αθήνα 1978, σ. 165.

[7] Μαρτυρία Χρήστου Καραγιαννόπουλου, στο: Νίτσα Κολιού, Άγνωστες πτυχές Κατοχής και Αντίστασης 1941-1944, Βόλος 1985, τόμος Β, σ. 1229.

[8] Σεβαστάκης, Καπετάν Μπουκουβάλας, σ. 165.

[9] Α/ΔΑΕΣΣ, ΤΒ Ν. 16, Σάββας Μπεκατώρος προς Ερυθρόν Σταυρόν, Δομοκός, 20.8.1944.

[10] Έπεσαν για τη ζωή, Έκδοση της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ, Αθήνα 2001, τόμος 4β, σ. 130-131 · Λάζαρος Αρσ. Αρσενίου, Η Θεσσαλία στην Αντίσταση, γ’ έκδοση, Λάρισα 1999, τ. Β’, σ. 189.