Skip to main content

Συντάκτης: Jason Handrinos

ΤΣΙΜΙΣΚΗ 72, ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Η οκταώροφη πολυκατοικία στην οδό Τσιμισκή 72 (νυν Τσιμισκή 64) χτίστηκε τη δεκαετία του ’30. Την περίοδο της Κατοχής επιτάχθηκε για να γίνει έδρα της Μονάδας 621 της γερμανικής Μυστικής Στρατιωτικής Αστυνομίας (GFP). Με βάση διάφορες μαρτυρίες και περιγραφές, στον τέταρτο όροφο βρισκόταν ο χώρος ανακρίσεων, ενώ το υπόγειο είχε διαμορφωθεί σε κρατητήρια. Μετά την ανάκρισή τους, όσοι κρατούμενοι δεν αφήνονταν ελεύθεροι, μεταφέρονταν σε άλλες υπηρεσίες στην πόλη της Θεσσαλονίκης ή στο στρατόπεδο Παύλος Μελάς. Ο Δ. Κοντούδης αφηγήθηκε τον Ιούλιο του 1945 τις αναμνήσεις από την σύλληψη και κράτησή του στο κτίριο: «Προηγούνταν ένας άλλος «ανακρινόμενος». Ένας νεαρός, εργάτης αν κρίνει κανείς από την περιβολή του. Τον είχαν καθισμένο δίπλα σε ένα μεγάλο τραπέζι. Το δεξί του χέρι ήταν περασμένο σε μια παράξενη χειροπέδη που ήταν βιδωμένη επάνω στο τραπέζι. Νόμισα ότι επρόκειτο περί μέτρου προφυλακτικού κατά ενδεχόμενης απόδρασης και το βρήκα υπερβολικό. Πως θα ήταν δυνατόν και εάν έμενε μόνος του να δραπετεύσει ο άνθρωπος από τον τέταρτο όροφο του μεγάρου, όπου ήταν η «αίθουσα ανακρίσεων»; Σε λίγο ο ανακριτής, ο υπολοχαγός Χέρτελ, μου έδωσε να εννοήσω την πραγματική αξία της χειροπέδης. Έπιασε τα δάχτυλα του δεξιού χεριού του «ανακρινόμενου» και ένα-ένα τα έσπασε! Η αίθουσα γέμισε από τις κραυγές πόνου του θύματος και από το απαίσιο «κρακ – κρακ» που έκανε το σπάσιμο των κλειδώσεων των δακτύλων του. Δεν είπε τίποτε ή γιατί δεν ήθελε ή γιατί, όπως συνέβαινε στις περισσότερες περιστάσεις, δεν ήξερε τίποτα. Τον έσυραν σαν ψόφιο σκυλί έξω από την αίθουσα. Γελαστοί και χαρούμενοι. Ευχαριστημένοι ασφαλώς γιατί εκτελούσαν πιστά τις διαταγές που τους είχαν δοθεί και συγχρόνως το καθήκον τους σαν Γερμανοί… πατριώτες!».[1]

Η πολυκατοικία ανήκε μετά τον Πόλεμο στην Εθνική Τράπεζα. Αγοράστηκε από την εταιρία Trastor ΑΕΕΑΠ. Λειτούργησε ως κατάστημα της επιχείρησης ένδυσης και υπόδησης Fokas μέχρι το 2014. Το 2019 μισθώθηκε από τον ισπανικό κολοσσό Inditex και συγκεκριμένα για το brand του ομίλου Pull & Bear, που ειδικεύεται στο νεανικό γυναικείο και αντρικό ένδυμα αλλά και στα αξεσουάρ και λειτουργεί ως κατάστημα (ισόγειο). Οι οικιστικές και πολεοδομικές αλλαγές στην Θεσσαλονίκη έχουν οδηγήσει σε λάθος ταυτίσεις του κτιρίου. Ως έδρα της GFP θεωρούνταν το κτίριο που βρίσκεται σήμερα στον αριθμό  72 της Τσιμισκή, χωρίς να ληφθεί υπόψη η αλλαγή αρίθμησης του δρόμου που έχει μεσολαβήσει.[2]


[1] εφημ. Πρωινή Ώρα (Θεσσαλονίκης), 16.7.1945.

[2] Σπύρος Αλευρόπουλος, «Τσιμισκή 64», Θεσσαλονίκη Χαμένη Πόλη, 31 Οκτωβρίου 2024 https://archive.saloni.ca/3200 (τελευταία είσοδος: 4/3/2026).

ΓΚΕΤΟ ΒΑΡΩΝΟΥ ΧΙΡΣ, ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Το Βαρώνου Χιρς ήταν ένας εβραϊκός συνοικισμός κοντά στον παλιό σιδηροδρομικό σταθμό Θεσσαλονίκης, στο δυτικό άκρο της πόλης. Ο συνοικισμός δημιουργήθηκε μετά την πυρκαγιά του 1890 από τον γερμανοεβραίο φιλάνθρωπο και ακτιβιστή Μωρίς Βαρώνο ντε Χιρς (Baron de Hirsch, 1831-1896) με σκοπό να στεγάσει εβραίους πρόσφυγες από το Κίτσινεβ και Μεγκίλεβ που είχαν εγκαταλείψει τη Ρωσία μετά από συνεχή πογκρόμ. Αποτελούνταν από 250 μικρά σπίτια με αυλές επί της σημερινής οδού Σταύρου Βουτυρά. Διέθετε σχολείο, συναγωγή, πολυιατρείο και εβραϊκό ψυχιατρείο στην γωνία των οδών Γιαννιτσών και Βουτυρά. Την περίοδο της Κατοχής είχε έκταση 30.000 τετραγωνικών μέτρων και αριθμούσε 2.315 κατοίκους.[1]

Τον Φεβρουάριο του 1943, στα πλαίσια των ναζιστικών διαταγών για την αναγκαστική μετοίκηση όλων των εβραίων της Θεσσαλονίκης σε γκέτο. Στις 5 Μαρτίου ο συνοικισμός αποκλείστηκε με ξύλινο φράχτη και συρματοπλέγματα, στις τρεις εισόδους τοποθετήθηκαν τρίγλωσσες επιγραφές (ελληνικά-γερμανικά-ιταλικά) και απαγορεύτηκε η έξοδος. Τοποθετήθηκαν φυλάκια, ενώ το κτίριο του εβραϊκού ψυχιατρείου μετατράπηκε σε κρατητήριο και το οίκημα του σχολείου σε μαγειρεία. Την λειτουργία του χώρου είχε αναλάβει μια εβραϊκή πολιτοφυλακή, με επικεφαλής τον Βιτάλ Χασόν. Λόγω της γειτνίασης με τον σιδηροδρομικό σταθμό, το Βαρώνου Χιρς έγινε διαμετακομιστικό στρατόπεδο για όσους θα εκτοπίζονταν στα στρατόπεδα. Οι πρώτοι που κλείστηκαν στου Βαρώνου Χιρς ήταν οι εβραίοι του Λαγκαδά. Την Κυριακή 14 Μαρτίου, το κλιμάκιο της RSHA ανάγκασε τον ραβίνο Τσβι Κόρετς να συγκεντρώσει τους έγκλειστους στη συναγωγή και να τους ανακοινώσει πως την επόμενη (15 Μαρτίου) θα αναχωρούσε ο πρώτος συρμός για την Πολωνια. Αναχώρησαν συνολικά 2.800 άτομα. Στις 16 Μαρτίου συγκεντρώθηκαν στο Χιρς οι  κάτοικοι της συνοικίας Αγία Παρασκευή και αργότερα οι κάτοικοι του Ρεζί Βαρδάρ. Τον Απρίλιο και τον Μάιο ακολούθησαν τα γκέττο του Συνοικισμού 151 και των νοτιοανατολικών συνοικιών της Θεσσαλονίκης (Εξοχές). Έως τις 10 Αυγούστου 1943, συνολικά 46.091 Θεσσαλονικείς εβραίοι είχαν προωθηθεί μέσω του Χιρς στο στρατόπεδο του Άουσβιτς.[2]  

Στον συνοικισμό έλαβαν χώρα βιαιότητες, αλλά και δημόσιες εκτελέσεις εβραίων που είχαν συλληφθεί προσπαθώντας να διαφύγουν από την Θεσσαλονίκη. Στις 15 Απριλίου, ενώ συνεχίζονταν οι αποστολές, πραγματοποιήθηκε διαλογή ανδρών που θα στέλνονταν σε καταναγκαστικά έργα της Οργάνωσης Todt στη νότια Ελλάδα. Ο Σαμουήλ Αρδίττης ήταν ένας από αυτούς: «Τον Απρίλιο 1943, μόλις είχαμε πάει στο γκέτο Χιρς, οι Γερμανοί έπιασαν δυο εμπόρους . Ο ένας λεγόταν Μαλλαχ, δεν θυμάμαι το όνομα του δευτέρου. Τον Μαλλαχ τον θυμάμαι διότι ήταν νέος και γείτονας μας. Τον συνέλαβαν στον Πλαταμώνα στην προσπάθεια του να διαφύγει προς την ιταλική ζώνη. Τους εκτέλεσαν στο γκέτο Χιρς, κοντά στη συναγωγή, ενώπιον όλων. Τότε ήμασταν στο γκέτο περίπου 4000 εβραίοι. Ήρθαν 12 Γερμανοί και τους εκτελέσαν στον τοίχο της συναγωγής. Ο Χασον ήταν παρών στην εκτέλεση. Μέχρι τις 4 το απόγευμα δεν είχαμε διαλυθεί και ήρθε διαταγή όλοι οι νέοι άνδρες μεταξύ 16-24 ετών που ήταν παρόντες να παραμείνουν στις σειρές τους. Μείναμε με τους δυο αδελφούς μου, τον Ιακώβ και τον Βενιαμίν. Μας μετέφεραν σε έναν περιφραγμένο χώρο κοντά στο καφενείο του Αρδιττη. Μείναμε

εκεί όλη τη νύχτα. Ήμασταν περίπου 470 και όλη τη νύχτα ήμασταν όρθιοι στο καφενείο. Κατά τις 10 το πρωί μας επιβίβασαν σε τρένο χωρίς να γνωρίζουμε ποιος ήταν ο προορισμός. Το ταξίδι κράτησε δυόμισι μέρες».[3]

Ταυτόχρονα, ο συνοικισμός μετατράπηκε σε χώρο συγκέντρωσης και άγριας λεηλασίας από τους Γερμανούς και τους συνεργάτες τους, ατομικών ειδών και περιουσιακών στοιχείων που οι εβραίοι αναγκάζονταν να παραδώσουν πριν εκτοπιστούν. Η περιοχή ερημώθηκε και παρά την κατοίκηση ορισμένων εβραϊκών οικογενειών μετά τον πόλεμο, σήμερα δεν υπάρχει κανένα ίχνος της εβραϊκής παρουσίας ούτε των γεγονότων του Ολοκαυτώματος. Στην οδό Σαπφούς στεγάζεται σήμερα ένα τμήμα της Κτηνιατρικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.


[1] Ισραηλιτική Κοινότης Θεσσαλονίκης, In Memoriam. Αφιέρωμα εις μνήμην των Ισραηλιτών Θυμάτων του Ναζισμού εν Ελλάδι, Θεσσαλονίκη 1976, σ. 96.

[2] Danuta Czech, «Deportation und Vernichtung der griechischen Juden im KL Auschwitz», Hefte von Auschwitz, 11 (1970), σ.

[3] Μαρτυρία Σμουέλ Αρδίττη, Αρχείο Yad Vashem, Item ID 3556222.

ΓΥΝΑΙΚΕΙΕΣ ΦΥΛΑΚΕΣ ΕΜΠΕΙΡΙΚΕΙΟΥ, ΑΘΗΝΑ

Θεμελιώθηκε το 1917 ως Εμπειρίκειο Άσυλο Αστέγων Παίδων. Μέχρι το 1925 το Εμπειρίκειο λειτουργούσε υπό την Εποπτεία του Υπουργείου Πρόνοιας. Στη συνέχεια έγινε Αναμορφωτικό Σχολείο Θηλέων και πέρασε στην δικαιοδοσία του Υπουργείου Δικαιοσύνης. Την περίοδο της Κατοχής μετατράπηκε σε γυναικείες φυλακές κάτω από ελληνική, ιταλική και γερμανική διοίκηση. Στον πρώτο όροφο του κτιρίου κρατούνταν ποινικές κρατούμενες, στον δεύτερο γερμανοκρατούμενες και στον τρίτο ιταλοκρατούμενες. Οι πολιτικές κρατούμενες ήταν γυναίκες όλων των ηλικιών, από ανήλικα κορίτσια έως ηλικιωμένες γυναίκες και ήταν μέλη διαφόρων αντιστασιακών οργανώσεων της Αθήνας αλλά και της επαρχίας. Μεταφέρονταν στην φυλακή έπειτα από ανακρίσεις, συνήθως απευθείας από το γερμανικό ή το ιταλικό φρουραρχείο Αθηνών. Η Τούλα Μάρα-Μιχαλακέα συνελήφθη ως μέλος της Λεύτερης Νέας (της γυναικείας νεολαιίστικης οργάνωσης του ΕΑΜ) τον Ιανουάριο του 1943 σε ηλικία μόλις 15 ετών: «Η σύνθεση του κόσμου [στο Εμπειρίκειο] ήταν διαφορετική, δηλαδή ήτανε πολλές επαρχιώτισσες, ήτανε καλλιτέχνιδες, ήτανε μεσοαστές, ήτανε μικροαστές, ήτανε εργάτριες. Δηλαδή, θέλω να πω μ’ αυτό, ήμασταν κρατούμενες από διάφορες υποθέσεις, δεν ήτανε μονάχα εαμίτισσες, δεν ήτανε μονάχα κομμουνίστριες, ήτανε διάφορος κόσμος. Επίσης ήταν πολλές από τα νησιά που κρύβανε τους Εγγλέζους εκείνη την εποχή».[1] Η εξακριβωμένη παρουσία αρκετών γυναικών που κατηγορούνταν πως συμμετείχαν σε δίκτυα πληροφοριών, οργανώσεις κατασκοπείας ή απόκρυψης Βρετανών συνδυάζεται με το γεγονός ότι στο Εμπειρίκειο είχαν την έδρα τους κλιμάκια της γερμανικής και ιταλικής αντικατασκοπείας: «Όλα τα είχαν υπολογίσει οι Γερμανοί και οι Ιταλοί αξιωματικοί της αντικατασκοπείας που υπηρετούσαν στο Εμπειρίκειο Άσυλο των Αμπελοκήπων, το οποίο είχε μετατραπεί από σωφρονιστήριο εφήβων σε γυναικείες φυλακές: ακροβολισμένοι γκεσταπίτες σε όλη την περιοχή, περίπου δέκα στρατιώτες στην είσοδο, άλλοι τόσοι στον εσωτερικό χώρο, σκοπιές και φυλάκια επί 24ώρου βάσεως, ειδικευμένοι ελληνόγλωσσοι στα γραφεία και στη διοίκηση και οι Έλληνες υπάλληλοι ελεγμένοι όλοι, ένας κι ένας».[2] Σήμερα στεγάζονται σε αυτό το 46ο Ενιαίο λύκειο Αθηνών (2014), το 15ο Δημοτικό Σχολείο Αθήνας (2015)


[1] Μαρτυρία Τούλας Μάρα-Μιχαλακέα, στο: Μαρία Φαφαλιού, Κορίτσια σε περίκλειστους χώρους. Μαρτυρίες 1942-1952, Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2020, σ. 79.

[2] Ελευθέριος Σκιαδάς, «Άρτεμις Πετράντη: Εξευτέλισε την αντικατασκοπεία των κατακτητών

Επιχείρηση απόδρασης «Εμπειρίκειο»: Έσωσε το δίκτυο Τσιγάντε το 1942», Τα Αθηναϊκά, 22/10/2018 https://www.taathinaika.gr/artemis-petranti-i-ellinida-pou-ekseftelise-tin-antikataskopeia-ton-kataktiton/ (τελευταία είσοδος: 1 Οκτωβρίου 2025).

ΣΤΡΑΤΟΠΕΔΟ ΤΑΤΟΪΟΥ             

Το στρατόπεδο Τατοίου ήταν ένα από τα μεγαλύτερα στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας στην περιοχή της Αττικής. Ήταν συνδεμένο με το αεροδρόμιο Τατοίου το οποίο ήταν σε χρήση από την  ιταλική αεροπορία (έως το 1943) και από την γερμανική πολεμική αεροπορία από την έναρξη έως και τη λήξη της Κατοχής. Το αεροδρόμιο ήταν από τα παλαιότερα στρατιωτικά αεροδρόμια της χώρας. Ξεκίνησε να λειτουργεί το 1918, ενώ κατά τη διάρκεια του Ελληνοϊταλικού Πολέμου 1940/41 χρησιμοποιήθηκε και από την RAF.

Οι γερμανικές δυνάμεις χρησιμοποίησαν εκτενώς το Τατόι και επέκτειναν τον χώρο του. Οι διαστάσεις του ήταν περίπου 1830 x 640 μέτρα και διέθετε ασφαλτοστρωμένο διάδρομο μήκους 915 μέτρων. Στην περιοχή υπήρχαν επίσης υπόγειες δεξαμενές καυσίμων, αποθήκες βομβών και χώροι αποθήκευσης, όπως επίσης διάφορα συνεργεία, σταθμοί αυτοκινήτων και πυροσβεστικός σταθμός. Υπήρχαν 3 περιοχές διασποράς (δυτικά, βόρεια και ανατολικά), με συνολικά 36 ανοιχτά καταφύγια αεροσκαφών και 3 ακόμη υπό κατασκευή τον Ιούνιο του 1943. Από το Τατόι σε όλο τον χώρο της ανατολικής Μεσογείου επιχειρούσαν πολλές μονάδες βομβαρδιστικών, καταδιωκτικών αλλά κυρίως μεταφορικών αεροσκαφών της Luftwaffe. Τον Νοέμβριο του 1942 συγκροτήθηκε με βάση το Τατόι η 1η Διοίκηση Αεροπορικών Μεταφορών ΝΑ Ευρώπης (Lufttransportführer I Südost) ως προσωρινή τακτική διοίκηση από μονάδες της 2ης Πολεμικής Πτέρυγας Ειδικής Χρήσης (Kampfgeschwader zur besonderen Verwendung / KG z.b.V. 2), με αποστολή τον ανεφοδιασμό των δυνάμεων του Ρόμμελ στο μέτωπο της βόρειας Αφρικής. Από τον Μάιο του 1941 έως την εκκένωσή του τον Οκτώβριο του 1944, η γερμανική βάση στο Τατόι δέχθηκε συνολικά 12 αεροπορικές επιθέσεις.[1]   

Όπως προκύπτει από έγγραφα της εποχής, την περίοδο 1942-1944 βρίσκονταν στο Τατόι περίπου 200 έως 300 πολιτικοί κρατούμενοι των γερμανικών αρχών.[2] Τουλάχιστον ένας αριθμός από αυτούς, αν όχι το σύνολο, απασχολούνταν σε έργα επέκτασης του αεροδρομίου, κατασκευής εγκαταστάσεων και εκκαθάρισης του χώρου έπειτα από συμμαχικούς βομβαρδισμούς. Αυτού του είδους η καταναγκαστική εργασία ήταν οπωσδήποτε σκληρή και επικίνδυνη. Iσχυρή ένδειξη για αυτό αποτελούν διάφορες διατακτικές του Ερυθρού Σταυρού ο οποίος εφοδίαζε τακτικά το στρατόπεδο με φαρμακευτικό υλικό από την αποθήκη του ΔΕΣ, επιδέσμους, αντεμπρίνες, δισκία ασβεστίου, ενέσεις καμφοράς, τονωτικά φάρμακα για κρατουμένους που έπασχαν από ασθένειες ή εξάντληση, αλλά και είδη πρώτων βοηθειών «εις τραυματίας αεροπορικών επιδρομών», πχ γάζες, ενέσεις, αντιτετανικούς ορούς.[3] Το στρατόπεδο θα πρέπει να ήταν αρκετά οργανωμένο, όπως προκύπτει από το γεγονός ότι υπήρχε Έλληνας γιατρός. Ο αριθμός των θυμάτων παραμένει άγνωστος. Από μια αποδελτίωση των αιτήσεων αποζημίωσης των αρχών της δεκαετίας του ’60 προκύπτουν τουλάχιστον έξι θάνατοι κρατουμένων στο ΣΣ Τατοίου: δύο από εκτέλεση, δύο από κακουχίες και στερήσεις και ένας από τυχαίο γεγονός (εκπυρσοκρότηση όπλου). Σε μια από αυτές διαβάζουμε ότι το θύμα «εργαζόμενος κατόπιν επιστρατεύσεως εις το εν Τατοιω αεροδρόμιον εξηναγκάζετο να μετακινήται καθημερινώς και συνεπεία της εξαντλητικής εργασίας του, των κακουχιών και των στερήσεων προσεβλήθη εκ φυματιώσεως και συνεπεία της ανωτέρω την 28/3/1944 απεβίωσεν».[4]


[1] Henry L. deZeng IV, Luftwaffe Airfields 1935-45. Greece, Crete and the Dodecanese, 2015, σ. 19-20.

[2] Αρχείο Υπηρεσίας Αναζητήσεων ΕΕΣ, ΤΒ Ν. 15, Λ. Ζαρίφη προς ΕΕΣ/Επιτροπήν Διανομής Φαρμάκων, αρ. 13737, Αθήναι, 6.8.1942. Στο ίδιο, Ζαρίφη προς Υπηρεσία Διανομής Φαρμάκων ΔΕΣ, 13791, Αθήναι, 9.12.1943.

[3] Αρχείο Υπηρεσίας Αναζητήσεων ΕΕΣ, ΤΒ Ν. 15, Λ. Ζαρίφη προς Επιτροπήν Διανομής Φαρμάκων ΔΕΣ αρ. 13154, Αθήναι, 11.10.1943.

[4] ΓΑΚ, Ναζιστικές Αποφάσεις, αρ. 3373/1963.

ΟΔΟΣ ΜΕΡΛΙΝ, ΑΘΗΝΑ

Τον Οκτώβριο του 1943, η καρδιά της ναζιστικής Κατοχής της Ελλάδας βρισκόταν στην Αθήνα, στο οικοδομικό τετράγωνο Βασιλίσσης Σοφίας-Σέκερη-Μέρλιν-Κανάρη. Εκεί έδρευαν οι ανώτερες διοικήσεις των Ες-Ες. Στο κτίριο της ελληνογαλλικής Σχολής Γεωργίου Μεταξά στην Οδό Βασιλίσσης Σοφίας 11 εγκαταστάθηκε ο Ανώτατος Διοικητής των Ες-Ες και της Αστυνομίας (Höherer SS- und Polizeiführer) Ελλάδας, Βάλτερ Σιμάνα. Στην οδό Μέρλιν 10 βρισκόταν η έδρα του Ανώτερου Διοικητή της Αστυνομίας Ασφαλείας (Befehlshaber für SiPo/SD), Βάλτερ Μπλούμε. Στο αριθμό 3 της Οδού Μέρλιν βρίσκονταν τα γραφεία της Διοίκησης Αντικατασκοπείας του Στρατιωτικού Διοικητή Ελλάδας. Σε γειτονικά κτίρια στεγάστηκαν αντίστοιχες υπηρεσίες, όπως τη διοίκηση της Αστυνομίας Τάξης (Ordnungspolizei) που επίσης υπαγόταν στα Ες-Ες, στην Οδό Βασιλίσσης Σοφίας 5. Η είσοδος του συγκροτήματος πιθανότατα βρισκόταν στον αριθμό 1 της Οδού Σέκερη, στο Μέγαρο Μηταράκη. Δίπλα βρισκόταν το Γ’ Αστυνομικό Τμήμα (Κολωνακίου): «Μια μεγάλη σιδερένια πόρτα δίπλα ακριβώς στην πόρτα του Τμήματος ήταν η είσοδος για το Αρχηγείο των Ες-Ες. Δυό «πεταλάδες», θηρία μέχρι κει πάνω, με τα αυτόματα στα χέρια ήταν τοποθετημένοι στις δύο άκρες της πόρτας, βλοσυροί και αγριοπρόσωποι».[1] Με βάση μια καταγραφή τον Απρίλιο του 1944, στο συγκρότημα υπηρετούσαν 34 αξιωματικοί και 162 υπαξιωματικοί και οπλίτες των Ες-Ες, μαζί με 15 πολιτικούς υπαλλήλους, κυρίως διερμηνείς και πράκτορες.[2]   

Στην Οδό Μέρλιν δραστηριοποιούνταν όλες οι γερμανικές αστυνομικές διευθύνσεις που είχαν αποστολή την εξάρθρωση αντιστασιακών ομάδων, συμμαχικών κλιμακίων και τη δίωξη κομμουνιστών, εβραίων και άλλων εχθρών του Γ’ Ράιχ. Σε αναφορά του ελληνικού Υπουργείου Εξωτερικών τον Φεβρουάριο του 1945 για τους εγκληματίες πολέμου που έδρασαν στην Ελλάδα, διαβάζουμε ειδικά για τον Διοικητή της SiPo/SD τα εξής: «Λοχαγός Blume. Αρχηγός της εν Ελλάδι ειδικής υπηρεσίας των SD περιφερόμενος πάντοτε με πολιτικήν ενδυμασίαν, ωργάνωσε την όλην κατασκοπευτικήν υπηρεσίαν του Χιτλερισμού εν Αθήναις, ειδικεύθη εις την δίωξιν των κρυπτόμενων Ισραηλιτών, συνέλαβε πολλάς εκατοντάδας Ελλήνων και εφρόντισε διά την θανάτωσίν των. Ο ίδιος παρίστατο εις τα βασανιστήρια των συλλαμβανομένων Ελλήνων και με αφάνταστο σαδισμόν επέμενε να γίνωνται ακόμη περισσότερον αφόρητα».[3]

Ελάχιστα σημεία της πόλης ταυτίστηκαν με τον ζόφο της ναζιστικής κατοχής και επιβίωσαν στην αστική μνήμη όσο «τα Ες-Ες της οδού Μέρλιν» ή απλώς «Μέρλιν». Από τα ανακριτικά γραφεία πέρασαν εκατοντάδες αντιστασιακοί και πολίτες, οι οποίοι ανακρίνονταν και βασανίζονταν απάνθρωπα, προτού σταλούν για κράτηση, κυρίως στο Στρατόπεδο Χαϊδαρίου που υπαγόταν απευθείας στην Οδό Μέρλιν. Οι ανακρίσεις γίνονταν με την παρουσία διερμηνέων και περιλάμβαναν ανελέητους ξυλοδαρμούς, φάλαγγα και χρήση εργαλείων βασανισμού, όπως τροχαλίες, σιδερένια στεφάνια και πυρακτωμένα σίδερα. Ο Βαγγέλης Βασιλάτος, στέλεχος της ΕΠΟΝ, που συνελήφθη στις 17 Ιουνίου 1944 οδηγήθηκε στη Μέρλιν από την Ειδική Ασφάλεια  και περιγράφει την εμπειρία του ως εξής: «Βρισκόμουν στον θάλαμο της τροχαλίας. Δεν το ήξερα αυτό το βασανιστήριο. Σε λίγο, έτσι όπως ήμουνα ολόγυμνος, πιάνουν και μου δένουν τα χέρια με τις χειροπέδες πίσω στη ράχη και όχι μπροστά, όπως γίνεται συνήθως , και αρχίζουν να τραβάνε το σχοινί. Τα χέρια μου υψώνονταν ψηλά και το σώμα μου έκλινε προς τα μπρος. Τραβούσαν συνέχεια. Με έφτασαν στο σημείο ανάτασης, αλλά από την ανάποδη. Ο πόνος ήταν φοβερός. Τότε τράβηξαν απότομα το σκοινί και το κορμί μου υψώθηκε κάπου μισό μέτρο. Δεν πατούσα πια στο πάτωμα. Κρατιόμουνα από τα αναποδογυρισμένα χέρια. Το βάρος του σώματός μου, ήμουνα 65-70 κιλά, έπεφτε στους καρπούς των χεριών (που ήταν οι χειροπέδες) και στις αρθρώσεις των ώμων. Τραβήξανε λίγο ακόμα το σκοινί και δέσανε την άκρη του στον κρίκο. Οι πόνοι ήταν αβάσταχτοι. Ούρλιαζα. Αυτοί όμως συνέχιζαν την ανάκριση: ‘Λέγε, τι ξέρεις; Σε ποια οργάνωση ανήκεις; Τι κάνατε;’ Ταυτόχρονα πήραν τα κλόμπς κι άρχισαν να με βαράνε στην πλάτη από την άκρη του κεφαλιού και τους ώμους μέχρι κάτω στα πόδια. Το σώμα μου όλο είχε γίνει κατάμαυρο. Μετά έπαιρναν το αγκαθωτό συρματόσχοινο και χτυπούσαν μ’ αυτό. Κάθε τέτοια βουρδουλιά μου ξέσκιζε το κορμί και μαύρα αίματα έτρεχαν από δω κι από κει κι άρχισαν να στάζουν κάτω. Από τους φοβερούς πόνους που ένιωθα λιποθύμησα. Τότε βούτηξαν ένα πατσαβούρι στον κουβά που ήταν γεμάτος βρωμόνερα και μου έδωσαν μία στη μούρη. Συνήρθα αμέσως. Αυτό επαναλήφθηκε δυο-τρεις φορές».[4] Οι ανακρινόμενοι έβγαιναν από την αίθουσα ημιλιπόθυμοι, με σκοπό να τους δουν αυτοί που περίμεναν τη σειρά τους, για λόγους ψυχολογικής βίας.

Το οικοδομικό τετράγωνο Βασιλίσσης Σοφίας-Μέρλιν-Κανάρη-Σέκερη έχει υποστεί αρκετές πολεοδομικές αλλαγές. Η Σχολή Μεταξά γκρεμίστηκε το 1962 και στη θέση της σήμερα βρίσκεται ένα σύμπλεγμα γραφείων ασφαλιστικής εταιρείας. Το Μέγαρο Μηταράκη κατεδαφίστηκε το 1967. Το κτίριο της Μέρλιν 6, όπου βρίσκονταν τα ανακριτικά γραφεία, έχει επίσης κατεδαφιστεί και στη θέση του υπάρχει κατάστημα προϊόντων ομορφιάς. Στις 25 Απριλίου 1983 πραγματοποιήθηκε επίσημη τελετή και αποκαλυπτήρια μνημείου στην Μέρλιν 6. Το μνημείο αποτελείται από μια πόρτα κελιού και ένα ανάγλυφο έργο του γλύπτη Θανάση Απάρτη με την επιγραφή «Εδώ ήτανε το κολαστήριο της Γκεστάπο 1941-1944».


[1] Βασίλης Δάρας, Γ83. Βίος και βιώματα ενός απλού ανθρώπου. Αθήνα 1995, σ. 28.

[2] BArch, RH 34/263, Anlage zu Stadtkommandantur Athen, Tgb. Nr. 730/44 geh., Truppenliste der in Athen anwesenden Einheiten, 10.4.1944.

[3] Παρατίθεται στο: Αντώνης Ι. Φλούντζης, Χαϊδάρι. Κάστρο και Βωμός της Εθνικής Αντίστασης, Παπαζήσης, Αθήνα 1976, σ. 109.

[4] Παρατίθεται στο: Φλούντζης, Χαϊδάρι, σ. 119.

ΣΤΡΑΤΟΠΕΔΟ ΛΙΑΝΟΚΛΑΔΙΟΥ

Ο σιδηροδρομικός σταθμός Λιανοκλαδίου υπήρξε σημαντικός κόμβος του σιδηροδρομικού άξονα Αθηνών-Θεσσαλονίκης. Την άνοιξη του 1943 ήταν ένα από τα σημεία που εντάχθηκε στα έργα επέκτασης του σιδηροδρομικού δικτύου στα πλαίσια του προγράμματος VIADUKT που είχε αναλάβει να υλοποιήσει η Οργάνωση Todt. Τον Μάιο του 1943 έδρευε στο Λιανοκλάδι μια από τις δέκα διευθύνσεις έργων (Bauleitung) που διέθετε η OT στην Ελλάδα, με το ίδιο όνομα («Lianokladi»).[1] Χιλιάδες εργάτες εργάστηκαν για τη βελτίωση της γραμμολογίας του σταθμού, σε σχετικές εργασίες σε κοντινά σημεία του δικτύου και την κατασκευή οχυρωματικών της Βέρμαχτ. Για το στρατόπεδο του Λιανοκλαδίου δεν διαθέτουμε παρά ελάχιστες πληροφορίες.  Σύμφωνα με μια μαρτυρία βρισκόταν σε κοντινή απόσταση από τον σιδηροδρομικό σταθμό, προς την πλευρά του ποταμού Σπερχειού, από τις όχθες του οποίου γίνονταν συχνά αμμοληψίες για τα διάφορα έργα.Σύμφωνα με άλληπηγή είχε έκταση περίπου 800 τετραγωνικών μέτρων καιήταν περιφραγμένο με συρματόπλεγμα. Όπως και στα άλλα στρατόπεδα έτσι και εδώ ο χώρος διαμονής των εργατών ήταν ένα μεγάλο ξύλινο οίκημα σχεδιασμού του Todt, με τέσσερις ισομεγέθεις χώρους χωρίς κρεβάτια ή άχυρο, αναγκάζοντας τους διαμένοντες να κοιμούνται στο βρώμικο πάτωμα. Δύο ακόμη μικρές παράγκες – αποθήκες, χρησίμευαν η μία ως κουζίνα και η άλλη ως αποθήκη εργαλείων και ξύλων για την κουζίνα. Δέκα μέτρα περίπου από το στρατόπεδο υπήρχε μία παράγκα και μία αποθήκη, όπου είχαν εγκατασταθεί τα μέλη του Τοντ που εκτελούσαν τις εξειδικευμένες εργασίες.  

Όπως σε όλα τα εργοτάξια της Todt, οι συνθήκες ήταν εξαιρετικά δύσκολες. Στα τέλη Μαρτίου και Απριλίου του 1943 στάλθηκαν στο στρατόπεδο Λιανοκλαδίου για καταναγκαστικά έργα στον σιδηρόδρομο 500 Θεσσαλονικείς εβραίοι. Ένας από τους επιζώντες αναφέρει πως οι συνθήκες διαβίωσης ήταν καλύτερες από τα άλλα δύο εργοτάξια στην Στερεά Ελλάδα  (Θήβα, Καρυά), αν και είχαν φτάσει στο σημείο να τρώνε ακόμα και χελώνες που τις έβραζαν σε τενεκέδες αφού πρώτα έσπαγαν το καβούκι τους.[2] Οι εβραίοι αντικαταστάθηκαν από 400 Γιουγκοσλάβους αιχμάλωτους πολέμου που μεταφέρθηκαν επίσης από τη Θεσσαλονίκη, όταν δε αντίκρυσαν τους εβραίους τους παρομοίασαν με ζωντανούς σκελετούς.[3] Τον Αύγουστο του 1943 υπήρχαν στο Λιανοκλάδι 290 Σέρβοι και 153 Έλληνες πολιτικοί κρατούμενοι που οι Γερμανοί είχαν μεταφέρει από τις φυλακές Αβέρωφ και Συγγρού. Σε σχετικά έγγραφα διαβάζουμε πως η «κατάστασις [των Σέρβων] είναι λίαν τραγική», ενώ για τους Έλληνες πως «η κατάστασις των ανθρώπων αυτών είναι οικτρά από πάσης αποψεως, είναι πάντες γυμνοί και ανυπόδητοι και στερούνται των πάντων».[4]

Σύμφωνα με μαρτυρίες και βιβλιογραφικές πηγές, οι καταναγκαστικοί εργάτες στο Λιανοκλάδι στέλνονταν κατά ομάδες για δουλειά και σε διάφορα γειτονικά εργοτάξια. Γνωρίζουμε ότι 160 εβραίοι στάλθηκαν από εκεί για να εργαστούν στην επισκευή της ανατιναγμένης γέφυρας του Ασωπού.[5] Μέχρι την αποκατάσταση της 200 Έλληνες (χριστιανοί και εβραίοι) και 150 Γιουγκοσλάβοι αιχμάλωτοι δούλεψαν σε συνεχείς φορτοεκφορτώσεις των τραίνων εκατέρωθεν της γέφυρας, κυρίως στον σιδηροδρομικό σταθμό Γραβιάς[6] και στην Αγία Μαρίνα, όπου περίπου 120 Γιουγκοσλάβοι κρατούμενοι φόρτωναν κάθε είδους υλικά από τα τραίνα στα πλοία και αντίστροφα. Στις αρχές Σεπτεμβρίου 1943 το στρατόπεδο του Λιανοκλαδίου έκλεισε και όλοι οι κρατούμενοι μεταφέρθηκαν στο στρατόπεδο Δομοκού.


[1] Klaus Böhm, Die Organisation Todt im Einsatz 1939-1945 dargestellt nach Kriegsschauplätzen auf Grund der Feldpostnummern (Quellen zur Geschichte der Organisation Todt, hrsg. Hedwig Singer), Band 3, Biblio Verlag: Osnabrück 1987, σ. 637.

[2] Μαρτυρία Αλμπέρτο Σαούλ. Παρατίθεται στο: Έρικα Κούνιο-Αμαρίλιο, Αλμπέρτος Ναρ (επιμ.), Προφορικές μαρτυρίες εβραίων της Θεσσαλονίκης για το Ολοκαύτωμα, επιμέλεια-επίμετρο Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου, Ευρασία, Αθήνα 2015, σ. 393-399.

[3] Βικτώρια Μπίχτα, Σέρβοι κρατούμενοι στη γερμανοκρατούμενη Θεσσαλονίκη 1941-1944, αδημοσίευτη διδακτορική διατριβή, Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, Θεσσαλονίκη 2021, σ.114-116.

[4] Α/ΔΑΕΣΣ, ΤΒ Ν. 16, Ελληνικός Ερυθρός Σταυρός, Επιτροπή Περιθάλψεως Αναπήρων, Τμήμα Λαμίας προς τον Ελληνικόν Ερυθρόν Σταυρόν, Λαμία 18 Αυγούστου 1943 και στο ίδιο, Ελληνικός Ερυθρός Σταυρός, Επιτροπή Περιθάλψεως Αναπήρων, Τμήμα Λαμίας προς τον Ελληνικόν Ερυθρόν Σταυρόν, αρ. πρωτ. 83, Λαμία, 26 Αυγούστου 1943

[5] NARA,  T311-R332, fr. 6289856, Geheime Kommandosache. Berichte über die Reise im Bereich Ob. Südost, vom 26.6-9.7.43. Oberstleutnant d.G. Boehncke.  OKW.WFSt/Op. H. Nr. 003403/43/g.Kdos/ F.H.Qu. 13 Juli 1943. Επίσης, BArch, RH47/331 Asopos Brücke Technische Bericht, σ.9.

[6] NARA, T311- R 173, fr.001161,Oberkommando des Heeres.Heeresgruppe  E.  Ο.Qu – Ausenstelle Athen der Heeresgruppe E. Br. B. Nr. 2882/ 9.11.43. 

ΦΥΛΑΚΕΣ ΛΑΜΙΑΣ

Οι Φυλακές Λαμίας οικοδομήθηκαν το 1915 σε ιδιόκτητο οικόπεδο το οποίο ενοικιάστηκε από το κράτος. Περιλάμβαναν ανδρικό και γυναικείο τμήμα. Το μεν ανδρικό βρισκόταν στο τετράγωνο των σημερινών οδών Καποδιστρίου-Αλαμάνας-Διάκου-Παπακυριαζή, το γυναικείο βρισκόταν νοτιότερα και περικλειόταν από τις οδούς Ξάνθου-Παπακυριαζή-Τσακάλωφ-Αλαμάνας. Το ανδρικό τμήμα είχε δυναμικότητα 100 ατόμων. Οι πληροφορίες για την προπολεμική περίοδο είναι λίγες, οπωσδήποτε όμως οι φυλακές δεν ανταποκρίνονταν στα πρότυπα λειτουργίας τους. Ο τοπικός Τύπος στις αρχές της δεκαετίας του ’30 σημείωνε πως «το οίκημα το οποίον στεγάζει σήμερον τους φυλακισμένους αποτελεί στίγμα διά τον πολιτισμόν μας». Την περίοδο 1933-1935, διάφορες προτάσεις μεταστέγασης των φυλακών στο Κάστρο της Λαμίας ή στο εγκαταλειμμένο «Ελασσώνειον» Νοσοκομείο δεν υλοποιήθηκαν. [1]

Την περίοδο της Κατοχής και παρά τις ζημιές από τους γερμανικούς βομβαρδισμούς, οι φυλακές συνέχισαν τη λειτουργία τους. Στις 30 Σεπτεμβρίου 1941 καταγράφονται 121 κρατούμενοι, στο σύνολό τους για ποινικές υποθέσεις.[2] Έως το 1943 το κτίριο των ανδρικών φυλακών χρησιμοποιήθηκε και από τις ιταλικές κατοχικές δυνάμεις οι οποίες είχαν τον στρατιωτικό έλεγχο όλης της Στερεάς Ελλάδας. Σε αναφορά του Υπουργείου Δικαιοσύνης προς τις ιταλικές δυνάμεις τον Μάρτιο του 1943, σημειώνεται πως το κτίριο «από απόψεως χωρητικότητος είναι καλόν. Ο αερισμός του επαρκής. Χωρητικότης διά 100 κρατουμένους. Κρατούνται ήδη 161. Κατά τας πληροφορίας του Υπουργείου οι κρατούμενοι διαβιούσιν ανεκτώς, εν σχέσει προς την κατάστασιν των άλλων φυλακών. Διά τας υγειονομικάς δαπάνας και τας τοιαύτας καθαριότητος διετέθησαν υπό του Υπουργείου ανεξαρτήτως των τακτικών πιστώσεων και 500.000 δρχ. Όσον αφορά την τροφήν, ο ΕΣ αποστέλλει τακτικώς τρόφιμα […] Εγένετο εντολή προς την διεύθυνσιν της φυλακής να αναφέρει ημίν διατί η τροφή των κρατουμένων είναι ελλιπής».[3] Στις φυλακές κρατήθηκαν από τους Ιταλούς αντιστασιακοί αλλά και πολίτες που δολοφονούνταν σε επιχειρήσεις αντιποίνων, με πιο γνωστή περίπτωση αυτή της εκτέλεσης 14 ομήρων στις 10 Δεκεμβρίου 1942, σε αντίποινα για την ανατίναξη της γέφυρας του Γοργοποτάμου.[4]   

Από τον Οκτώβριο του 1943 οι φυλακές χρησιμοποιήθηκαν από τις γερμανικές δυνάμεις για τον εγκλεισμό αντιστασιακών και πολιτών που είχαν αντικατοχική δράση. Από τα μέσα Νοεμβρίου 1943 η Λαμία διέθετε παράρτημα της SiPo/SD και ήταν μαζί με την Αθήνα και τη Λάρισα έδρα κλιμακίου του Διοικητή της Αστυνομίας Τάξης (BdO).[5] Κρατούμενοι των φυλακών εκτελέστηκαν ομαδικά σε τουλάχιστον δύο περιπτώσεις: 2 Απριλίου 1944 στη Λαμία (50 άτομα) και 25 Απριλίου 1944 στη θέση «Καρακόλιθος» Βοιωτίας (37 σε σύνολο 134 ή 136 εκτελεσθέντων). Στις 29 Ιουλίου 1944 υπήρχαν 120 πολιτικοί κρατούμενοι, όλοι χαρακτηρισμένοι ως «γερμανοκρατούμενοι».[6]

Την περίοδο του Εμφυλίου 1946-1949 οι Φυλακές Λαμίας έγιναν ένα από τα κεντρικά δεσμωτήρια της χώρας για πολιτικούς κρατουμένους, κομμουνιστές, αιχμαλώτους αντάρτες και πολίτες που διώκονταν για τα πολιτικά τους φρονήματα. Συνολικά 435 κρατούμενοι των φυλακών εκτελέστηκαν με αποφάσεις του Έκτακτου Στρατοδικείου Λαμίας [ΠΗΓΗ;]. Οι μελλοθάνατοι άνδρες κρατούνταν σε ξεχωριστό οίκημα απέναντι από τις κυρίως φυλακές, στην οδό Όθωνος. Οι Φυλακές καταργήθηκαν το 1969. Σήμερα στη θέση του κτιρίου (Καποδιστρίου 36) υπάρχει παράρτημα των Ελληνικών Ταχυδρομείων (ΕΛΤΑ) και χώρος στάθμευσης αυτοκινήτων. Στη θέση του κτιρίου των μελλοθανάτων της περιόδου του Εμφυλίου υπάρχει σήμερα το 10ο Δημοτικό Σχολείο Λαμίας.    


[1] «Οι φυλακές της Λαμίας», 02/11/2018, ιστολόγιο Αμφικτύων, https://amfictyon.blogspot.com/2018/11/blog-post.html (τελευταία είσοδος: 24/11/2025). 

[2] ΓΑΚ, Αρχείο Υπ. Δικαιοσύνης, φ. 174α, Πίναξ εμφαίνων τους κρατουμένους εν ταις φυλακαίς του κράτους κατά την 30 Σεπτεμβρίου [1941].

[3] ΓΑΚ, Αρχείο Υπ. Δικαιοσύνης, φ. 176, Ελληνική Πολιτεία/Υπουργείο Δικαιοσύνης/Διεύθυνσις Σωφρονιστικής Διοικήσεως, «Προς την Βασιλικήν Ιταλικήν Αντιπροσωπείαν εν σχέσει προς την κατάστασιν των φυλακών περί ων το διαβιβασθέν εις το Υπουργείον σημείωμα αυτής», Αθήναι, 2.3.1943.

[4] Γιώργος Χανδρινός, «75 Χρόνια Γοργοπόταμος: σιδηροδρομικές πτυχές μιας ιστορικής ανατίναξης», Σιδηροτροχιά τχ. 51 (2017), σ.26.

[5] NARA, T501, roll 255, Militärbefehlshaber Griechenland/Ic, Lagebericht für die Zeit vom 15.11 -30.11.1943, Anlage zu KTB; BArch, R 70 (Griechenland) /1, Begl. Abschrift, Der Befehlshaber der Sicherheitspolizei und des SD für Griechanland. Αθήνα, 3.11.1944.

[6] Α/ΔΑΕΣΣ, ΤΒ Ν. 16, ΕΕΣ, Επιτροπή Περιθάλψεως Αναπήρων, Τμήμα Λαμίας προς το Γραφείο Αιχμαλώτων ΕΕΣ, Αρ. πρωτ. 167. Λαμία, 29.7.1944.

ΕΡΓΟΤΑΞΙΟ ΚΑΡΥΑΣ ΦΘΙΩΤΙΔΑΣ

Στις αρχές του 1943, η Οργάνωση Todt έφτιαξε ένα από τα σιδηροδρομικά του εργοτάξια στον σιδηροδρομικό σταθμό Καρυάς στην νοτιοδυτική πλευρά της Όθρυος, μεταξύ Λιανοκλαδίου και Νεζερού. Στο σημείο οι γερμανικές δυνάμεις κατοχής είχαν αποφασίσει τη  διάνοιξη μιας βαθιάς τομής στον πετρώδη λόφο απέναντι σχεδόν από το κτίριο του σταθμού, ώστε να επεκταθεί, κατά περίπου 300μ. μια προὒπάρχουσα «τυφλή» παρακαμπτήρια γραμμή, στη σιδηροδρομική ορολογία «μόρτα ασφαλείας».[1]

Το έργο εκτελέστηκε από την εταιρεία Ούμπερλαντ (Überland Hoch-, Tief-, und Straßenbau AG), θυγατρική της εταιρείας Leonhard Moll με έδρα το Μόναχο η οποία είχε ενταχθεί στον Οργανισμό Todt ως μονάδα έργου. Επικεφαλής του έργου ήταν ο μηχανικός Χανς Ρέσλερ και στρατοπεδάρχης/αρχιεπιστάτης ο Γιόζεφ Λανγκμάιερ, αξιωματικοί της Todt και υπάλληλοι της Überland/Moll.[2] Το στρατόπεδο-εργοτάξιο οργανώθηκε τον Φεβρουάριο του 1943 και επανδρώθηκε αποκλειστικά από Θεσσαλονικείς εβραίους οι οποίοι  στάλθηκαν εκεί σε δύο ομάδες, στα τέλη Μαρτίου και στα μέσα Απριλίου 1943, όταν βρισκόταν σε πλήρη εξέλιξη η μαζική σύλληψη και ο εκτοπισμός των μελών της Ισραηλιτικής Κοινότητας Θεσσαλονίκης στο στρατόπεδο του Άουσβιτς. Η πρώτη ομάδα αποτελούνταν από συλληφθέντες σε μπλόκο που εξαπολύθηκε στις 24 Μαρτίου στον (γκετοποιημένο) συνοικισμό 151, η δεύτερη από πιασμένους μέσα στο γκέττο του Βαρώνου Χιρς που λειτουργούσε ως διαμετακομιστικός σταθμός. Σύμφωνα με μια μαρτυρία του 1945, ο αριθμός της δεύτερης ομάδας ανερχόταν σε 420 άτομα.[3] Οι βασικές βιβλιογραφικές πληροφορίες κάνουν λόγο για 300 καταναγκαστικούς εργάτες στην Καρυά,[4] το σύνολο πιθανόν να ανέρχεται σε 500 άτομα.

Οι λίγες μαρτυρίες επιζώντων περιγράφουν ένα πραγματικό κολαστήριο. Οι εβραίοι εργάτες διανυκτέρευαν σε δύο ξύλινα οικήματα κατασκευής του Τοντ χωρητικότητας περίπου 250 ατόμων το καθένα ενώ την ημέρα ήταν αναγκασμένοι να σπάνε πέτρες και να μεταφέρουν τα μπάζα στην άλλη πλευρά της σιδηροδρομικής γραμμής με βαγονέτα. Δούλευαν σε 12ωρες βάρδιες, το νερό ήταν ελάχιστο και το φαγητό αποτελούνταν κυρίως από νερόβραστα φασόλια και λάχανο τουρσί, ενώ σπάνια τους έδιναν ψωμί η μερίδα του οποίου ποτέ δεν υπερέβαινε τα 100 δράμια. Δεν τους δόθηκε ρουχισμός ή παπούτσια κατάλληλα και πολλοί ήταν αναγκασμένοι να περπατούν ξυπόλητοι πάνω σε κοφτερές πέτρες.[5] Οι αρρώστιες (αβιταμίνωση, δυσεντερία, εξανθηματικός τύφος κλπ.) έκαναν θραύση, ενώ οι φρουροί-επιστάτες, οι περισσότεροι από τους οποίους ήταν εθνοτικοί Γερμανοί από τα Βαλκάνια, Κροάτες και Σέρβοι, είχαν το ελεύθερο να εκτελούν εν ψυχρώ όσους έκριναν πως δεν δούλευαν πολύ. Δεδομένου ότι η σιδηροδρομική κυκλοφορία συνεχιζόταν, το μαρτύριο των εβραίων εργατών ήταν ορατό από τους επιβάτες των τρένων. Ένας από αυτούς, ο συγγραφέας Γεώργιος Βαφόπουλος από την Θεσσαλονίκη άφησε την παρακάτω περιγραφή: «Λίγα χιλιόμετρα πριν από την Λαμία, το τραίνο είχε πάλι σταθεί, κοντά σε μιαν ερημιά, όπου η ψυχή μου δοκιμάσθηκε από την φοβερή σκηνή μιας δαντικής κόλασης. Δεν είναι σχήμα λόγου τούτη η πολυμεταχειρισμένη έκφραση. Εκεί κάτω στη μικρή χαράδρα, μπροστά στο σταματημένο τραίνο παιζόταν η τελευταία πράξη ενός επεισοδίου από την κόλαση του μεγάλου Φλωρεντίνου. Ήσαν στημένα μερικά παραπήγματα, όπου πριν από λίγους μήνες ίσως στεγαζόταν κάποιο «τάγμα εργασίας» των ταλαιπωρημένων Εβραίων. Τώρα είχαν απομείνει κάμποσα ζωντανά ξεφτίδια, που φαίνεται πως κάποτε ήσαν άνθρωποι. Σκελετωμένα σώματα, με ίχνη πάνω τους από κουρέλια, μόλις σαλεύανε από την ανημποριά. Και τα πρόσωπα, δίχως ανθρωπιά, έμοιαζαν μορφές πληγωμένων ζώων που ξεψυχούσαν. Προσπαθούσαν να περπατήσουν και τρίκλιζαν, σκοντάφτανε πάνω στις πέτρες και τότε έτρεχε ο φύλακάς τους και κατέβαζε μ´ ορμή στο κουρελιασμένο σώμα το γερμανικό μαστίγιο».[6]

Ο συνολικός αριθμός όσων πέθαναν στην Καρυά παραμένει ανεξακρίβωτος, η θνησιμότητα ήταν οπωσδήποτε εξαιρετικά υψηλή. Σύμφωνα με την μαρτυρία (1954) του θεσσαλονικού Ισάκ Μωύς Κοένκα που κατάφερε να δραπετεύσει στις αρχές Αυγούστου 1943, περίπου 40-50 άτομα πέθαναν από τις κακουχίες ή δολοφονήθηκαν από τους φύλακες στο εργοτάξιο της Καρυάς, το οποίο ο ίδιος χαρακτηρίζει «κόλαση επί γης» και τάφηκαν πρόχειρα κατά μήκος της σιδηροδρομικής γραμμής, δεξιά προς την κατεύθυνση της  Αθήνας.[7]    

Από τα σιδηροδρομικά εργοτάξια-στρατόπεδα της Στερεάς Ελλάδας κατάφεραν να επιστρέψουν στη Θεσσαλονίκη περίπου 800 άτομα. οι οποίοι στάλθηκαν στο Άουσβιτς στις 10 Αυγούστου 1943 με την 19η και τελευταία αποστολή από την Θεσσαλονίκη. Οι περισσότεροι ήταν τόσο αδύναμοι και ταλαιπωρημένοι, ώστε κρίθηκαν ανίκανοι για εργασία και οδηγήθηκαν αμέσως στο κρεματόριο. Στο στρατόπεδο έγιναν δεκτοί μόλις 271 άνδρες.[8]

Το εργοτάξιο της Καρυάς εγκαταλείφθηκε μετά την ολοκλήρωση των εργασιών, ο χώρος συνέχισε να λειτουργεί ως στάση στο σιδηροδρομικό δίκτυο των ΣΕΚ και αργότερα του ΟΣΕ ως το 2019, οπότε και καταργήθηκε συνέπεια της επαναχάραξης της γραμμής. Παρά τις συμπληρωματικές πληροφορίες για την ύπαρξη ομαδικού τάφου κοντά στις γραμμές, το ακριβές σημείο του δεν έχει ακόμη εντοπιστεί. Πρόσφατα ο χώρος αποτέλεσε αντικείμενο λεπτομερούς μελέτης από εξειδικευμένη ομάδα Γερμανών και Ελλήνων επιστημόνων, στα πλαίσια εκπαιδευτικού και εκθεσιακού προγράμματος με κύριο φορέα το Κέντρο Τεκμηρίωσης Ναζιστικής Καταναγκαστικής Εργασίας (Dokumentationzentrum NS-Zwangsarbeit) στο Βερολίνο, με τίτλο «Καρυά 1943. Καταναγκαστική Εργασία και Ολοκαύτωμα». Η ομώνυμη περιοδική έκθεση παρουσιάστηκε σε Βερολίνο, Αθήνα, Θεσσαλονίκη και Λαμία το 2024 και το 2025.


[1] Ζήσης Πρωτόπαπας, Τουριστικός Σιδηροδρομικός Οδηγός. Πολιτιστικό και Μορφωτικό Κέντρο Σιδηροδρομικών,  Αθήνα 1992, σ 31.

[2] Ιστότοπος «Καρυά. Καταναγκαστική Εργασία και Ολοκαύτωμα» https://karya1943.eu/en/karya-1943-en/ (τελευταία είσοδος: 28/6/2025).

[3] Schmuel Arditti, YV ITEM ID 3556222.

[4] In Memoriam, σ. 114, 115.

[5] Sam Cohen, VHA, Interview Code 34795, 2.11.1997.

[6] Γ. Φ. Βαφόπουλος, Σελίδες αυτοβιογραφίας, Θεσσαλονίκη 1971, σ. 168, 169.

[7] Ιστορικό Αρχείο Ισραηλιτικής Κοινότητας Θεσσαλονίκης (ΙΑΙΚΘ), Φάκελος 323, Υπεύθυνη Δήλωση Ισάκ Μωύς Κοένκα, 1.11.1954.

[8] Pepo Matalon, VHA, Interview Code 49030, 13.11.1998.

ΦΥΛΑΚΕΣ ΑΒΕΡΩΦ

Οι Φυλακές Αβέρωφ χτίστηκαν στην Λεωφόρο Αλεξάνδρας το 1896 με δωρεά του εθνικού ευεργέτη Γεώργιου Αβέρωφ ως αναμορφωτήριο ανηλίκων, με την επίσημη ονομασία «Εφηβείο Αβέρωφ». Από το 1941 ως το 1944 λειτούργησαν ως στρατιωτικές φυλακές για τις ιταλικές και τις γερμανικές αρχές στην πρωτεύουσα, ταυτόχρονα συνέχισαν να λειτουργούν ως ελληνικό σωφρονιστικό κατάστημα, με ανδρικό και γυναικείο τμήμα, ενώ στη συνέχεια δημιουργήθηκε και παιδικό τμήμα για παιδιά φυλακισμένων.[1] Η κατοχική τους ιστορία ξεκινά στις 26 Ιουνίου 1941, όταν οι Ιταλοί, χωρίς προηγούμενη συνεννόηση με τη διοίκηση των φυλακών αλλά με την συγκατάθεση των γερμανικών αρχών, κατέλαβαν αιφνιδιαστικά όλη την αριστερή πτέρυγα του κεντρικού καταστήματος με τα κελιά και το αντίστοιχο υλικό.[2] Το ιταλικό τμήμα των Φυλακών Αβέρωφ ονομάστηκε Comando Carcere Militare Averoff με διοικητή τον ταγματάρχη Γκίντο Κόρτι (Guido Corti). Οι Γερμανοί χρησιμοποιούσαν τις Φυλακές ως κεντρικές στρατιωτικές φυλακές Αθηνών της Βέρμαχτ  (Kriegswehrmachtgefangnis Athen) Οι Ιταλοί είχαν αναλάβει εξολοκλήρου την εξωτερική φρούρηση του συγκροτήματος.[3] Την περίοδο της Κατοχής, βρέθηκαν στις Φυλακές Αβέρωφ χιλιάδες υπόδικοι ή καταδικασμένοι από τα στρατοδικεία των κατοχικών αρχών, άνδρες και γυναίκες, αντιστασιακοί και αντάρτες, διαδηλωτές,[4] μέλη οργανώσεων κατασκοπείας, ένας αριθμός Βρετανών πρακτόρων από τη Μέση Ανατολή που είχαν συλληφθεί στην Αθήνα,[5] ακόμα και Γερμανοί στρατιωτικοί που είχαν τιμωρηθεί για διάφορα παραπτώματα.

Τυπικά, οι Φυλακές υπάγονταν στο ελληνικό Υπουργείο Δικαιοσύνης. Το διοικητικό και σωφρονιστικό προσωπικό ήταν Έλληνες, ενώ Ιταλοί και Γερμανοί προίσταντο στα αντίστοιχα τμήματα της φυλακής που βρίσκονταν υπό την εποπτεία τους. Λόγω της λειτουργίας τους, οι Φυλακές Αβέρωφ θύμιζαν αρκετά την δομή και οργάνωση ενός γερμανικού στρατοπέδου συγκέντρωσης, κυρίως ως προς την μεγάλη εξουσία που απολάμβανε το χαμηλόβαθμο προσωπικό: φύλακες, διερμηνείς και θαλαμάρχες είχαν δυσανάλογα εκτεταμένες αρμοδιότητες και ασκούσαν πραγματική εξουσία πάνω στους εγκλείστους. Μια γνωστή περίπτωση αφορά την γερμανίδα νοσοκόμο και αργότερα διερμηνέα Μαργκαρέτε Κάουφελς (Margarete Kaufels), γνωστή σε ελληνικές μαρτυρίες ως «Μαργαρίτα Χαρτοφύλλου». Παντρεμένη με Έλληνα και εγκατεστημένη στην Ελλάδα πριν τον Πόλεμο, η Κάουφελς, σύμφωνα με καταθέσεις μελών του σωφρονιστικού προσωπικού το 1945-46 στο Γραφείο Εγκλημάτων Πολέμου, «πολλάκις υπεδείνυε ορισμένους κρατουμένους εις τους Γερμανούς οι οποίοι τους εκακομεταχειρίζοντο. Την αυτήν συμπεριφοράν [επέδειξε] και έναντι των υπαλλήλων των φυλακών […] Επίσης ήκουσα να λέγεται ότι οπόταν επρόκειτο να γίνουν εκτελέσεις υπό των Γερμανών, η κατηγορουμένη εγλεντούσε με τους Γερμανούς. Επίσης η κατηγορουμένη συμπεριφέρετο βαναύσως και προς τους επισκέπτας των κρατουμένων».[6] Αν και η Κάουφελς δεν είχε συμμετοχή σε φόνους ή εκτελέσεις ούτε κάποια άλλη εξουσία, είναι χαρακτηριστικό πως ήταν η πλέον αναγνωρίσιμη φυσιογνωμία για τους περισσότερους εγκλείστους και μάλιστα, ελλείψει στοιχείων ταυτοποίησης των άλλων Γερμανών δραστών, «χρεώθηκε» όλη την βία των Φυλακών και της απαγγέλθηκαν κατηγορίες για «βιαιοπραγία, τρομοκράτηση του αμάχου πληθυσμού, βασανισμούς κάθε είδους κρατουμένων και μελών του προσωπικού των Φυλακών Αβέρωφ, εκβιασμούς» κ.ά., χωρίς η υπόθεση να φτάσει στο δικαστήριο.[7]

Οι φυλακές διέθεταν 96 κελιά συνολικής χωρητικότητας 450 ατόμων και τουλάχιστον τρεις ομαδικούς θαλάμους δυναμικότητας περίπου 100 ατόμων. Ένας 19χρονος αντιστασιακός που μεταφέρθηκε στις φυλακές στις αρχές του 1944 περιγράφει τους θαλάμους των κρατουμένων ως εξής: «Ήταν μεγάλος τουλάχιστον τριάντα μέτρα μήκος και πλάτος πέντε ή έξι μέτρα. Ένας οπλισμένος Γερμανός φρουρός ξεκλείδωσε την καγκελωτή πόρτα και μπήκα μέσα […] Ένας κρατούμενος που εκτελούσε χρέη θαλαμάρχου, με βοήθησε να φτάσω στο τέρμα αριστερά του θαλάμου, όπου μου έδειξε τη θέση μου: ένα στρώμα στο πάτωμα με δύο κουβέρτες. Ο θάλαμος ήταν γεμάτος από κρατούμενους κάθε ηλικίας. Τα στρώματα ήταν σε δυο σειρές αριστερά και δεξιά, στο μέσον ένας πλατύς διάδρομος σε όλο το μήκος».[8] Η πτέρυγα των μελλοθανάτων βρίσκονταν στη δυτική πλευρά του συγκροτήματος των φυλακών παράλληλα προς την οδό Κυρίλλου Λουκάρεως, στο λεγόμενο Block C. Τα κελιά απλώνονταν κατά μήκος ενός μεγάλου διαδρόμου και ήταν ατομικά, διαστάσεων περίπου 2,50 Χ 3,50 μέτρα. Στον χώρο του κελιού υπήρχε ένα μικρό σιδηρόφρακτο παράθυρο και μια μικρή στρογγυλή τρύπα (φινιστρίνι) στην πόρτα διαμέτρου πέντε ή έξι εκατοστών σε ύψος 1,5 μέτρο από το δάπεδο. Οι μελλοθάνατοι έβγαιναν από τα κελιά τους στις 8 το πρωί για πλύσιμο σε ομαδικούς νιπτήρες και τουαλέτα. Κάθε δεύτερη μέρα, στις 10 με 11 το πρωί τους επιτρεπόταν να προαυλίζονται ομαδικά σε μια μικρή εσωτερική αυλή, βαδίζοντας σε κύκλο επί μισή ώρα, χωρίς να επιτρέπεται να συνομιλούν μεταξύ τους.[9]

Στα τέλη του 1941 υπήρχαν 1.152 κρατούμενοι στου Αβέρωφ, σχεδόν ο ίδιος αριθμός (1.130) καταγράφεται σε πηγές του ΕΕΣ δύο χρόνια αργότερα[10], αλλά και προφορικές μαρτυρίες,[11] στοιχείο που καταδεικνύει πως, παρά τις διακυμάνσεις, η φυλακή λειτουργούσε συνεχώς στο έπακρο της δυναμικότητάς της. Η κοινωνία των εγκλείστων αποτελούσε μια μικρογραφία της κατεχόμενης Αθήνας. Τον Απρίλιο του 1942 οι τρεις ομαδικοί θάλαμοι ήταν ασφυκτικά γεμάτοι με όλες τις εκδοχές του «παραβατικού», από άνδρες και γυναίκες ενεχόμενους σε αντικατοχικές ενέργειες, όπως πχ. αξιωματικούς που σκόπευαν να διαφύγουν στη Μέση Ανατολή, η μεγάλη πλειοψηφία ήταν συλληφθέντες για κλοπές, αγορανομικά αδικήματα και μαύρη αγορά.[12] Αν και η πλειοψηφία των κρατουμένων προερχόταν από τον χώρο της πρωτεύουσας, ο αριθμός των επαρχιωτών παρέμενε πάντοτε υψηλός. Στα τέλη Αυγούστου 1943, από τους 74 κρατουμένους (70 άνδρες και 4 γυναίκες) που χαρακτηρίζονταν «άποροι», οι 68 ήταν από τη Λαμία, τη Γραβιά και διάφορα χωριά της Στερεάς.[13]

Οι συνθήκες στις Φυλακές Αβέρωφ ήταν αρκετά αντίξοες τουλάχιστον μέχρι την άνοιξη του 1942, όταν ξεκίνησε  η συστηματική τροφοδοσία των κρατουμένων από τον Ερυθρό Σταυρό. Για κάποιους υπόδικους, το δικαίωμα αποστολής και λήψης δεμάτων από συγγενείς αποδείχθηκε σωτήριο. Αντίθετα, όσοι δεν είχαν άλλες πηγές προσπορισμού τροφίμων εκτός από το πενιχρό συσσίτιο της φυλακής υπέφεραν εξαιρετικά, ειδικά τον χειμώνα του 1941/42 ο οποίος έφερε δεκάδες κρατουμένους στα όρια της εξαθλίωσης. Η παρακάτω περιγραφή είναι από την άνοιξη του 1942: «Έτσι έβλεπες ανθρώπους σκελετούς, πετσί και κόκκαλο στην κυριολεξία. Μηρούς με περίμετρο όση και το κόκκαλο, τα πλευρά που εξείχαν απαίσια. Την χειρότερη κατάσταση στην έβλεπες στον τρίτο θάλαμο, όπου είχε μαζευτεί κι όλη η αλητεία της Αθήνας, όσοι δηλαδή δεν είχαν πεθάνει από την πείνα και όρμησαν κι έκλεψαν κάτι από τους Γερμανούς για να ζήσουν».[14] Από τις αρχές του 1943, είχε επιτραπεί από την ιταλική φρουρά η λήψη μικρών δεμάτων τροφίμων από συγγενείς.[15]  

Οι εκτελέσεις γίνονταν στην εσωτερική αυλή της φυλακής. Ο αξιωματικός του ΠΝ Μενέλαος Χριστόπουλος περιγράφει την πρώτη εκτέλεση πέντε καταδικασμένων σε θάνατο στις 28 Απριλίου 1942: «Ήταν πάρα πολύ κρύο το συναίσθημα που εδοκιμάσαμε όλοι μας, καθώς ακούγαμε να τους περνούν έναν-έναν μπροστά από τον θάλαμό μας (γιατί έλαβαν τέτοια μέτρα, ώστε να μην μπορούμε να τους δούμε από τα παράθυρα) και έπειτα να ακούμε τις ομοβροντίες […[ Ακόμα και το ότι έκαναν τις εκτελέσεις μέσα στην φυλακή είναι χαρακτηριστικό της απανθρωπιάς των. Αδιαφορούσαν αν κατ’ αυτόν τον τρόπο υπεχρέωναν άλλους καταδικασμένους των εις θάνατον να ζουν αυτές τις σκηνές των εκτελέσεων, ενώ επερίμεναν και αυτοί μέρα με την ημέρα την σειρά τους».[16]

Μέλη της διεύθυνσης των φυλακών είχαν επαφές με την Αντίσταση. Στις 12 Νοεμβρίου 1942 πραγματοποιήθηκε επιχείρηση απελευθέρωσης δύο ιταλοκρατούμενων γυναικών, της Καίτης Αντωνοπούλου και της Χριστίνας Γάσπαρη που βρίσκονταν στο γυναικείο τμήμα των Φυλακών. Η επιχείρηση οργανώθηκε από την οργάνωση κατασκοπείας “Μίδας 614” και προσωπικά του στελέχους της, αξιωματικού Μιλτιάδη Γιαννακόπουλου σε συνεργασία με την διευθύντρια των γυναικείων φυλακών, Άρτεμη Πετράντη και την συνδρομή του διευθυντή της Αστυνομίας Άγγελου Έβερτ. Ο Γιαννακόπουλος εισήλθε στις φυλακές με στολή υπαστυνόμου και παρέλαβε τις κρατούμενες και την Πετράντη, με το πρόσχημα ότι θα τις συνόδευε για ανάκριση. Η Πετράντη κατέφυγε στην παρανομία, φυγαδεύτηκε στη Μέση Ανατολή και τον Ιούλιο του 1944 καταδικάστηκε ερήμην από ελληνικό δικαστήριο σε ειρκτή πέντε ετών για συνέργεια σε απόδραση.[17] Επανήλθε στη διεύθυνση  τον Νοέμβριο του 1944.[18] Ο ιερέας των γυναικείων φυλακών, Δημήτριος Χρ. Παπαδημητρίου συνελήφθη από τους Ιταλούς ως συνεργός αλλά αφέθηκε ελεύθερος.[19]

Στις 16 Σεπτεμβρίου 1944, στα πλαίσια γενικής απεργίας που είχε κηρύξει το ΕΑΜ στην Αθήνα και τον Πειραιά, σημειώθηκαν αιματηρές ένοπλες συγκρούσεις γύρω από τις Φυλακές Αβέρωφ, σε μια προσπάθεια δυνάμεων του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ να απελευθερώσουν τους κρατουμένους. Σε βιβλιογραφικές και αρχειακές πηγές γίνεται λόγος για 72 νεκρούς και 200 τραυματίες,[20] ενώ σκοτώθηκε και ένας αρχιφύλακας της φρουράς των φυλακών.[21] Μετά την Απελευθέρωση, οι φυλακές Αβέρωφ έγιναν το κεντρικό δεσμωτήριο για συνεργάτες των Γερμανών, ανάμεσά τους ανώτερα πολιτικά και στρατιωτικά στελέχη και οι κατοχικοί πρωθυπουργοί και υπουργοί. Στις 18 Δεκεμβρίου 1944 ο ΕΛΑΣ επιτέθηκε στο συγκρότημα για να απαγάγει τους δοσιλόγους και σημειώθηκε πολύνεκρη μάχη με βρετανικές δυνάμεις. Το κτίριο υπέστη σοβαρές ζημιές. Από το 1945, άρχισαν να χρησιμοποιούνται αποκλειστικά για πολιτικούς κρατούμενους, ανάμεσά τους και μεγάλο αριθμό γυναικών. Συνέχισαν να λειτουργούν ως το 1971. Το επόμενο έτος το συγκρότημα κατεδαφίστηκε για να χτιστεί στη θέση του σύγχρονο Δικαστικό Μέγαρο το οποίο από το 1981 στεγάζει τον Άρειο Πάγο. Απομεινάρι του τοπωνυμίου των Φυλακών Αβέρωφ είναι η αφετηρία του εν ενεργεία αστικού λεωφορείου της γραμμής 813 με την ονομασία «Αβέρωφ – Προύσσης».[22]


[1] Δημήτρης Δ. Γυφτόπουλος, Μυστικές αποστολές στην εχθροκρατούμενη Ελλάδα, Δωδώνη, Αθήνα 1990, σ. 280.

[2] ΓΑΚ, Αρχείο Υπουργείου Δικαιοσύνης, φ. 177, Σωφρονιστικόν Κατάστημα Ανηλίκων «Αβέρωφ» προς Δ/ση Σωφρ. Διοικήσεως, 1027, 27.6.1941

[3] Υποναύαρχος Ε. Πανάς, Τρία χρόνια στα χέρια των Ναζί 1942-1945, Φιλιππότης, Αθήνα 1985, σ. 33.

[4] Γιώργος Τζίνης, Ματωμένα Τετράδια. Καλλιθέα-Αβέρωφ-Χαϊδάρι, Θουκυδίδης, Αθήνα 1980, σ. 91 κ.έ.

[5] Νικόλαος Δημοτάκης, Μυστικός Πόλεμος 1941-1944. Μίδας-Πλούτων, Αθήναι 1948, σ. 111, 112.

[6] BArch B 162/16929, Griechisches Aktenmaterial, Landgericht Athen, Georgios Apostolopoulos, Zeugenvernehmung, 13.5.1946 (auf Griech.). Πβλ. Πανάς, Τρία χρόνια στα χέρια των Ναζί, σ. 33 κ.έ.

[7] BArch B 162/16929, Bl. 9, Namensliste II, Lfd. Nr. 142, Kaufels, Margret (Karl), Dolmetscher im Gefängnis “Aberof”, Athen / Beschuldigung: Bedrohung, Nötigung, Terrorisierung der Zivilbevölkerung, Misshandlungen Folterungen jeder Art bei Häfltingen und Personal des Gefängnisses “Aberof”, Erpressung einer Frau und des Personals.

[8] Μιχαήλ Κ. Τουρναβίτης, Ιστορικό ενός μελλοθανάτου 1944, Πελασγός, Αθήνα 2013, σ. 80.

[9] Τουρναβίτης, Ιστορικό ενός μελλοθανάτου, σσ. 94-98.

[10] Αρχείο ΔΑΕΕΣ, ΤΒ, Ν. 15, Γραφείο Αιχμαλώτων ΕΕΣ προς Επιτροπήν Διανομής Φαρμάκων ΔΕΣ, 13397, Αθήναι 2.11.1943 και 13461, Αθήναι, 8.11.1943

[11] Απόστολος Παπαγγέλου, μαγνητοφωνημένη συνέντευξη, 7/10/2003.

[12] Υποναύαρχος Ε. Πανάς, Τρία χρόνια στα χέρια των Ναζί 1942-1945, Φιλιππότης, Αθήνα 1985, σ. 31.

[13] Αρχείο Υπηρεσίας Αναζητήσεων ΕΕΣ, ΚΣ Listes 1, Αρχιεπισκοπή Αθηνών προς Τμήμα Αιχμαλώτων ΕΕΣ, ΑΠ 458, Αθήναι, 30.8.1943.

[14] Πανάς, Τρία χρόνια στα χέρια των Ναζί, σ. 30.

[15] Τζίνης, Ματωμένα Τετράδια, σ. 104.

[16] Νίτσα Χριστοπούλου (επιμ.), «…έμπλεοι πάσης τιμής». Αναμνήσεις από την αιχμαλωσίαν μου 1942-1945, έκδοση Ναυτικού Μουσείου, Αθήνα 1995, σ. 38.

[17] Κωνσταντίνος Κουκκίδης, Η Δικαιοσύνη τους! Η Αντίσταση 1941-1944 στα ιταλικά και γερμανικά στρατοδικεία, Αθήνα 1946, σ. 124.

[18] Γυφτόπουλος, Μυστικές αποστολές, σ. 239-242.

[19] Μάγδα Παπαδημητρίου-Σαμοθράκη, Ο ασυμβίβαστος. Πάνος Μεϊντάνης-Γερο-ανένδοτος, Κατερίνη 2014, σ. 58.

[20]Ιστορικό και Διπλωματικό Αρχείο Υπουργείου Εξωτερικών (ΙΑΥΕ), Φάκελος 30 «Κυβέρνηση Καϊρου 1943-1944. Απελευθέρωση της Ελλάδος-Αυτοδικίες ΕΑΜ-ΕΛΑΣ και Ταγμάτων Ασφαλείας», υποφ. 30.1, Υπ. Εξωτερικών, κρυπτογραφημένο τηλεγράφημα (307) Σούρλα από Κάιρο, Α.Π.Α. 25.9.1944. Στρατιωτικό Δελτίο 24ης Σεπτεμβρίου 1944. Πβλ. Γιώργος Θεοτοκάς, Τετράδια Ημερολογίου 1939-1953, Εστία, Αθήνα 2005, σ. 480, εγγραφή 18ης Σεπτεμβρίου 1944.

[21] Αρχείο Ληξιαρχείου Δήμου Αθηναίων, Βιβλίο Θανάτων ΙΕ/1944, πράξη αρ. 119.

[22] Atenistas Walking Guide – Αμπελόκηποι.

ΦΥΛΑΚΕΣ ΕΠΤΑΠΥΡΓΙΟΥ

Το Φρούριο του Επταπυργίου, γνωστό και με την οθωμανική ονομασία Γεντί Κουλέ (Yedi Kule), βρίσκεται στο βορειοανατολικό άκρο των τειχών της Θεσσαλονίκης, εντός της Ακρόπολης. Αποτελείται από το βυζαντινό φρούριο και τα νεότερα κτίσματα των φυλακών, που έχουν κτιστεί εντός κι εκτός του φρουρίου. Το φρούριο ξεκίνησε να λειτουργεί ως φυλακή κατά την τελευταία περίοδο της οθωμανικής περιόδου, τη δεκαετία του 1890. Η λειτουργία του ως φυλακή συνεχίστηκε και μετά την προσάρτηση της Θεσσαλονίκης στο ελληνικό κράτος το 1913 και το Επταπύργιο έγινε μια από τις εγκληματικές φυλακές της χώρας (Εγκληματικές Φυλακές Επταπυργίου).

Από την αρχή έως το τέλος της Κατοχής, στο Επταπύργιο φυλακίζονταν πολιτικοί κρατούμενοι των γερμανικών αρχών Κατοχής και καταδικασμένοι από στρατοδικεία. Οι Γερμανοί αρχικά ανάγκασαν το σωφρονιστικό προσωπικό να εγκατασταθεί στο κτίριο της Εισαγγελείας Εφετών Θεσσαλονίκης, ενώ  μετέφεραν προσωρινά τους ποινικούς κρατουμένους στο στρατόπεδο Παύλου Μελά.[1] Η θέση του διευθυντή των φυλακών καταργήθηκε με απόφαση της κατοχικής κυβέρνησης τον Νοέμβριο του 1941.[2] Ο αριθμός των εγκλείστων παρέμενε σταθερά υψηλός. Στις 31 Οκτωβρίου 1941, κρατούνταν στο Επταπύργιο 894 άτομα.[3] Τον Φεβρουάριο του 1944 ο αριθμός των κρατουμένων έφτανε τους 369, από τους οποίους οι 99 είχαν παραπεμφθεί από τις γερμανικές αρχές, ανάμεσά τους και 15 γυναίκες.[4] Οι φυλακές έγιναν ο δεύτερος μεγαλύτερος χώρος εγκλεισμού της Θεσσαλονίκης μετά το Στρατόπεδο Παύλου Μελά. Ένα από τα πρώτα θύματα αντιποίνων σε όλη την Ελλάδα ήταν ο κρατούμενος του Επταπυργίου, Γιώργος Πολυχρονάκης ο οποίος είχε καταδικαστεί από γερμανικό στρατοδικείο με την κατηγορία της απόκρυψης Βρετανών στρατιωτών. Εκτελέστηκε στις 19 Αυγούστου 1941.[5] Οι κρατούμενοι εκτελούνταν σε διάφορα σημεία: στην περιοχή γύρω από το Επταπύργιο, την Γεωργική Σχολή, το αεροδρόμιο της Μίκρας, το «Κόκκινο Σπίτι», το 6ο χιλιόμετρο της οδού Λαγκαδά προς Δερβένι και τον Γαλλικό Ποταμό.[6]

Μετά το 1945 οι Φυλακές λειτούργησαν εκ νέου και έγιναν ένα από τα μεγαλύτερα δεσμωτήρια της χώρας κατά τον Εμφύλιο Πόλεμο. Σύμφωνα με την έρευνα στα βιβλία θανάτων του Δήμου Θεσσαλονίκης της περιόδου 1946-1949, στο Επταπύργιο εκτελέστηκαν 184 θανατικές καταδίκες που επιβλήθηκαν από το Έκτακτο Στρατοδικείο Θεσσαλονίκης.[7] Στα νεότερα χρόνια οι φυλακές θεωρούνταν «κάτεργο» και χώρος σκανδάλων του σωφρονιστικού συστήματος.[8] Έκλεισαν οριστικά το 1989 και πέρασαν στη δικαιοδοσία του Υπουργείου Πολιτισμού. Στα τέλη του 2024, κατά τη διάρκεια των εργασιών ανάπλασης του πάρκου Εθνικής Αντίστασης, που βρίσκεται απέναντι από το Επταπύργιο ανακαλύφθηκαν έξι ομαδικοί τάφοι, με συνολικά 33 ανθρώπινους σκελετούς. Η υπόθεση πήρε μεγάλη δημοσιότητα και έστρεψε το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης όχι μόνο στην ιστορία του Επταπυργίου αλλά και στην άγνωστη τύχη δεκάδων εκτελεσμένων κρατουμένων της Κατοχής και του Εμφυλίου.


[1] ΓΑΚ, Αρχείο Υπουργείου Δικαιοσύνης ΑΒΕ 2261, Φάκελος 174α, Εγκληματικαί Φυλακαί Επταπυργίου προς το Υπουργείον Δικαιοσύνης, Αρ. Πρωτ. 292, Θεσσαλονίκη, 2.3.1945.

[2] «Περί καταργήσεως της θέσεων του Διευθυντού των Φυλακών Επταπυργίου», Εφημερίς της Κυβερνήσεως, αρ. 432/Α/15 Δεκεμβρίου 1941

[3] ΓΑΚ, Αρχείο Υπουργείου Δικαιοσύνης ΑΒΕ 2261, Φάκελος 174α, Πίναξ εμφαίνων τους κρατουμένους εν ταις φυλακαίς του Κράτους κατά την 31ην Οκτωβρίου 1941.

[4] Α/ΔΑΕΣΣ, ΤΒ Νο 15, Ελληνικός Ερυθρός Σταυρός, Τμήμα Θεσσαλονίκης προς το Τμήμα Αιχμαλώτων και Κρατουμένων ΕΕΣ, ΑΠ 229, Θεσσαλονίκη, 5.2.1944.

[5] Βασίλης Κ. Γούναρης, Πέτρος Παπαπολυβίου (επιμ.), Ο Φόρος του Αίματος στην Κατοχική Θεσσαλονίκη. Ξένη Κυριαρχία-Αντίσταση και Επιβίωση, Παρατηρητής, Θεσσαλονίκη 2001, σ. 155.

[6] Σπύρος Κουζινόπουλος, Γεντί Κουλέ. Η Βαστίλη της Θεσσαλονίκης, IANOS εκδόσεις, Αθήνα 2025, σ. 101.

[7] «Θεσσαλονίκη: Το «σκοτεινό παρελθόν» του Γεντί Κουλέ Ένα μνημείο παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς», Parallaxi, 22.3.2025 https://parallaximag.gr/thessaloniki-news/thessaloniki-to-skoteino-parelthon-toy-genti-koyle https://parallaximag.gr/thessaloniki-news/thessaloniki-to-skoteino-parelthon-toy-genti-koyle (τελευταία είσοδος: 28/2/2026).

[8] Ενδεικτικά βλ. Ελληνικός Βορράς, 18.1.1987.