Το Στρατόπεδο Χαϊδαρίου, στο ομώνυμο αραιοκατοικημένο προάστιο στα δυτικά της Αθήνας (5.868 κάτοικοι σύμφωνα με την απογραφή του 1940), ξεκίνησε να οικοδομείται το 1937 στους πρόποδες του Ποικίλου Όρους, ως κέντρο εκπαίδευσης του ελληνικού στρατού, ωστόσο οι εργασίες κατασκευής του διακόπηκαν με την κήρυξη του Ελληνοϊταλικού Πολέμου. Έκτοτε εγκαταλείφθηκε και δεν χρησιμοποιήθηκε μέχρι τις 3 Σεπτεμβρίου του 1943, οπότε «εγκαινιάστηκε» ως στρατόπεδο συγκέντρωσης, με τη μεταφορά 590 κρατουμένων από το ιταλικό στρατόπεδο της Λάρισας το οποίο θα διαλυόταν. Επρόκειτο για 243 κομμουνιστές που είχαν μεταχθεί από τις Φυλακές της Ακροναυπλίας, 20 πρώην εξορίστους της Ανάφης και 327 κρατουμένους των Ιταλών.[1] Στις 10 Σεπτεμβρίου οι εγκαταστάσεις περιήλθαν στη γερμανική δικαιοδοσία ως την διάλυση του στρατοπέδου, στις 27 Σεπτεμβρίου 1944.[2] Το πρώτο δίμηνο το στρατόπεδο λειτουργούσε ως παράρτημα των Φυλακών Αβέρωφ έως τα τέλη Νοεμβρίου 1943, οπότε πέρασε οριστικά στον έλεγχο των Ες-Ες.
Στον περίπου ένα χρόνο λειτουργίας του, το Χαϊδάρι αναπτύχθηκε παράλληλα με την αναδιοργάνωση και διεύρυνση των αμιγώς αστυνομικών υπηρεσιών, της Αστυνομίας Ασφαλείας (Sicherheitspolizei –SiPo), της Υπηρεσίας Ασφαλείας (Sicherheitsdienst –SD) και της Αστυνομίας Τάξης (Ordnungspolizei), και εξελίχθηκε στο μεγαλύτερο στρατόπεδο στην κατεχόμενη Ελλάδα. Από το στρατόπεδο υπολογίζεται πως πέρασαν περίπου 20-25.000 άτομα, άνδρες και γυναίκες, αιχμάλωτοι στρατιωτικοί, αντιστασιακοί, το σύνολο των μελών και στελεχών του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας που βρίσκονταν φυλακισμένοι από την περίοδο της Δικτατορίας του Μεταξά (1936-1941), Εβραίοι, όμηροι-συλληφθέντες σε διάφορες εκκαθαριστικές επιχειρήσεις στην ύπαιθρο και σε «μπλόκα» στην περιοχή της πρωτεύουσας, πολιτικοί αρχηγοί, όπως ο αρχηγός του Κόμματος των Φιλελευθέρων και μετέπειτα πρωθυπουργός Θεμιστοκλής Σοφούλης, ο Στυλιανός Γονατάς και ο Γεώργιος Καφαντάρης. Από τις αρχές του 1944 συνυπήρχαν ως όμηροι στο Χαϊδάρι μέλη των οργανώσεων του ΕΑΜ, του ΕΔΕΣ, κατασκοπευτικών δικτύων, βρετανικών υπηρεσιών, ακόμα και μεμονωμένες περιπτώσεις μελών των Ταγμάτων Ασφαλείας ή και γερμανικών υπηρεσιών που είχαν κατηγορηθεί για επαφές με τους συμμάχους ή ποινικά αδικήματα, συνδικαλιστές, στρατιωτικοί, μαθητές, εργάτες και ανώτεροι δημόσιοι υπάλληλοι. Η χρήση των καταδικασθέντων από τις κατοχικές αρχές ως «ομήρων», ανέδειξε το Χαϊδάρι αφενός σε κεντρικό πεδίο εφαρμογής της ναζιστικής πολιτικής εξόντωσης πολιτικών και φυλετικών εχθρών του Γ’ Ράιχ, αφετέρου σε νευραλγικό κόμβο του δικτύου καταστολής –συλλήψεων, εκτελέσεων και εκτοπισμών– στην Αθήνα αλλά και σε όλη την ελληνική επικράτεια.[3] Τον Νοέμβριο του 1944, η εφημερίδα New York Times συμπεριλάμβανε το Χαϊδάρι στα μεγαλύτερα ναζιστικά λάγκερ στην κατεχόμενη Ευρώπη, τεκμηριώνοντας πως τα μεγέθη και η φήμη του στρατοπέδου είχαν ξεπεράσει τα ελληνικά σύνορα.[4]
Πρώτος διοικητής του στρατοπέδου –ανέλαβε τα καθήκοντά του στις 29 Νοεμβρίου 1943– ήταν ο ταγματάρχης (Sturmbannführer) της SD, Πάουλ Όττο Ραντόμσκι (Paul Otto Radomski), πρώην αξιωματικός της Einsatzgruppe C στην περιοχή του Κιέβου, μια από τις «Ειδικές Μονάδες Δράσης», υπεύθυνες για μαζικές δολοφονίες Εβραίων, αιχμαλώτων και πολιτών στο ανατολικό μέτωπο. Ο Ραντόμσκι περιγράφεται, τόσο σε υπηρεσιακά γερμανικά έγγραφα, όσο και σε πλήθος μαρτυριών, ως εξαιρετικά βίαιος και σαδιστής. Οι προϊστάμενοί του τον θεωρούσαν «παλιό τραμπούκο» (alte Schläger) και «πρωτόγονο στη σκέψη και τα αισθήματα», ο οποίος αναδείχθηκε σε ηγετικές θέσεις αποκλειστικά και μόνο λόγω της αρχαιότητάς του στα Ες-Ες.[5] Στα ίδια έγγραφα, από τον ατομικό του φάκελο, σημειώνεται πως η εθνικοσοσιαλιστική του κοσμοαντίληψη μπορούσε να θεωρηθεί «στην καλύτερη περίπτωση στοιχειώδης» και ο ίδιος τίποτα παραπάνω από τυπικό δείγμα «τυφλής υπαλληλικής υπακοής και αίσθησης καθήκοντος».[6] Ο μελλοθάνατος ταγματάρχης Ζαμπέτας αναφέρει στην μαρτυρία του:
Κατά μήνα Ιανουάριον [1944], ο ταγματάρχης Ραντόμσκυ θέλων να τιμωρήση τους φυλακισμένους, διότι τινές τούτων είχον μεταβή εις τα παρά την είσοδον του στρατοπέδου αποχωρητήρια, προς σωματικήν των ανάγκην, παρά την καταπέσουσαν χιόνα, διέταξεν άπαντας να βαδίσωμεν έρποντες και με την κοιλίαν επί πεντακοσίων μέτρων, ενώ ούτως ηκολούθει με το πιστόλιον εις χείρας και τα δύο λυκόσκυλά του, τα οποία είχον καταξεσκίσει τους βραδυπορούντας γέροντας.[7]
Αυτή η έκδηλη βιαιότητα φαίνεται πως πήγαζε από μια αίσθηση απόλυτης προσωπικής εξουσίας. Περιγράφοντας την προσωπικότητα του στρατοπεδάρχη, ο Θέμος Κορνάρος σημείωνε πως «είχε μια τεράστια στρατοπεδαρχική πείρα, έπαιρνε ναρκωτικά, και δεν εκτιμούσε τους άλλους Γερμανούς Ες-Ες. Έκανε του κεφαλιού του συμπληρώνοντας τον κανονισμό. Κανένα δε λογάριαζε και καμία διαταγή δεν άφηνε, χωρίς να την τροποποιήσει κατά τον δικό του τρόπο».[8] Στις 7 Δεκεμβρίου 1943, ο Ραντόμσκι σκότωσε εν ψυχρώ με το πιστόλι του τον Εβραίο κρατούμενο Χαΐμ Λεβή από τα Ιωάννινα, ανθυπολοχαγό του ελληνικού στρατού.[9] Ήταν τελικά λιγότερο τα αυξανόμενα έκτροπα σε βάρος των κρατουμένων και περισσότερο η βαναυσότητα απέναντι στους υφισταμένους του, που οδήγησαν στην απομάκρυνσή του από τη διοίκηση, συγκεκριμένα το περιστατικό στις 17 Φεβρουαρίου 1944, όταν, σε κατάσταση μέθης, χτύπησε με γροθιές τον ακόλουθό του και του έσπασε το σαγόνι. Ο υποβιβασμός του σε υπολοχαγό (Obersturmführer) και η καταδίκη του σε έξι μήνες κάθειρξη για υπεξαίρεση και κλοπές συνδέεται με το γεγονός ότι
Διάδοχός του στη διοίκηση ήταν ο ανθυπολοχαγός της SiPo, Καρλ Φίσερ (Karl Fischer) ο οποίος ανέλαβε καθήκοντα στις 27 Φεβρουαρίου 1944. Γεννημένος το 1908 στο Έκβορντ του Αννόβερου και μέλος των Ες-Ες από το 1931, με αριθμό μέλους 42987, ο Φίσερ είχε υπηρετήσει το διάστημα 1933-1937 στην «Σωματοφυλακή Αδόλφος Χίτλερ» (Leibstandarte Adolf Hitler), το κυρίως παραστρατιωτικό σώμα των Ες-Ες που δρούσε ως φρουρά του «Φύρερ» στο Βερολίνο και αργότερα μετεξελίχθηκε στην 1η Μεραρχία των Ες-Ες με την ίδια ονομασία. Προτού μετατεθεί στην Ελλάδα για να τεθεί υπό τις διαταγές του Διοικητή της Αστυνομίας Ασφαλείας (Befehslhaber der Sicherheitspolizei –BdS) τον Ιανουάριο του 1944, είχε υπηρετήσει επί δύο χρόνια στην Einsatzgruppe D στο ανατολικό μέτωπο.[10] Για τους διοικητές σώζονται ζωντανές περιγραφές από τα ίδια τα θύματά τους που τονίζουν τις διαφορετικές τους προσωπικότητες σε σχέση με την αποστολή που είχαν αναλάβει. Σε σχέση με τον «σαδιστή, μέθυσο, τύπο κτηνανθρώπου» Ραντόμσκι, ο Φίσερ ήταν «ψυχρός, υστερόβουλος και καταχθόνιος» και «έκρυπτεν, υπό επιφάνειαν κάπως ολιγώτερον βάρβαρον, την ίδιαν εγκληματικότητα και ανάλογον σαδισμόν».[11]
Η γερμανική φρουρά του στρατοπέδου χωριζόταν σε εξωτερική (ένας λόχος φρουράς [Wachkompanie] με επικεφαλής 1 υπολοχαγό της Αστυνομίας [Schutzpolizei], 23 υπαξιωματικούς και 126 στρατιώτες[12]) και εσωτερική, την οποία αποτελούσαν 38 αξιωματικοί, υπαξιωματικοί και οπλίτες των Ες-Ες. Την εσωτερική φρουρά, ο σταθερός αριθμός της οποίας ανερχόταν σε 15-20 άτομα, αποτελούσαν εθνοτικοί Γερμανοί της Ουγγαρίας και της Ρουμανίας, με μέσο όρο ηλικίας τα 30 χρόνια.[13] Υπάρχουν αρκετές μαρτυρίες για πρόσωπα και γεγονότα, κυρίως από καταθέσεις μετά την Απελευθέρωση με σκοπό το σχηματισμό δικογραφιών για εγκλήματα πολέμου:
Υποδιοικηταί ήσαν ο ανθυπασπιστής Φραντζ Λοέφλερ, αυστριακός και ο ανθυπασπιστής Τεχτ, διακριθείς δια την απάνθρωπον συμπεριφορά του. Οι άλλοι δήμιοι ήσαν πάντες απλοί στρατιώται, οι περισσότεροι Ούγγροι. Τινών εξ αυτών ενθυμούμαι τα ονόματα Ρισσαρδ Βαις, Ε. Χιρσμανν, Νικόλαος Σέφφερ, Ιάκομπ Σουνεριτς (ο δήμιος της φυλακής), Σμίτζερ, Α. Μελτζερ, Ιακομπ Μουργκεσσαν, και ο χείριστος πάντων Εμμεριχ Κοβατς.[14]
Η λεπτομέρεια σε κάποιες από αυτές τις καταθέσεις (βαθμοί, ονόματα, περιγραφές χαρακτηριστικών προσώπου), πέραν της ακρίβειας ή μη, αντανακλά και τον υψηλό βαθμο «οικειότητας» μεταξύ φρουρών και κρατουμένων σε έναν οριοθετημένο χώρο απόλυτης κυριαρχίας των πρώτων επάνω στους δεύτερους. Πολύ χαρακτηριστικά ως προς αυτό είναι τα παρατσούκλια, όπως «χάρος», «σαγονάκιας», «σύρμας», και η περιγραφή βασανιστηρίων και βιαιοτήτων που αφορούν ένα ειδικό σύμπαν εγκλεισμού.
Ο πιο άγριος, ο πιο ασυγκίνητος κι ο πιο αδίστακτος απ’ όλους τους άνδρες της εσωτερικής φρουράς ήταν ο Ουγγρογερμανός Κόβατς. Νέος 18 χρονών, πυρόξανθος, κοντός, λεπτός, κακομούτσουνος, με μικρά μάτια και κομμένα τα δάχτυλα του αριστερού χεριού –για αυτό και οι κρατούμενοι τον έλεγαν «ο κουλός»– ήταν σκληρός και αδυσώπητος βασανιστής, σωστός δήμιος. Αεικίνητος, με το πιστόλι στη μέση και το βούρδουλα στα χέρια και με πλούσια φαντασία, είχε κατανήσει ο τρόμος του στρατοπέδου.[15]
Όπως συνέβαινε σε όλα τα γερμανικά στρατόπεδα συγκέντρωσης, η τοπογραφία του Χαϊδαρίου αντιστοιχούσε σε μια εσωτερική λογική κατανομής των κρατουμένων σε λειτουργίες και επίπεδα απομόνωσης. Το στρατόπεδο αποτελούνταν από κτίρια-μπλοκ τα οποία λειτουργούσαν ως κρατητήρια, και από διάφορα κτίσματα, γραφεία, στρατώνες, αποθηκευτικούς χώρους και εργαστήρια. Τέσσερα μπλοκ, που αρχικά θα χρησιμοποιούνταν ως στρατώνες, είχαν χτιστεί κλιμακωτά από την είσοδο του στρατοπέδου στα δυτικά προς τα ανατολικά. Ήταν αριθμημένα με αριθμούς 1-4 και είχαν δύο ορόφους με παράθυρα από όλες τις πλευρές και το καθένα χωριζόταν σε δύο ανεξάρτητα μεταξύ τους μέρη, ανατολικό και δυτικό, το καθένα με δική του είσοδο με 8-10 σκαλοπάτια στην ΝΑ και ΝΔ πλευρά του κτιρίου, αποχωρητήρια, πλυντήριο με βρύσες και μια τσιμεντένια δεξαμενή. Στα μπλοκ 3 και 4 ήταν τα κελιά των ανδρών, στο υπόγειο του μπλοκ 4 είχε διαμορφωθεί χώρος «ελαφράς απομόνωσης», ενώ το δυτικό τμήμα του μπλοκ 3 λειτουργούσε ως αναρρωτήριο, με εσωτερική διαμόρφωση θαλάμων, γραφείων, τραπεζαρίας και αποθήκης. Μπαίνοντας από την κεντρική είσοδο –τη δυτική πύλη– βρίσκονταν κατά σειρά τα μαγειρεία, διαγωνίως αριστερά τους το μπλοκ 21 που χρησίμευε για αποθήκη υλικών και συνεργείων και ακριβώς από πίσω, το μπλοκ 20 που στέγαζε το διοικητήριο. Μπροστά στα 20 και 21, προς βορράν, βρίσκονταν το μπλοκ 16 (λουτρά) και το μπλοκ 15, το πειθαρχείο του στρατοπέδου που μετατράπηκε στο κτίριο της απομόνωσης, αναμφίβολα το πιο εμβληματικό οικοδόμημα όλου του συγκροτήματος.
Ανατολικά των τεσσάρων μπλοκ, σε αρκετή απόσταση βρισκόταν το μπλοκ 6 στο οποίο βρίσκονταν οι γυναίκες, Εβραίες και πολιτικές κρατούμενες σε διαφορετικά τμήματα του κτιρίου. Δίπλα από το κτίριο βρίσκονταν τα πλυντήρια. Ανάμεσα στο μπλοκ 4 και το μπλοκ 6 ορθωνόταν μια εσωτερική υπερυψωμένη σκοπιά η οποία οριοθετούσε προς τα ανατολικά τον χώρο του «ελεύθερου στρατοπέδου», εκεί που επιτρεπόταν να βρίσκονται οι κρατούμενοι. Στα υπόλοιπα σημεία ο χώρος καταλαμβανόταν από όσους εργάζονταν σε συνεργεία ή βρίσκονταν σε αγγαρείες.[16] Στο βόρειο τμήμα του στρατοπέδου, ανατολικά του μπλοκ 15 βρισκόταν ο κοιτώνας της φρουράς και ένα μεγάλο μονόρωφο κτίριο –το 13– που χρησιμοποιούνταν ως αποθηκευτικός χώρος για υλικά λεηλατημένα από αποθήκες, σπίτια και καταστήματα της Αθήνας, πολλά από τα οποία εβραϊκά, όπως το κατάστημα του Ιωσήφ Μεγίρ στην Οδό Αιόλου 17 και του Μπενρουμπή στην Οδό Νικίου. Τα μεταποιημένα είδη –έπιπλα, υφάσματα, κοσμήματα– προορίζονταν για διάφορες υπηρεσίες των Ες Ες ή στέλνονταν στη Γερμανία.[17] Ο Αντώνης Φλούντζης είναι αναλυτικός στην περιγραφή των αντικειμένων:
Το τι κουβάλαγαν δεν περιγράφεται: τόπια υφάσματα –μάλλινα και μεταξωτά, έτοιμες φορεσιές– ανδρικές και γυναικείες, σερβίτσια και γυαλικά όλων των ειδών, ραπτομηχανές, σίδερα σιδερώματος, μαχαιροπήρουνα, είδη μαγειρείου, σόμπες, έπιπλα, πίνακες ζωγραφικής κλπ, κλπ. Όλα τα ξεφόρτωναν στο μπλοκ 13, ένα μονόρωφο μεγάλο κτίριο, που από τα πολλά γυαλικά στο στρατόπεδο, το ονόμαζαν «γυαλάδικο».[18]
Λόγω των διαστάσεων αλλά και της σημασίας του για το γερμανικό κατοχικό καθεστώς, το Χαϊδάρι έγινε σημαντικό κέντρο καταναγκαστικής εργασίας. Οι κρατούμενοι χωρίζονταν σε ειδικότητες (ηλεκτροτεχνίτες, μαραγκοί, υδραυλικοί κ.ά.) και κατανέμονταν σε κάποιο από τα εργαστήρια ραπτικής, ξυλουργικής, υποδηματοποιίας ή το μηχανουργείο. Υψηλή θέση στην κοινωνία των κρατουμένων είχαν οι διερμηνείς –οι Ακροναυπλιώτες Παναγιώτης Μαυρομμάτης και Ναπολέων Σουκατζίδης και ο γερμανικής καταγωγής, αντιστασιακός Ντίνος Βασενχόβεν–, οι γιατροί, όπως ο –επίσης Ακροναυπλιώτης– Αντώνης Φλούντζης, οι θαλαμάρχες, οι κουρείς κ.ο.κ. Εκτεταμένη ήταν και η εξωτερική εργασία, κυρίως σε έργα στρατιωτικής σημασίας, όπως αεροδρόμια, ενώ στην ιστορία του στρατοπέδου ξεχωρίζει η αποστολή τεσσάρων «εκατονταρχιών» (ομάδες εργασίες των 100) στον Πειραιά, για την εκκαθάριση ερειπίων μετά τον μεγάλο συμμαχικό βομβαρδισμό της 11ης Ιανουαρίου 1944.[19] Ορισμένες πληροφορίες για τα καταναγκαστικά έργα αντλούμε και από μεταπολεμικές πηγές δικαστικού χαρακτήρα. Το 1956, το ελληνικό Γραφείο Εγκλημάτων Πολέμου ενημέρωνε αρμοδίως την εισαγγελία της Βόνης για έναν αξιωματικό της Λουφτβάφε ο οποίος κατηγορούνταν για τα ακόλουθα αδικήματα: «Οι κρατούμενοι στο στρατόπεδο Χαϊδαρίου μεταφέρονταν καθημερινά στα αεροδρόμια Φαλήρου, Χασανίου και Σκαραμαγκά για να εκτελέσουν καταναγκαστικά έργα που σχετίζονταν με τις στρατιωτικές επιχειρήσεις της γερμανικής Βέρμαχτ. Η εργασία ήταν πολύ σκληρή και διαρκούσε από τις 6 το πρωί έως τις 6 και μερικές φορές έως τις 7.30 το απόγευμα. Διοικητής των προαναφερθέντων στρατιωτικών αεροδρομίων ήταν ο σμηναγός της πολεμικής αεροπορίας Ντένιγκερ [Dönninger], ο οποίος συμπεριφερόταν ιδιαίτερα σκληρά στους κρατούμενους. Επιθεωρούσε τους χώρους εργασίας και χτυπούσε με ρόπαλα, πέτρες ή γροθιές κάθε κρατούμενο που, κατά την κρίση του, δεν δούλευε αρκετά. Μερικές φορές πυροβολούσε ακόμη και κρατούμενους με ένα περίστροφο το οποίο συνήθως κρατούσε στο χέρι του. Iδιαίτερα εγκληματική διάθεση έδειξε απέναντι σε γυναίκες συγγενείς των κρατουμένων που συγκεντρώνονταν κάθε μέρα στο αεροδρόμιο Faleron για να δουν από μακριά τους κρατούμενους ή για να μάθουν αν οι συγγενείς τους που βρίσκονταν στο στρατόπεδο Χαϊδαρίου ήταν ακόμα ζωντανοί. Πυροβόλησε δύο γυναίκες και τις τραυμάτισε σοβαρά. Τις εκφόβιζε και τις εξανάγκαζε να βουτήξουν στη θάλασσα με τα ρούχα τους».[20]
Ο προορισμός του Χαϊδαρίου ως στρατοπέδου συγκέντρωσης και μεταγωγών ξεκίνησε αμέσως μετά την έναρξη της λειτουργίας του. Τον Οκτώβριο του 1943 εισήλθαν στο στρατόπεδο 300 άνδρες από την Καλαμάτα που είχαν συλληφθεί από τα Τάγματα Ασφαλείας. Στις 4 Νοεμβριου ακολούθησε μια αποστολή 400 κρατουμένων από τις Φυλακές Αβέρωφ, κυρίως μέλη αντιστασιακών οργανώσεων και δύο μήνες αργότερα 324 από τους περίπου χίλιους συλληφθέντες ανάπηρους που είχαν συλληφθεί στις 30 Νοεμβρίου σε διάφορα νοσοκομεία.[21] Από τις αρχές του 1944, άρχισαν να καταφθάνουν στο Χαϊδάρι με γεωμετρικούς ρυθμούς όλοι οι συλληφθέντες από την Βέρμαχτ, τα Ες-Ες, τα Τάγματα Ασφαλείας, την Ειδική Ασφάλεια και την Χωροφυλακή στην Αθήνα και τον Πειραιά, με μαζικότερες αφίξεις αυτές των «μπλόκων»: 150 κάτοικοι της Κοκκινιάς και 130 της Καλογρέζας τον Μάρτιο, 600 από τον Βύρωνα, 800 από Δουργούτι-Κατσιπόδι και πάνω από 4.000 από την Κοκκινιά τον Αύγουστο. Εκτός από χώρος εγκλεισμού, το Χαϊδάρι λειτούργησε ως διαμετακομιστικό στρατόπεδο για όσους εκτοπίζονταν στην επικράτεια του Γ’ Ράιχ. Η πρώτη αποστολή πολιτικών κρατουμένων έφυγε από το σιδηροδρομικό σταθμό του Ρουφ στις 25 Μαΐου, μεταφέροντας περίπου 850 άνδρες και 61 γυναίκες. Οι γυναίκες κατέληξαν στο στρατόπεδο του Ράβενσμπρυκ (Ravensbrück), οι άνδρες στάλθηκαν στο Νώυενγκαμμε (Neungamme).[22]
Το στρατόπεδο εξελίχθηκε σύντομα σε βασική δεξαμενή ομήρων για τα γερμανικά εκτελεστικά αποσπάσματα, με βασικότερο τόπο εκτελέσεων το Σκοπευτήριο της Καισαριανής. Τα σχετικά ανακοινωθέντα στον κατοχικό Τύπο συνοδεύονταν συχνά από πλήρη κατάλογο ονομάτων. Κορυφαίο γεγονός –και η μαζικότερη εκτέλεση ομήρων– ήταν η εκτέλεση 200 κομμουνιστών, πρώην εγκλείστων της Ακροναυπλίας, την 1η Μαΐου 1944 στην Καισαριανή, ως μέτρο «εξιλασμού» για την απώλεια του διοικητή της 41ης Μεραρχίας Οχυρών, υποστράτηγου Φραντς Κρεχ (Franz Krech) σε ενέδρα του ΕΛΑΣ στην περιοχή των Μολάων στις 27 Απριλίου. Ο Μάιος ήταν ο πιο αιματηρός μήνας στην πυκνή ιστορία του Χαϊδαρίου, καθώς ακολούθησαν τρεις ακόμα ομαδικές εκτελέσεις, με περισσότερα από 250 θύματα, εκ των οποίων και 10 γυναίκες που τυφεκίστηκαν στις 10 Μαΐου, στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής.[23] Ξεχωρίζουν ακόμη οι εκτελέσεις στο Χαρβάτι Αττικής στις 21 Ιουλίου (54, δια απαγχονισμού), στη Μάνδρα Αττικής στις 9 Αυγούστου (50), και η εκτέλεση 59 ανδρών και γυναικών, κυρίως μελών κατασκοπευτικών δικτύων και οργανώσεων στις 8 Σεπτεμβρίου 1944 στην περιοχή της Μονής Δαφνίου, στο σημείο που σήμερα βρίσκεται ο Διομήδειος Βοτανικός Κήπος, ανάμεσα στους οποίους η Λέλα Καραγιάννη κι ο ανθυπολοχαγός του ΕΔΕΣ, Μανώλης Λίτινας.[24] Ο αριθμός των θυμάτων δεν μπορεί να υπολογιστεί με απόλυτη ακρίβεια, οπωσδήποτε όμως ξεπερνά κατά πολύ τα 2.000 άτομα.[25] Το στρατόπεδο ήταν τόσο ταυτισμένο με τη διαδικασία των μαζικών αντιποίνων, ώστε:
το να διαλυθεί το Χαϊδάρι, η μάντρα με τα σφαχτάρια, που έστελνε κάθε τρεις και λίγο στο θυσιαστήριο της Καισαριανής τα αθώα θύματα, δεν χωρούσε καμία αμφιβολία πως ήτο η αρχή του τέλους. Ενός τέλους δηλαδή που μέχρι την τελευταία ημέρα της αποχωρήσεως των Γερμανών δεν εσταμάτησαν τα κακουργήματα.[26]
Στο Χαϊδάρι γράφτηκαν μερικές από τις πιο δραματικές σελίδες της ιστορίας του Ολοκαυτώματος στην Ελλάδα. Από τον Μάρτιο έως τον Αύγουστο του 1944 πέρασαν από στρατόπεδο 4.468 Έλληνες Εβραίοι από τις κοινότητες της Αθήνας, της Κέρκυρας, της Ρόδου και της Κω οι οποίοι σταδιακά εκτοπίζονταν στα γερμανικά στρατόπεδα, κυρίως στο Άουσβιτς-Μπίρκεναου. Ανάμεσα στους πρώτους Εβραίους του Χαϊδαρίου ήταν και ο 21χρονος Σλόμο Βενέτσια από την Θεσσαλονίκη, ο οποίος οδηγήθηκε στο Χαϊδάρι μαζί με τους υπόλοιπους συλληφθέντες της Συναγωγής στις 24 Μαρτίου του 1944:
Καθώς δεν υπήρχε χώρος για μας στο κεντρικό κτίριο, μας σώριασαν στα λουτρά, που βρίσκονταν στο προαύλιο της φυλακής. Εκεί δεν υπήρχε τίποτα, ούτε κρεβάτια, ούτε καν μια ψάθα, μόνο τσιμέντο στο έδαφος και οι ντουζιέρες πάνω απ’ τα κεφάλια μας. Ήταν πολύ κουραστικό και δυσάρεστο. Από το προαύλιο ακούγονταν διαρκώς πυροβολισμοί- οι εκτελέσεις έπειτα από συνοπτικές διαδικασίες των πολιτικών κρατουμένων.[27]
Αν και η παραμονή των Εβραίων ήταν σχετικά σύντομη, οι συνθήκες εγκλεισμού και η αντιμετώπιση από τους φρουρούς ήταν για εκείνους τόσο άθλιες, ώστε εντυπώθηκαν ανεξίτηλα στις αναμνήσεις των στρατοπέδων. Ο Σαμ Νεχαμά, δεκατεσσάρων ετών, μεταφέρθηκε βίαια από ένα σπίτι στην Αθήνα όπου κρυβόταν στο Χαϊδάρι, αφού πέρασε τις δύσκολες στιγμές της ανάκρισης στη Μέρλιν. Για την εμπειρία του χαρακτηριστικά αναφέρει:
Η χειρότερη περίοδος ήταν στο Χαϊδάρι, εκεί ήταν χειρότερα από το Άουσβιτς. Δούλευα πολύ σκληρά σε καταναγκαστικά έργα, μετακινούσα άσκοπα και ολημερίς βαριές πέτρες από την μία άκρη στην άκρη, υπό την διαρκή απειλή του μαστιγίου.[28]
Η πρώτη αποστολή έφυγε για το Άουσβιτς στις 2 Απριλίου του 1944, με περίπου 700 άνδρες και γυναίκες που είχαν πιαστεί στην Αθήνα. Οι αποστολές των Εβραίων της Ρόδου και της Κέρκυρας που ακολούθησαν τον Ιούλιο υπήρξαν από τις πιο βίαιες. Ο Νεχαμά, όπως και ο Φλούντζης, συμφωνούν πως οι Εβραίοι της Ρόδου έφτασαν στο στρατόπεδο σε φρικτά χάλια. Η Άννα Αλμελέ, Εβραία από τη Ρόδο, αναφέρεται σε εκείνη την αποστολή: «Υποφέραμε, ήταν Ιούλιος και είχε τρομερή ζέστη. Χάσαμε πολλούς σε εκείνη τη μεταφορά. Δεν ξαναείδα ποτέ τη μητέρα μου, ούτε τον πατέρα και τον αδελφό μου».[29] Η Λούσυ Αμάτο, στην ίδια μεταφορά, αναφέρει πως οι Ροδίτες Εβραίοι έκλαιγαν ζητώντας φαγητό και νερό.[30] Ο Ανρί Μποττόν στη μαρτυρία του τονίζει τον αποτρόπαιο τρόπο μεταφοράς τους: «Ήταν κάπου 3.000 γυναικόπαιδα, κάτω από συνθήκες κόλασης, να χάνει η μάνα το παιδί και το παιδί τη μάνα. Κουβαλούσαν απίστευτα πράγματα, κατσαρόλες, τηγάνια…».[31] Το ίδιο ζοφερό κλίμα περιγράφει και η Ματίνα Αλαλούφ, που κρατήθηκε στο Χαϊδάρι τον Ιούνιο του ’44: «Ήμασταν σε ένα δωμάτιο ο ένας πάνω στον άλλο. Ξύλο, επιθεώρηση από πάνω και από κάτω. Φαγητό δεν υπήρχε».[32]
Η κατοχική ιστορία του Χαϊδαρίου ολοκληρώθηκε στις 24 Σεπτεμβρίου 1944 και λίγους μήνες αργότερα, το στρατόπεδο περιήλθε εκ νέου στην κυριότητα του ελληνικού στρατού και μετονομάστηκε επίσημα σε «Στρατόπεδο Καραϊσκάκη Α». Την 1η Μαΐου 1946 παραχωρήθηκε από την ΙΙΙ Ορεινή Ταξιαρχία «Ρίμινι» στο νεοσύστατο Κέντρο Εκπαίδευσης Διαβιβάσεων (ΚΕΔΒ) και εκτοτε λειτουργεί ως έδρα του όπλου των Διαβιβάσεων, μέχρι και σήμερα.[33] Την περίοδο του Εμφυλίου το στρατόπεδο συνέχισε να λειτουργεί ως τόπος εγκλεισμού, τρομοκρατίας και βασανιστηρίων, με θύματα στρατιώτες αλλά και πολίτες αριστερών φρονημάτων.[34]
Το στρατόπεδο συνεχίζει να ανήκει στον Ελληνικό Στρατό. Μέχρι το 1982, χρονιά επίσημης αναγνώρισης της Εθνικής Αντίστασης απ’ την κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, δεν επιτρεπόταν η είσοδος στο στρατόπεδο. Το 1982 επιτράπηκαν οι εκδηλώσεις μέσα στο στρατόπεδο και στο χώρο του Μπλοκ 15 το οποίο αναγνωρίστηκε ως μνημείο της Εθνικής Αντίστασης τον Απρίλιο του 1984. Στην είσοδο του κτιρίου έχει τοποθετηθεί μια πλάκα στην οποία αναγράφεται: «Μπλοκ 15, 1943- 44. Τόπος θυσίας και μαρτυρίων των αγωνιστών της Εθνικής Αντίστασης. Ορμητήριο και χαράκωμα του αγώνα για τη λευτεριά του λαού μας». Ο Δήμος Χαϊδαρίου έχει υιοθετήσει ως έμβλημα μια παπαρούνα να ξεπροβάλλει μέσα από το συρματοπλεγμένο Μπλοκ 15. Ο δρόμος που οδηγεί στο στρατόπεδο μετονομάστηκε σε «Οδός Αγωνιστών Στρατοπέδου Χαϊδαρίου». Έπειτα από πολλές προσπάθειες και πρωτοβουλίες, το Μπλοκ 15 ανακαινίστηκε το 2016 και αποτελεί σήμερα επισκέψιμο χώρο κατόπιν άδειας των στρατιωτικών αρχών.
[1] Αντώνης Ι. Φλούντζης, Χαϊδάρι. Κάστρο και βωμός της Εθνικής Αντίστασης, Παπαζήσης, Αθήνα 1976, σ. 21.
[2] Στο ίδιο, σ. 749.
[3] Βλ. Νίκος Παπαναστασίου, Χάγκεν Φλάισερ, «Το ‘οργανωμένο Χάος’, η γερμανική κατοχική διοίκηση στην Ελλάδα», στο: Χρήστος Χατζηιωσήφ, Προκόπης Παπαστράτης (επιμ.), Ιστορία της Ελλάδας του 20ου αιώνα. Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος. Κατοχή- Αντίσταση 1940-1945, τόμος Γ1, Βιβλιόραμα, Αθήνα 2007, σ. 120-121.
[4] Υπηρεσία Διπλωματικού και Ιστορικού Αρχείου Υπουργείο Εξωτερικών (ΥΔΙΑ), 1945, φάκελος 4.8, A.C. Sedgwick, “Haidari Prison Outside Athens ranks high among Nazi horrors”, New York Times, 2.11.1944.
[5] Βλ. Χάγκεν Φλάισερ, Στέμμα και Σβάστικα. Η Ελλάδα της Κατοχής και της Αντίστασης 1941- 1944, τόμος Β’, Παπαζήσης, Αθήνα 1995, σ. 334.
[6] Ralph Klein, «Chaidari». Στο: Wolfgang Benz, Barbara Distel (επιμ.), Der Ort des Terrors. Geschichte der nationalsozialistischen Konzentrationslager, Τόμος 9, Verlag C.H. Beck, Μόναχο 2009, σ. 559-572 (566).
[7] Δημήτρης Γατόπουλος, Ιστορία της Κατοχής, Μέλισσα, Αθήνα 1961, σ. 221. Πβλ. Φλούντζης, σ. 55.
[8] Θέμος Κορνάρος, Στρατόπεδο Χαϊδαρίου, Αθήνα 1963, σ. 124-125.
[9] Αρχείο Ληξιαρχείου Δήμου Αθηναίων, Ληξιαρχική Πράξη Θανάτου Χαΐμ Λεβή, 51/ΙΑ/1945, όπου και το σχόλιο του ληξίαρχου ως προς την αιτία θανάτου: «εκτέλεση από τον Γερμανόν Φρούραρχον Ραντόμσκυ».
[10] Νational Archives [NΑRA], T 175, Roll 475, fr 2998336, Befehlshaber der Sicherheitspolizei Athen, Personalliste, 15.7.1944.
[11] ΥΔΙΑ, 1945,φάκελος 4.1., διεύθυνση Μελετών, Βασίλειον της Ελλάδος, Υπουργείον Εξωτερικών, Δ/σις Μελετών&Πληροφοριών, αρ. πρωτ. 167/Δ.Μ. 2, Εν Αθήναις τη 11 Ιανουαρίου 1945, «Περί γερμανικού στρατοπέδου συγκεντρώσεως Χαϊδαρίου». Στο ίδιο, Κωνσταντίνος Βατικιώτης, «Η κράτησίς μου εις το εν Χαϊδαρίω γερμανικόν στρατόπεδον συγκεντρώσεως», χ.χ.
[12] BArch, RH 34/263, Anlage zu Stadtkommandantur Athen, Tgb. Nr. 730/44, Truppenliste der in Athen anwesenden Einheiten, 10.4.1944. Από το ίδιο έγγραφο –Απρίλιος 1944– προκύπτουν κι άλλες γερμανικές μονάδες με ένδειξη έδρας τους «στρατώνες» Χαϊδαρίου (Chaidari Kaserne): Α) Σχολή Αντιαεροπορικού Πυροβολικού 21 (Feld-Flakartillerie-Schule 21) με τομέα την Νοτιανατολική Ευρώπη η οποία είχε πρόσφατα μεταφερθεί από το Βελιγράδι, συνολικά 2 αξιωματικοί, 28 υπαξιωματικοί και 96 οπλίτες. Β) 21/XII Μηχανοκίνητη Αντιαεροπορική Πυροβολαρχία (Flak-Transport-Batterie 21./XII) με δύναμη 2 αξιωματικούς, 13 υπαξιωματικούς, 82 οπλίτες και 12 Ιταλούς βοηθητικούς (Hiwis). Γ) 2η Μοίρα Αυτοκινήτων του Ναυτικού (Mar. Kw.-Einsatz-Abt.) με 3 αξιωματικούς, 46 υπαξιωματικούς και 261 οπλίτες
[13] BArch, R/70 Griechenland/I, Durchgangslager Chaidari an Befehlshaber der Sicherheitspolizei, 8.5.1944, διάφορα έγγραφα. Την «ουγγρογερμανική» προέλευση των περισσότερων ανδρών επιβεβαιώνει και ο Φλούντζης, σ. 79.
[14] ΥΔΙΑ, 1945,φάκελος 4.1., διεύθυνση Μελετών, Κωνσταντίνος Βατικιώτης, «Η κράτησίς μου εις το εν Χαϊδαρίω γερμανικόν στρατόπεδον συγκεντρώσεως», χ.χ. Για τους άλλους αξιωματικούς και στρατιώτες της φρουράς, πβλ. Φλούντζης, σ. 78-81, όπου η πληροφορία πως το μεγαλύτερο μέρος της φρουράς ήταν Γερμανοί της Ουγγαρίας.
[15] Φλούντζης, σ. 79.
[16] Στο ίδιο, σ. 23-25.
[17] ΥΔΙΑ, 1945, φάκελος 4.1, διεύθυνση Μελετών, Κωνσταντίνος Βατικιώτης, «Η κράτησίς μου εις το εν Χαϊδαρίω γερμανικόν στρατόπεδον συγκεντρώσεως», χ.χ.
[18] Φλούντζης, σ. 66.
[19] Τζίνης Γιώργος, Ματωμένα τετράδια. Καλλιθέα-Αβέρωφ-Χαϊδάρι. Θουκυδίδης, Αθήνα 1980.
[20] BArch, B 162/28317, Der Leiter des Königlich Griechischen Nationalen Kriegsverbrecherbüros an den Herrn OStA Bonn, Bonn, 10.4.1956.
[21] Φλούντζης, σ. 45, 282-285.
[22] Detlef Garbe, Konzentrationslager Neuengamme. Geschichte, Nachgeschichte, Erinnerungen, KZ-Gedenkstätte Neuengamme/Edition Temmen, 2014, σ. 104, 134.
[23] Γεωργαντά, Ελένη, βιντεοσκοπημένη συνέντευξη, mog018, 29.7.2016, Ψηφιακό Αρχείο «Μνήμες από την Κατοχή στην Ελλάδα / Erinnerungen an die Okkupation in Griechenland», www.occupation-memories.org, DOI: 10.1234/dis.mog018 (τελευταία είσοδος: 30.11.2017). Πβλ. Φλούντζης, σ. 413-422.
[24] Για όλες τις λεπτομέρειες, βλ. Κωνσταντίνος Σβολόπουλος, Χαϊδάρι, 8 Σεπτεμβρίου 1944. Η Αόρατη Στρατιά στο απόσπασμα. Πατάκης, Αθήνα 2002.
[25] Klein, σ. 560.
[26] Από χρονογράφημα του Νίκου Γ. Μεταξωτού (Φεβρουάριος 1982), στο: Χατζηπατέρας, Φαφαλιού, σ. 99. Ενδεικτικό του ισχυρού ψυχολογικού αντικτύπου και των τεράστιων διαστάσεων που είχε προσλάβει η «Βαστίλλη της Ελλάδας» είναι η εκτίμηση, αμέσως μετά την Απελευθέρωση, πως είχαν εκτελεστεί τουλάχιστον 85.000 κρατούμενοι. Βλ. Ίρις Σκαραβαίου, Το Στοιχειωμένο Χαϊδάρι (Η Ελληνική Βαστίλλη), Αθήναι 1944, σ. 23.
[27] Σλόμο Βενέτσια, Sonderkommando. Μέσα από την κόλαση των θαλάμων αερίων, (μετάφραση Κυριακή Χρα), Πατάκης, Αθήνα 2008, σ. 48-51.
[28] Visual History Archive, αρ. συνέντευξης 687, 25.1.1995. Πβλ. συνέντευξη στην Άννα Μαρία Δρουμπούκη στις 9 Ιανουαρίου 2008.
[29] Visual History Archive, αρ. συνέντευξης 06738-91, 16.11.1995.
[30] Visual History Archive, αρ. συνέντευξης 14687-21, 8.5.1996.
[31] Visual History Archive, αρ. συνέντευξης 42858.
[32] Visual History Archive, αρ. συνέντευξης 48964.
[33] http://www.army.gr/default.php?pname=sub_diavivaseis_ekpaideusi_KEDV_genikastoixeia&la=1 (τελευταία είσοδος: 05/12/2017).
[34] ΑΣΚΙ, Αρχείο ΚΚΕ, κουτί 421 25.3, φ. 25/3/5, επιστολή Πέτρου Σταματινού, 13.8.1946. Στο ίδιο, επιστολές των Ιωάννη Δρακονάκη (17.1.1947), Γεώργιου Πανταζή (16.1.1947) και Κωνσταντίνου Αυτσάρδου (13.2.1947).