Skip to main content

Συντάκτης: Costis

ΦΥΛΑΚΕΣ ΑΙΓΙΝΑΣ

Οι Φυλακές Αίγινας ήταν από τα παλαιότερα σωφρονιστικά καταστήματα της χώρας. Το κτίριο ιδρύθηκε κατά τη διάρκεια της Καποδιστριακής περιόδου, το 1828, ως ορφανοτροφείο που θα στέγαζε ορφανά παιδιά της Επανάστασης, ενώ στέγασε και διάφορες τεχνικές σχολές, καθώς και τμήμα του Εθνικού Τυπογραφείου. Το κτίριο, έκτασης περίπου 20 στρεμμάτων, άλλαξε χρήσεις κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα. Επί Όθωνα στέγασε τη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων και αργότερα φυλακή και στη συνέχεια εγκαταλείφθηκε. Το 1880 ανοικοδομήθηκε για να λειτουργήσει αποκλειστικά ως σωφρονιστικό κατάστημα με την επίσημη ονομασία «Εγκληματικαί Φυλακαί Αιγίνης». Η φυλακή δεχόταν σε μεγάλους αριθμούς βαρυποινίτες και από το 1925 και πολιτικούς κρατούμενους, μέλη και στελέχη του ΚΚΕ. Ο αριθμός των τελευταίων αυξήθηκε τη δεκαετία του ’30 μετά την ψήφιση του «Ιδιώνυμου». Την ίδια περίοδο, οι συνθήκες διαβίωσης των εγκλείστων προκύπτουν ως εξαιρετικά αντίξοες. Ενδύματα, κλινοσκεπάσματα και φάρμακα σπάνιζαν, με αποτέλεσμα να καταγράφονται πολλά κρούσματα φυματίωσης και αφροδίσιων νοσημάτων, ενώ συχνοί ήταν οι ξυλοδαρμοί και κακοποιήσεις κρατουμένων.

Την περίοδο της Κατοχής, οι Φυλακές Αίγινας συνέχισαν να λειτουργούν ως εγκληματικές φυλακές. Το φθινόπωρο του 1941 υπήρχαν 371 κρατούμενοι.[1] Οι έγκλειστοι χωρίζονταν σε ελληνοκρατούμενους, ιταλοκρατούμενους και γερμανοκρατούμενος. Οι Φυλακές Αίγινας χρησιμοποιούνταν από τις γερμανικές δυνάμεις παράρτημα της Κεντρικής Στρατιωτικής Φυλακής Αθηνών (Kriegswehrmachtgefängnis Athen – Abt. Aegina). Ο αριθμός εγκλείστων μεγάλωνε αντίστοιχα με την αύξηση των καταδικαστικών αποφάσεων της ελληνικής δικαιοσύνης αλλά και των συλλήψεων των κατοχικών δυνάμεων. Στα τέλη Σεπτεμβρίου 1942 βρίσκονταν στην φυλακή 468 άτομα, εκ των οποίων οι 314 ήταν καταδικασμένοι από ελληνικά δικαστήρια, 54 με εντολή των γερμανικών αρχών και 100 με εντολή των ιταλικών. Την 1η Μαίου 1943 μόνοι οι πολιτικοί κρατούμενοι έφταναν τους 250 οι οποίοι μάλιστα, σε σχετική αλληλογραφία του Γραφείου Αιχμαλώτων του ΕΕΣ αναφέρονται ως «άποροι».[2] Τον Οκτώβριο του 1943, στα πλαίσια της προσωρινής αποσυμφόρησης που διέταξαν οι γερμανικές αρχές, στην Αίγινα παρέμειναν 277 κρατούμενοι, από τους οποίους οι 170 ήταν κατάδικοι για αδικήματα που είχαν διαπραχθεί κατά την κατοχική περίοδο, ενώ υπήρχαν και 29 λιποτάκτες του Πολέμου 1940/41.[3] Ο αριθμός αυξήθηκε εκ νέου στη συνέχεια περιλαμβάνοντας καταδικασμένους από ελληνικά στρατοδικεία και αγωνιστές της Αντίστασης. Οι κρατούμενοι χωρίζονταν σε γερμανοκρατούμενους (1η, 2η και 3η Ακτίνα) και ελληνοκρατούμενους (4η και 5η Ακτίνα). Ένας αριθμός κρατουμένων είχε ενταχθεί σε καταναγκαστική εργασία με εντολή των τοπικών γερμανικών αρχών, εκτελώντας διάφορες εργασίες σε επιταγμένα κτίρια ή στα οχυρωματικά έργα των Γερμανών στον Μεσαγρό (Τουρλό) Αίγινας, όπου σημειώθηκαν θάνατοι, εκτελέσεις και αποδράσεις.[4] 

Οι Φυλακές Αίγινας επλήγησαν εξαιρετικά από την τραγική επισιτιστική κατάσταση της πρωτεύουσας τον χειμώνα 1941/42. Σε έγγραφό του προς τη Διεύθυνση των Φυλακών (19 Αυγούστου 1941) ο ίδιος ο γιατρός των φυλακών αναφέρει ότι βρίσκεται καθημερινά «ενώπιον φαντασμάτων των οποίων η εξάντληση λόγω του υποσιτισμού των έχει προχωρήσει τόσον ώστε η ενώπιόν μου εμφάνισίς των να κινή τον οίκτον μου διά τα ζωντανά αυτά πτώματα, τα οποία εν τούτοις η Πολιτεία επιθυμεί να σωφρονίσει και ουχί να οδηγήση εις τον εκ πείνης θάνατον».[5] Σε επίσημα έγγραφα της εποχής αναφέρεται ότι συνολικά 150 κρατούμενοι έχασαν τη ζωή τους από υποσιτισμό και κακουχίες, ενώ πολλοί απεβίωσαν κατά τη μεταγωγή τους σε άλλες φυλακές ή σε νοσοκομεία της πρωτεύουσας.[6] Στις 25 Νοεμβρίου 1943 επιτροπή κρατουμένων απηύθυνε έκκληση στον κατοχικό πρωθυπουργό Ιωάννη Ράλλη παράκληση για έκτακτη ενίσχυση από το Υπουργείο Επισιτισμού, «αναλογιζόμενοι τον χειμώνα 1941-42 καθ’ όν απέθανον εκ πείνης τα 4/5 των εδώ κρατουμένων».[7] Σημαντική υπήρξε η μέριμνα του Ερυθρού Σταυρού και προσωπικά της εκπροσώπου του στις Φυλακές Αίγινας, αδελφής Μερόπης Πετσαγγουράκη, για την εξασφάλιση του τακτικού εφοδιασμού της Φυλακής με τρόφιμα (τυρί, σταφίδα, ελιές, ψωμί), ρούχα, φάρμακα και τσιγάρα, σε περιόδους που οι Γερμανοί είχαν απαγορεύσει την αποστολή δεμάτων στους πολιτικούς κρατουμένους με το τακτικό ταχυδρομείο.[8]  

Οι Φυλακές συνέχισαν τη λειτουργία τους χωρίς διακοπή μέχρι και το 1985 που έκλεισαν οριστικά. Την περίοδο του Εμφυλίου υπήρξαν ένα από τα σημαντικότερα δεσμωτήρια πολιτικών κρατουμένων της χώρας. Συνολικά από το 1946 έως το 1949 εκτελέστηκαν 122 κρατούμενοι, κατάδικοι από κακουργιοδικεία και στρατοδικεία. Την μετεμφυλιακή περίοδο κρατήθηκαν εκεί ηγετικά στελέχη του ΚΚΕ, όπως ο Νίκος Μπελογιάννης, Στέφανος Σαράφης, Αντώνης Αμπατιέλος, Χαρίλαος Φλωράκης, Κώστας Λουλές, Λεωνίδας Κύρκος, Μανώλης Γλέζος, ενώ κατά τη διάρκεια της Δικτατορίας φυλακίστηκαν εκεί οι Αλέκος Παναγούλης, Λευτέρης Βερυβάκης και Στάθης Γιώτας. Το 1996 πρωτοβουλία αγωνιστών της Εθνικής Αντίστασης ματαίωσε την κατεδάφιση του κτιριακού συγκροτήματος.  


[1] ΓΑΚ, Αρχείο Υπουργείου Επισιτισμού, φάκελος 99, Κατάστασις των φυλακών του Κράτους και αναμορφωτικών καταστημάτων μετά του αριθμού του προσωπικού και των τροφίμων τούτων, χ.χ. [1941].

[2] Αρχείο Υπηρεσίας Αναζητήσεων ΕΕΣ, ΤΒ Νο 13, ΕΕΣ/Γραφείο Αιχμαλώτων προς Δ/δα Μερόπη Πετσαγγουράκη, ΑΠ 4553, Αθήνα, 1 Μαΐου 1943.

[3] ΓΑΚ, Αρχείο Υπ. Δικαιοσύνης, φ. 174α, ΕΠ, Εγκληματικαί Φυλακαί Αιγίνης, αρ. πρωτ. 2458, Κατάστασις ονομαστική των κρατουμένων εις τας άνω φυλακάς κατά την 1 Οκτωβρίου 1943, Αίγινα, 12.10.1943. 

[4] ΓΑΚ, Αρχείο Υπ. Δικαιοσύνης, φ. 174α , υποφ. 14, ΕΠ, Εγκληματικαί Φυλακαί Αιγίνης προς ΓΔ ΠοινΔικ, Δ/σιν Σωφρ. Υποθ., Αίγινα, 20.10.1943

[5] Παρατίθεται στο: Νίκος Πηγαδάς, Αίγινα…κάθε κελί σελίδα ιστορίας, εκδόσεις Το Ποντίκι, Αθήνα 2005, σ. 84, 85.

[6] Πηγαδάς, Αίγινα, σ. 83.

[7] Αρχείο Υπηρεσίας Αναζητήσεων ΕΕΣ, ΤΒ Νο 13, Προς τον Εξωχότατον Πρόεδρον της Κυβερνήσεως, Φυλακαί Αιγίνης, 25.11.1943.

[8] Αρχείο Υπηρεσίας Αναζητήσεων ΕΕΣ, ΤΒ Νο 13, ΕΕΣ/Γραφείο Αιχμαλώτων προς Δ/δα Μερόπη Πετσαγγουράκη, ΑΠ 4553, Αθήνα, 1.5.1943, επίσης στο ίδιο, Φυλακαί Αιγίνης/Γραφείον Αδελφής ΕΕΣ προς τον ΕΕΣ/Γραφείον Αιχμαλώτων, Αίγινα, 26.12.1943. Πβλ. Υποναύαρχος Ε. Πανάς, Τρία χρόνια στα χέρια των Ναζί 1942-1945, Φιλιππότης, Αθήνα 1985, σ. 69, 70.

ΟΔΟΣ ΒΟΥΛΙΑΓΜΕΝΗΣ (ΠΑΡΑΠΗΓΜΑΤΑ)

Οι Φυλακές της Οδού Βουλιαγμένης ή «Παραπήγματα» βρίσκονταν στον σημερινό λόφο Λαμπράκη στη συνοικία Κυνοσάργους (Νέος Κόσμος) μεταξύ της λεωφόρου Βουλιαγμένης και των οδών Ζεύξιδος και Πυθέου (πρώην Χερσικράτους). Πριν τον Πόλεμο το κτίριο ήταν πυριτιδαποθήκη του ελληνικού στρατού και κατά την περίοδο της γερμανικής Κατοχής μετατράπηκε σε χώρο εγκλεισμού για αντιστασιακούς και ύποπτους πολίτες, ως επί το πλείστον άνδρες. Δεν είναι γνωστό πότε ακριβώς έγινε η μετατροπή, το πιθανότερο είναι μετά τον Οκτώβριο του 1943. Στην Οδό Βουλιαγμένης στέλνονταν κρατούμενοι που είχαν συλληφθεί τόσο κατά τη διάρκεια μπλόκων από τις γερμανικές αρχές ασφαλείας (SiPo/SD) όσο και καταδικασθέντες από στρατοδικεία, συνήθως με μεταγωγή από τις κεντρικές στρατιωτικές φυλακές της Βέρμαχτ στην Αθήνα (Αβέρωφ).

Αν και δεν διαθέτουμε αρκετές πληροφορίες, η κατάσταση του κτιρίου ήταν ιδιαίτερα άσχημη και μαρτυρά πως δεν προοριζόταν για μακρά κράτηση. Ο Θεοδόσης Καραγεωργάκης από το Τυμπάκι Ηρακλείου οδηγήθηκε στις Φυλακές Αγιάς και στα μέσα Ιανουαρίου 1944 παραπέμφθηκε στα Παραπήγματα με μεταγωγή από τις φυλακές Αβέρωφ: «Τα παραπήγματα ήταν άλλοτε πυριτιδαποθήκες του Ελληνικού στρατού. Όλα τα ντουβάρια παλιά. Οι πόρτες χαλασμένες. Το ταβάνι το αποτελούσαν κάτι παμπάλαια και μισοφαγωμένα σανίδια, γεμάτα κορέους, που με τις επιθέσεις τους δεν μας άφηναν να κλείσουμε μάτι όλη τη νύχτα. Η τροφή μας η ίδια όπως και στο Αβέρωφ. Πλιγούρι, φακές χωρίς λάδι. Το μόνο που μας απαγόρευαν αυστηρά ήταν ο ήλιος και το τσιγάρο […] Πόσα χρυσά δαχτυλίδια πουλήθηκαν για είκοσι ή τριάντα το πολύ τσιγάρα, στους φύλακες των φυλακών, Γερμανούς και Έλληνες;».[1]

Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, οι Φυλακές της Οδού Βουλιαγμένης λειτουργούσαν κυρίως ως προθάλαμος για τον εκτοπισμό στη ναζιστική Γερμανία. Από τον Μάρτιο έως τον Αύγουστο του 1944, συνολικά 282 άνδρες κρατούμενοι εκτοπίστηκαν από εκεί στις Φυλακές Βραδεμβούργου (Zuchthaus Brandenburg-Görden) σε τέσσερις αποστολές.[2] Από αυτούς η πλειονότητα ήταν κατάδικοι από ιταλικά και γερμανικά στρατοδικεία, ορισμένοι ήδη από το 1942, οι 39 είχαν πιαστεί σε μπλόκο στο Παγκράτι στις 28 Αυγούστου 1944.[3]

 Την περίοδο του Εμφυλίου το κτίριο των «Παραπηγμάτων» στέγασε για ένα διάστημα τις Στρατιωτικές Φυλακές Αθηνών (ΣΦΑ), προτού αυτές μεταφερθούν στο νησί της Μακρονήσου.[4] Συνέχισαν να λειτουργούν ως φυλακές, αρχικά δικαστικές φυλακές και στη συνέχεια ανηλίκων. Το 1951 οικοδομήθηκε δίπλα στις φυλακές το 6ο Γυμνάσιο Αρρένων Αθηνών, σήμερα 6ο Γυμνάσιο και Λύκειο Αθηνών. Οι φυλακές κατεδαφίστηκαν τη δεκαετία του ’70, στη θέση τους υπάρχει πάρκο και χώρος αναψυχής.   


[1] Θεοδόσης Καραγεωργάκης, Μαουτχάουζεν. Μια πάλη με το θάνατο, χ.χ., σ. 17.

[2] “Zugänge am 20. Juni 1944 von Athen”, 1.2.2.1/12116672/ITS Digital Archive, Arolsen Archives

[3] Alexios Ntetorakis-Exarchou, Greek forced labourers in Nazi Germany: The Greek prisoners of Brandenburg-Görden, διπλωματική εργασία, Humboldt Universität zu Berlin/University College Dublin, 2019.

[4] Ψηφιακό Μουσείο Μακρονήσου, Κρατούμενοι στις Στρατιωτικές Φυλακές Αθηνών (Οδός Βουλιαγμένης) https://www.makronissos.org/fotografia/kratoumeni-stis-stratiotikes-filakes-athinon-odos-vouliagmenis/ (τελευταία είσοδος: 8/11/2025).

ΕΜΠΕΙΡΙΚΕΙΟ ΑΣΥΛΟ

Τριώροφο νεοκλασικό κτήριο. Θεμελιώθηκε το 1917 ως Εμπειρίκειο Άσυλο Αστέγων Παίδων. Μέχρι το 1925 το Εμπειρίκειο λειτουργούσε υπό την Εποπτεία του Υπουργείου Πρόνοιας. Στη συνέχεια έγινε Αναμορφωτικό Σχολείο Θηλέων και πέρασε στην δικαιοδοσία του Υπουργείου Δικαιοσύνης. Την περίοδο της Κατοχής μετατράπηκε σε γυναικείες φυλακές κάτω από ελληνική, ιταλική και γερμανική διοίκηση. Στον πρώτο όροφο του κτιρίου κρατούνταν ποινικές κρατούμενες, στον δεύτερο γερμανοκρατούμενες και στον τρίτο ιταλοκρατούμενες. Οι πολιτικές κρατούμενες ήταν γυναίκες όλων των ηλικιών, από ανήλικα κορίτσια έως ηλικιωμένες γυναίκες και ήταν μέλη διαφόρων αντιστασιακών οργανώσεων της Αθήνας αλλά και της επαρχίας. Μεταφέρονταν στην φυλακή έπειτα από ανακρίσεις, συνήθως απευθείας από το γερμανικό ή το ιταλικό φρουραρχείο Αθηνών. Η Τούλα Μάρα-Μιχαλακέα συνελήφθη ως μέλος της Λεύτερης Νέας (της γυναικείας νεολαιίστικης οργάνωσης του ΕΑΜ) τον Ιανουάριο του 1943 σε ηλικία μόλις 15 ετών: «Η σύνθεση του κόσμου [στο Εμπειρίκειο] ήταν διαφορετική, δηλαδή ήτανε πολλές επαρχιώτισσες, ήτανε καλλιτέχνιδες, ήτανε μεσοαστές, ήτανε μικροαστές, ήτανε εργάτριες. Δηλαδή, θέλω να πω μ’ αυτό, ήμασταν κρατούμενες από διάφορες υποθέσεις, δεν ήτανε μονάχα εαμίτισσες, δεν ήτανε μονάχα κομμουνίστριες, ήτανε διάφορος κόσμος. Επίσης ήταν πολλές από τα νησιά που κρύβανε τους Εγγλέζους εκείνη την εποχή».[1] Η εξακριβωμένη παρουσία αρκετών γυναικών που κατηγορούνταν πως συμμετείχαν σε δίκτυα πληροφοριών, οργανώσεις κατασκοπείας ή απόκρυψης Βρετανών συνδυάζεται με το γεγονός ότι στο Εμπειρίκειο είχαν την έδρα τους κλιμάκια της γερμανικής και ιταλικής αντικατασκοπείας: «Όλα τα είχαν υπολογίσει οι Γερμανοί και οι Ιταλοί αξιωματικοί της αντικατασκοπείας που υπηρετούσαν στο Εμπειρίκειο Άσυλο των Αμπελοκήπων, το οποίο είχε μετατραπεί από σωφρονιστήριο εφήβων σε γυναικείες φυλακές: ακροβολισμένοι γκεσταπίτες σε όλη την περιοχή, περίπου δέκα στρατιώτες στην είσοδο, άλλοι τόσοι στον εσωτερικό χώρο, σκοπιές και φυλάκια επί 24ώρου βάσεως, ειδικευμένοι ελληνόγλωσσοι στα γραφεία και στη διοίκηση και οι Έλληνες υπάλληλοι ελεγμένοι όλοι, ένας κι ένας».[2] Σήμερα στεγάζονται σε αυτό το 46ο Ενιαίο λύκειο Αθηνών (2014), το 15ο Δημοτικό Σχολείο Αθήνας (2015)


[1] Μαρτυρία Τούλας Μάρα-Μιχαλακέα, στο: Μαρία Φαφαλιού, Κορίτσια σε περίκλειστους χώρους. Μαρτυρίες 1942-1952, Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2020, σ. 79.

[2] Ελευθέριος Σκιαδάς, «Άρτεμις Πετράντη: Εξευτέλισε την αντικατασκοπεία των κατακτητών

Επιχείρηση απόδρασης «Εμπειρίκειο»: Έσωσε το δίκτυο Τσιγάντε το 1942», Τα Αθηναϊκά, 22/10/2018 https://www.taathinaika.gr/artemis-petranti-i-ellinida-pou-ekseftelise-tin-antikataskopeia-ton-kataktiton/ (τελευταία είσοδος: 1 Οκτωβρίου 2025).

ΣΤΡΑΤΟΠΕΔΟ ΑΚΡΟΝΑΥΠΛΙΑΣ

Η Ακροναυπλία ή Ιτς Καλέ είναι βραχώδης βραχονησίδα μήκους περίπου 900 μέτρων και πλάτους περίπου 400 μέτρων, που βρίσκεται στην είσοδο του μυχού του αργολικού κόλπου. Από την αρχαιότητα και κατά τη διάρκεια των ρωμαϊκών, βυζαντινών, ενετικών και οθωμανικών χρόνων αποτελούσε την οχυρωμένη ακρόπολη του Ναυπλίου. Από τη δεκαετία του 1830 χρησιμοποιήθηκε ως χώρος στρατιωτικών εγκαταστάσεων (στρατόπεδο, αποθήκες) και από το 1884 για στρατιωτικές και αργότερα ποινικές φυλακές. Το 1937, κατά την περίοδο της Δικτατορίας Μεταξά ιδρύθηκε στο κτίριο των φυλακών Ακροναυπλίας το «Στρατόπεδο Συγκέντρωσης Κομμουνιστών» το οποίο δεν υπαγόταν στο Υπουργείο Δικαιοσύνης όπως οι άλλες φυλακές, αλλά στο Υφυπουργείο Εθνικής Ασφαλείας. Στην Ακροναυπλία στέλνονταν μέλη κομμουνιστικών και μαρξιστικών οργανώσεων, ανάμεσά τους και ηγετικά στελέχη του ΚΚΕ, με αποτέλεσμα η Ακροναυπλία να γίνει ο βασικός χώρος εγκλεισμού πολιτικών κρατουμένων, συνδεμένος με διάφορα νησιά εξορίας κομμουνιστών (Φολέγανδρος, Ανάφη κ.ά.), αλλά και παράδειγμα οργάνωσης της στρατοπεδικής ζωής, στα πλαίσια των οποίων οργανώθηκαν οι λεγόμενες «Ομάδες Συμβίωσης» των εγκλείστων.[1] Με βάση μια έκθεση του Υπουργείου Δικαιοσύνης το 1945, όταν οι φυλακές άρχισαν να λειτουργούν εκ νέου, «το κτίριον αποτελείται εκ δύο μεγάλων ορόφων, μετά 4 μεγάλων θαλάμων και 2 μικρότερων, οίτινες χρησιμοποιούνται διά την διαμονήν των κρατουμένων. Υπάρχουν και μικρότερα διαμερίσματα εις τον 1ον όροφον χρησιμεύοντα διά γραφεία και διά το φυλακτικόν προσωπικόν. Ωσαύτως υπάρχουν και 5 μικρά διαμερίσματα διά πειθαρχεία, στερούμενα ταύτα παντελώς φωτισμού και αερισμού […] Το μήκος των μεγάλων θαλάμων των κρατουμένων είναι 30 μ, 20 πλάτος και 5 ύψος, ο αριθμός των κρατουμένων σε κάθε θάλαμο 120-140».[2]

Κατά την κατάληψη της χώρας τον Απρίλιο του 1941 βρίσκονταν εκεί περίπου 600 έγκλειστοι κομμουνιστές οι οποίοι παραδόθηκαν από τις ελληνικές αρχές στα κατοχικά στρατεύματα. Το στρατόπεδο συνέχισε να υπάγεται στο Υπουργείο Δημόσιας Ασφαλείας.[3] Την περίοδο της πείνας τον χειμώνα 1941/42 έχασαν τη ζωή τους τρεις πολιτικοί κρατούμενοι και 32 ποινικοί από τις διπλανές φυλακές. Από τον Μάρτιο του 1942, κυρίως χάρη στις δικές τους εκκλήσεις και προσπάθειες, οι έγκλειστοι κομμουνιστές λαμβάνουν τακτική ενίσχυση σε τρόφιμα και φάρμακα από το Γραφείο Αιχμαλώτων του Ερυθρού Σταυρού ενώ την ίδια χρονιά, έγινε αποδεκτό να στέλνονται οι φυματικοί κρατούμενοι σε σανατόρια. Τον Ιούνιο του 1942 οι Ιταλοί υπολόγιζαν τους εγκλείστους σε 450 άτομα.[4] Παράλληλα απαιτούσαν την μεταφορά τους σε άλλο σημείο της χώρας για λόγους ασφάλειας της τοπικής φρουράς σε ενδεχόμενο συμμαχικής απόβασης.[5] Αλλά και οι ελληνικές αρχές ζητούσαν να τους παραχωρηθεί το κτίριο με σκοπό να αποσυμφορηθούν οι φυλακές της Τρίπολης και της Πάτρας.[6] Οι μεταγωγές των κομμουνιστών ξεκίνησαν τον  Σεπτέμβριο του 1942 μέχρι την οριστική εκκένωση του στρατοπέδου στα τέλη Φεβρουάριο του 1943. Οι έγκλειστοι διεσπάρησαν σε άλλα μέρη, στα στρατόπεδα της Λάρισας, της Κατούνας Ξηρομέρου και των Τρικάλων, στις Φυλακές Σανατορίου της «Σωτηρίας», στο Σανατόριο Ασβεστοχωρίου και τις Εγκληματικές Φυλακές Κέρκυρας. Τον Σεπτέμβριο του 1943 περίπου 350 από αυτούς μεταφέρθηκαν στο στρατόπεδο Χαϊδαρίου. Από τις αρχές του 1943, οι κρατούμενοι κομμουνιστές που προέρχονταν  από την Ακροναυπλία και μετρούσαν ήδη έξι χρόνια εγκλεισμού αποτελούσαν βασική δεξαμενή ομήρων για τα αντίποινα των κατοχικών στρατευμάτων. Υπολογίζεται πως πάνω από 300 πρώην έγκλειστοι της Ακροναυπλίας εκτελέστηκαν τη διάρκεια της Κατοχής σε διάφορα στρατόπεδα όπου είχαν μεταφερθεί ως όμηροι (Χαϊδάρι, Παύλου Μελά, Λάρισα). Αποκορύφωμα ήταν η μαζική εκτέλεση 200 εγκλείστων του στρατοπέδου του Χαϊδαρίου την 1η Μαίου 1944 στο σκοπευτήριο της Καισαριανής, ανάμεσά τους και 135 Ακροναυπλιώτες.[7] Η σύνδεση των κρατουμένων κομμουνιστών με τα κατοχικά αντίποινα, αλλά και οι επαφές τους με την Αντίσταση, χάρη στις οποίες μεγάλος αριθμός κατόρθωσαν την περίοδο της Κατοχής να δραπετεύσουν από διάφορα μέρη εγκλεισμού (Ασβεστοχώρι, Σωτηρία, Κέρκυρα) κατέστησε τον τίτλο «Ακροναυπλιώτης» συνώνυμο της αγωνιστικής θυσίας.

Μετά το 1945 και κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου, η Ακροναυπλία ξεκίνησε να λειτουργεί εκ νέου ως φυλακή πολιτικών κρατουμένων και αιχμαλώτων ανταρτών, ανδρών και γυναικών, ενώ σημειώθηκαν αρκετές εκτελέσεις. Το 1966 η λειτουργία των φυλακών σταμάτησε και τα κτίρια πέρασαν στην κατοχή του Υπουργείου Τουρισμού. Το 1961, παράλληλα με την λειτουργία των φυλακών, οικοδομήθηκε στην Ακροναυπλία το ξενοδοχείο «Ξενία» το οποίο σταμάτησε να λειτουργεί στα τέλη της δεκαετίας του ’70.


[1] Φλούντζης…

[2] ΓΑΚ, Αρχείο Υπουργείου Δικαιοσύνης, φ. 174β, υποφ. 12, Υγειονομικόν Κέντρον Αργολίδος, Υγειονομική Έκθεσις Εγκληματικών Φυλακών Ακροναυπλίας, 5.7.1945

[3] ΓΑΚ, Αρχείο Υπουργείου Δικαιοσύνης, φ. 174α, υποφ. 2, Ελληνική Πολιτεία, Υπουργείο Δικαιοσύνης/ Διεύθυνσις Σωφρονιστικής Διοικήσεως προς τον Μητροπολίτην Αργολίδος, ΑΠ 6787, 24.2.1942.

[4] Paolo Fonzi, Fame di Guerra. L’ occupazione italiana della Grecia (1941-43), Carocci Editore, Ρώμη 2019, σ. 125.

[5] Στέλιος-Περικλής Καράβης, Η Ιταλική Κατοχή στην Ελλάδα (1941-1943). Η πολιτική επιβολής και καταστολής από την ΧΙ Στρατιά, διδακτορική διατριβή, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, 2015, σ. 49.

[6] ΓΑΚ, Αρχείο Υπουργείου Δικαιοσύνης, φ. 176, Εισαγγελεία Πρωτοδικών Ναυπλίου προς Δ/σιν Σωφρονιστικής Διοικήσεως, ΑΠ 216, 19.1.1943.

[7] Κλέων Παπαλοίζος, Εθνική Αλληλεγγύη-Φολέγανδρος-Άη Στράτης, Αθήνα 1977, σ. 67.

ΦΥΛΑΚΕΣ ΣΥΓΓΡΟΥ

Οι Φυλακές Συγγρού εγκαινιάστηκαν το 1887 στην περιοχή Χαμοστέρνας, μεταξύ των σημερινών δήμων Πετραλώνων και Καλλιθέας. Η ανέγερσή τους έγινε με δωρεά του εμπόρου, τραπεζίτη και ευεργέτη Ανδρέα Συγγρού από τον οποίον πήραν το όνομά τους, στα πλαίσια της πολιτικής αναδιοργάνωσης του σωφρονιστικού συστήματος της χώρας από τον τότε πρωθυπουργό Χαρίλαο Τρικούπη. Οι Φυλακές Συγγρού σχεδιάστηκαν έτσι ώστε να λειτουργήσουν ως πρότυπο σωφρονιστικό κατάστημα, με εργασία των κρατουμένων, ενώ εφαρμόστηκε για πρώτη φορά το σύστημα της «κατά τάξεως» συμβίωσης των εγκλείστων. Σύμφωνα με μια μελέτη του 1927, «τας φυλακάς αυτάς απαρτίζει διώροφον κτίριον με εννέα θαλάμους εν τω πρώτω ορόφω, εκκλησίαν, νοσοκομείον, 26 θαλάμους εν τω ισογείω, εξ’ ών 14 ατομικοί διά τας πειθαρχικάς ποινάς, δύο προαύλια διά τον περίπατον των κρατουμένων, μικρόν φαρμακείον, αίθουσα κουρείου, μαγειρεία, πλυντήρια και ιδιαίτερα διαμερίσματα εργαστηρίων ξυλουργικής, υποδηματοποιίας, ραπτικής, σιδηρουργικής, καθεκλοποιίας και άλλων τινών μικρών χειροτεχνιών. Εν ταις Φυλακές Συγγρού οι κατάδικοι διαβιούν εν κοινώ. Κοιμώνται εις ιδίαν έκαστος κλίνην εντός θαλάμων περιλαμβανόντων 6-10 κλίνας […] Οι κρατούμενοι κατατάσσονται εις κατηγορίας  αναλόγως του είδους της πράξεώς των, του επαγγέλματός των και της ηλικίας των».[1] Από τις αρχές της δεκαετίας του ’20 και κυρίως μετά το 1929, στις φυλακές Συγγρού οδηγούνταν σε μεγάλους αριθμούς μέλη και οπαδοί του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας. Τον Απρίλιο του 1931 απέδρασαν οκτώ στελέχη, σε μια από τις πρώτες μαζικές αποδράσεις πολιτικών κρατουμένων στην Ελλάδα. Οι Φυλακές Συγγρού είχαν  άσχημη φήμη λόγω του σταθερά μεγάλου συνωστισμού εγκλείστων και των άσχημων συνθηκών διαβίωσης. Το 1934 υπήρχαν 798 κρατούμενοι (οι φυλακές είχαν δυναμικότητα 350 ατόμων) που στοιβάζονταν σε ομαδικούς θαλάμους χωρίς κρεβάτια και σκεπάσματα, «άνθρωποι ζώντες σε Κόλασιν».[2]

Την περίοδο της Κατοχής, οι Φυλακές Συγγρού συνέχισαν να λειτουργούν ως επανορθωτικές φυλακές και το καλοκαίρι του 1941 έγιναν οι πρώτες ελληνικές φυλακές που αναγκάστηκαν να δέχονται μεγάλο αριθμό συλληφθέντων από τις ιταλικές και τις γερμανικές αρχές κατοχής, χωρίς να έχουν επιταχθεί επίσημα. Η αρχή έγινε την 1η Αυγούστου 1941, όταν ένα τμήμα Carbinieri παρέπεμψε πέντε συλληφθέντες πολίτες στις  Φυλακές Συγγρού, ωστόσο ο φύλακας αρνήθηκε να δεχτεί κρατουμένους χωρίς εντολή εισαγγελέα ή ελληνικού δικαστηρίου, έτσι η εγκάθειρξη καθυστέρησε μια μέρα. Με αφορμή το περιστατικό, οι Ιταλοί ζήτησαν επιτακτικά από τη Γενική Διεύθυνση Φυλακών να εισάγονται στις φυλακές όλοι όσοι συλλαμβάνονται, χωρίς άλλες διατυπώσεις πλην της διαταγής που θα υπογράφεται από την αρμόδια στρατιωτική αρχή ή μονάδα.[3] Με βάση τον αριθμό των κρατουμένων, την περίοδο 1941/42 ήταν η τρίτη μεγαλύτερη φυλακή της χώρας μετά του Αβέρωφ και το Επταπύργιο, με 860 κρατουμένους.[4] Το καλοκαίρι του 1942 οι φυλακές ήταν ήδη υπερπλήρεις και ιδρύθηκε παράρτημά τους στην περιοχή του Αγίου Σώστη.[5]  Εκεί κρατήθηκαν πολλοί αντιστασιακοί, κομμουνιστές και μέλη των οργανώσεων του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ. Μετά τον βομβαρδισμό του Πειραιά (11 Ιανουαρίου 1944) και την καταστροφή των εκεί επανορθωτικών φυλακών, οι κρατούμενοι μεταφέρθηκαν στις Φυλακές Συγγρού που ξεπέρασαν έτσι τα 1.000 άτομα.[6]

Κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου, οι φυλακές Συγγρού χρησιμοποιήθηκαν για μικρό χρονικό διάστημα για την κράτηση αριστερών πολιτών. Από το 1947 έως το 1954 χρησιμοποιήθηκαν για τη στέγαση πολιτών από την επαρχία που είχαν εγκαταλείψει τις εστίες τους στα πλαίσια των στρατιωτικών επιχειρήσεων του Εμφυλίου. Κατεδαφίστηκαν το 1960 για να οικοδομηθούν εργατικές και προσφυγικές κατοικίες. Σήμερα από τα κτίρια δε σώζεται τίποτε.


[1] Αργ. Κωτούλας, Αι σωφρονιστικαί προσπάθειαι και ο αγών κατά της εγκληματικότητας παρά τη παιδική και εφηβική ηλικία εν Ελλάδι, Αθήναι 1927, σ. 17.

[2] «Η κόλασις στας Φυλακάς Συγγρού», εφημ. Η Δράσις, 10.3.1934.  

[3] ΓΑΚ, Αρχείο Υπουργείου Δικαιοσύνης, Φάκελος 177, Ιταλικόν Φρουραρχείο Αθηνών προς την Γενικήν Διεύθυνσιν των Φυλακών, Αθήναι, 4.8.1941

[4] ΓΑΚ, Αρχείο Υπουργείου Επισιτισμού, Φάκελος 99, Κατάστασις των φυλακών του Κράτους και αναμορφωτικών καταστημάτων μετά του αριθμού του προσωπικού και των τροφίμων τούτων, χ.χ. [1941].

[5] ΓΑΚ, Αρχείο Υπουργείου Δικαιοσύνης, Φάκελος 174α, Υπουργείο Δικαιοσύνης/Διεύθυνσις Σωφρονιστικής Διοικήσεως προς την Ελληνικήν Τηλεφωνικήν Εταιρείαν, αρ. πρωτ. 70066, Αθήναι, 25.8.1942.

[6] ΓΑΚ, Αρχείο Υπουργείου Δικαιοσύνης, Φάκελος 174β, Υποφάκελος 26,  Υπουργείο Δικαιοσύνης/Διεύθυνσις Σωφρονιστικής Διοικήσεως προς Υπουργείο Εσωτερικών/Γ’ Γενική Διεύθυνση/Δ/ση Ασφαλείας, αρ. πρωτ. 32050, Αθήναι, 13.6.1944

ΣΤΡΑΤΟΠΕΔΟ ΧΑΪΔΑΡΙΟΥ

Το Στρατόπεδο Χαϊδαρίου, στο ομώνυμο αραιοκατοικημένο προάστιο στα δυτικά της Αθήνας (5.868 κάτοικοι σύμφωνα με την απογραφή του 1940), ξεκίνησε να οικοδομείται το 1937 στους πρόποδες του Ποικίλου Όρους, ως κέντρο εκπαίδευσης του ελληνικού στρατού, ωστόσο οι εργασίες κατασκευής του διακόπηκαν με την κήρυξη του Ελληνοϊταλικού Πολέμου. Έκτοτε  εγκαταλείφθηκε και δεν χρησιμοποιήθηκε μέχρι τις 3 Σεπτεμβρίου του 1943, οπότε «εγκαινιάστηκε» ως στρατόπεδο συγκέντρωσης, με τη μεταφορά 590 κρατουμένων από το ιταλικό στρατόπεδο της Λάρισας το οποίο θα διαλυόταν. Επρόκειτο για 243 κομμουνιστές που είχαν μεταχθεί από τις Φυλακές της Ακροναυπλίας, 20 πρώην εξορίστους της Ανάφης και 327 κρατουμένους των Ιταλών.[1] Στις 10 Σεπτεμβρίου οι εγκαταστάσεις περιήλθαν στη γερμανική δικαιοδοσία ως την διάλυση του στρατοπέδου, στις 27 Σεπτεμβρίου 1944.[2] Το πρώτο δίμηνο το στρατόπεδο λειτουργούσε ως παράρτημα των Φυλακών Αβέρωφ έως τα τέλη Νοεμβρίου 1943, οπότε πέρασε οριστικά στον έλεγχο των Ες-Ες.

Στον περίπου ένα χρόνο λειτουργίας του, το Χαϊδάρι αναπτύχθηκε παράλληλα με την αναδιοργάνωση και διεύρυνση των αμιγώς αστυνομικών υπηρεσιών, της Αστυνομίας Ασφαλείας (Sicherheitspolizei –SiPo), της Υπηρεσίας Ασφαλείας (Sicherheitsdienst –SD) και της Αστυνομίας Τάξης (Ordnungspolizei), και εξελίχθηκε στο μεγαλύτερο στρατόπεδο στην κατεχόμενη Ελλάδα. Από το στρατόπεδο υπολογίζεται πως πέρασαν περίπου 20-25.000 άτομα, άνδρες και γυναίκες, αιχμάλωτοι στρατιωτικοί, αντιστασιακοί, το σύνολο των μελών και στελεχών του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας που βρίσκονταν φυλακισμένοι από την περίοδο της Δικτατορίας του Μεταξά (1936-1941), Εβραίοι, όμηροι-συλληφθέντες σε διάφορες εκκαθαριστικές επιχειρήσεις στην ύπαιθρο και σε «μπλόκα» στην περιοχή της πρωτεύουσας, πολιτικοί αρχηγοί, όπως ο αρχηγός του Κόμματος των Φιλελευθέρων και μετέπειτα πρωθυπουργός Θεμιστοκλής Σοφούλης, ο Στυλιανός Γονατάς και ο Γεώργιος Καφαντάρης. Από τις αρχές του 1944 συνυπήρχαν ως όμηροι στο Χαϊδάρι μέλη των οργανώσεων του ΕΑΜ, του ΕΔΕΣ, κατασκοπευτικών δικτύων, βρετανικών υπηρεσιών, ακόμα και μεμονωμένες περιπτώσεις μελών των Ταγμάτων Ασφαλείας ή και γερμανικών υπηρεσιών που είχαν κατηγορηθεί για επαφές με τους συμμάχους ή ποινικά αδικήματα, συνδικαλιστές, στρατιωτικοί, μαθητές, εργάτες και ανώτεροι δημόσιοι υπάλληλοι. Η χρήση των καταδικασθέντων από τις κατοχικές αρχές ως «ομήρων», ανέδειξε το Χαϊδάρι αφενός σε κεντρικό πεδίο εφαρμογής της ναζιστικής πολιτικής εξόντωσης πολιτικών και φυλετικών εχθρών του Γ’ Ράιχ, αφετέρου σε νευραλγικό κόμβο του δικτύου καταστολής –συλλήψεων, εκτελέσεων και εκτοπισμών– στην Αθήνα αλλά και σε όλη την ελληνική επικράτεια.[3] Τον Νοέμβριο του 1944, η εφημερίδα New York Times συμπεριλάμβανε το Χαϊδάρι στα μεγαλύτερα ναζιστικά λάγκερ στην κατεχόμενη Ευρώπη, τεκμηριώνοντας πως τα μεγέθη και η φήμη του στρατοπέδου είχαν ξεπεράσει τα ελληνικά σύνορα.[4]

            Πρώτος διοικητής του στρατοπέδου –ανέλαβε τα καθήκοντά του στις 29 Νοεμβρίου 1943– ήταν ο ταγματάρχης (Sturmbannführer) της SD, Πάουλ Όττο Ραντόμσκι (Paul Otto Radomski), πρώην αξιωματικός της Einsatzgruppe C στην περιοχή του Κιέβου, μια από τις «Ειδικές Μονάδες Δράσης», υπεύθυνες για μαζικές δολοφονίες Εβραίων, αιχμαλώτων και πολιτών στο ανατολικό μέτωπο. Ο Ραντόμσκι περιγράφεται, τόσο σε υπηρεσιακά γερμανικά έγγραφα, όσο και σε πλήθος μαρτυριών, ως εξαιρετικά βίαιος και σαδιστής. Οι προϊστάμενοί του τον θεωρούσαν «παλιό τραμπούκο» (alte Schläger) και «πρωτόγονο στη σκέψη και τα αισθήματα», ο οποίος αναδείχθηκε σε ηγετικές θέσεις αποκλειστικά και μόνο λόγω της αρχαιότητάς του στα Ες-Ες.[5] Στα ίδια έγγραφα, από τον ατομικό του φάκελο, σημειώνεται πως η εθνικοσοσιαλιστική του κοσμοαντίληψη μπορούσε να θεωρηθεί «στην καλύτερη περίπτωση στοιχειώδης» και ο ίδιος τίποτα παραπάνω από τυπικό δείγμα «τυφλής υπαλληλικής υπακοής και αίσθησης καθήκοντος».[6] Ο μελλοθάνατος ταγματάρχης Ζαμπέτας αναφέρει στην μαρτυρία του:

Κατά μήνα Ιανουάριον [1944], ο ταγματάρχης Ραντόμσκυ θέλων να τιμωρήση τους φυλακισμένους, διότι τινές τούτων είχον μεταβή εις τα παρά την είσοδον του στρατοπέδου αποχωρητήρια, προς σωματικήν των ανάγκην, παρά την καταπέσουσαν χιόνα, διέταξεν άπαντας να βαδίσωμεν έρποντες και με την κοιλίαν επί πεντακοσίων μέτρων, ενώ ούτως ηκολούθει με το πιστόλιον εις χείρας και τα δύο λυκόσκυλά του, τα οποία είχον καταξεσκίσει τους βραδυπορούντας γέροντας.[7]

Αυτή η έκδηλη βιαιότητα φαίνεται πως πήγαζε από μια αίσθηση απόλυτης προσωπικής εξουσίας. Περιγράφοντας την προσωπικότητα του στρατοπεδάρχη, ο Θέμος Κορνάρος σημείωνε πως «είχε μια τεράστια στρατοπεδαρχική πείρα, έπαιρνε ναρκωτικά, και δεν εκτιμούσε τους άλλους Γερμανούς Ες-Ες. Έκανε του κεφαλιού του συμπληρώνοντας τον κανονισμό. Κανένα δε λογάριαζε και καμία διαταγή δεν άφηνε, χωρίς να την τροποποιήσει κατά τον δικό του τρόπο».[8] Στις 7 Δεκεμβρίου 1943, ο Ραντόμσκι σκότωσε εν ψυχρώ με το πιστόλι του τον Εβραίο κρατούμενο Χαΐμ Λεβή από τα Ιωάννινα, ανθυπολοχαγό του ελληνικού στρατού.[9] Ήταν τελικά λιγότερο τα αυξανόμενα έκτροπα σε βάρος των κρατουμένων και περισσότερο η βαναυσότητα απέναντι στους υφισταμένους του, που οδήγησαν στην απομάκρυνσή του από τη διοίκηση, συγκεκριμένα το περιστατικό στις 17 Φεβρουαρίου 1944, όταν, σε κατάσταση μέθης, χτύπησε με γροθιές τον ακόλουθό του και του έσπασε το σαγόνι. Ο υποβιβασμός του σε υπολοχαγό (Obersturmführer) και η καταδίκη του σε έξι μήνες κάθειρξη για υπεξαίρεση και κλοπές συνδέεται με το γεγονός ότι  

            Διάδοχός του στη διοίκηση ήταν ο ανθυπολοχαγός της SiPo, Καρλ Φίσερ (Karl Fischer) ο οποίος ανέλαβε καθήκοντα στις 27 Φεβρουαρίου 1944. Γεννημένος το 1908 στο Έκβορντ του Αννόβερου και μέλος των Ες-Ες από το 1931, με αριθμό μέλους 42987, ο Φίσερ είχε υπηρετήσει το διάστημα 1933-1937 στην «Σωματοφυλακή Αδόλφος Χίτλερ» (Leibstandarte Adolf Hitler), το κυρίως παραστρατιωτικό σώμα των Ες-Ες που δρούσε ως φρουρά του «Φύρερ» στο Βερολίνο και αργότερα μετεξελίχθηκε στην 1η Μεραρχία των Ες-Ες με την ίδια ονομασία.  Προτού μετατεθεί στην Ελλάδα για να τεθεί υπό τις διαταγές του Διοικητή της Αστυνομίας Ασφαλείας (Befehslhaber der Sicherheitspolizei –BdS) τον Ιανουάριο του 1944, είχε υπηρετήσει επί δύο χρόνια στην Einsatzgruppe D στο ανατολικό μέτωπο.[10] Για τους διοικητές σώζονται ζωντανές περιγραφές από τα ίδια τα θύματά τους που τονίζουν τις διαφορετικές τους προσωπικότητες σε σχέση με την αποστολή που είχαν αναλάβει. Σε σχέση με τον «σαδιστή, μέθυσο, τύπο κτηνανθρώπου» Ραντόμσκι, ο Φίσερ ήταν «ψυχρός, υστερόβουλος και καταχθόνιος» και «έκρυπτεν, υπό επιφάνειαν κάπως ολιγώτερον βάρβαρον, την ίδιαν εγκληματικότητα και ανάλογον σαδισμόν».[11]

Η γερμανική φρουρά του στρατοπέδου χωριζόταν σε εξωτερική (ένας λόχος φρουράς [Wachkompanie] με επικεφαλής 1 υπολοχαγό της Αστυνομίας [Schutzpolizei], 23 υπαξιωματικούς και 126 στρατιώτες[12]) και εσωτερική, την οποία αποτελούσαν 38 αξιωματικοί, υπαξιωματικοί και οπλίτες των Ες-Ες. Την εσωτερική φρουρά, ο σταθερός αριθμός της οποίας ανερχόταν σε 15-20 άτομα, αποτελούσαν εθνοτικοί Γερμανοί της Ουγγαρίας και της Ρουμανίας, με μέσο όρο ηλικίας τα 30 χρόνια.[13] Υπάρχουν αρκετές μαρτυρίες για πρόσωπα και γεγονότα, κυρίως από καταθέσεις μετά την Απελευθέρωση με σκοπό το σχηματισμό δικογραφιών για εγκλήματα πολέμου:

Υποδιοικηταί ήσαν ο ανθυπασπιστής Φραντζ Λοέφλερ, αυστριακός και ο ανθυπασπιστής Τεχτ, διακριθείς δια την απάνθρωπον συμπεριφορά του. Οι άλλοι δήμιοι ήσαν πάντες απλοί στρατιώται, οι περισσότεροι Ούγγροι. Τινών εξ αυτών ενθυμούμαι τα ονόματα Ρισσαρδ Βαις, Ε. Χιρσμανν, Νικόλαος Σέφφερ, Ιάκομπ Σουνεριτς (ο δήμιος της φυλακής), Σμίτζερ, Α. Μελτζερ, Ιακομπ Μουργκεσσαν, και ο χείριστος πάντων Εμμεριχ Κοβατς.[14]

Η λεπτομέρεια σε κάποιες από αυτές τις καταθέσεις (βαθμοί, ονόματα, περιγραφές χαρακτηριστικών προσώπου), πέραν της ακρίβειας ή μη, αντανακλά και τον υψηλό βαθμο «οικειότητας» μεταξύ φρουρών και κρατουμένων σε έναν οριοθετημένο χώρο απόλυτης κυριαρχίας των πρώτων επάνω στους δεύτερους. Πολύ χαρακτηριστικά ως προς αυτό είναι τα παρατσούκλια, όπως «χάρος», «σαγονάκιας», «σύρμας», και η περιγραφή βασανιστηρίων και βιαιοτήτων που αφορούν ένα ειδικό σύμπαν εγκλεισμού. 

Ο πιο άγριος, ο πιο ασυγκίνητος κι ο πιο αδίστακτος απ’ όλους τους άνδρες της εσωτερικής φρουράς ήταν ο Ουγγρογερμανός Κόβατς. Νέος 18 χρονών, πυρόξανθος, κοντός, λεπτός, κακομούτσουνος, με μικρά μάτια και κομμένα τα δάχτυλα του αριστερού χεριού –για αυτό και οι κρατούμενοι τον έλεγαν «ο κουλός»– ήταν σκληρός και αδυσώπητος βασανιστής, σωστός δήμιος. Αεικίνητος, με το πιστόλι στη μέση και το βούρδουλα στα χέρια και με πλούσια φαντασία, είχε κατανήσει ο τρόμος του στρατοπέδου.[15] 

Όπως συνέβαινε σε όλα τα γερμανικά στρατόπεδα συγκέντρωσης, η τοπογραφία του Χαϊδαρίου αντιστοιχούσε σε μια εσωτερική λογική κατανομής των κρατουμένων σε λειτουργίες και επίπεδα απομόνωσης. Το στρατόπεδο αποτελούνταν από κτίρια-μπλοκ τα οποία λειτουργούσαν ως κρατητήρια, και από διάφορα κτίσματα, γραφεία, στρατώνες, αποθηκευτικούς χώρους και εργαστήρια. Τέσσερα μπλοκ, που αρχικά θα χρησιμοποιούνταν ως στρατώνες, είχαν χτιστεί κλιμακωτά από την είσοδο του στρατοπέδου στα δυτικά προς τα ανατολικά. Ήταν αριθμημένα με αριθμούς 1-4 και είχαν δύο ορόφους με παράθυρα από όλες τις πλευρές και το καθένα χωριζόταν σε δύο ανεξάρτητα μεταξύ τους μέρη, ανατολικό και δυτικό, το καθένα με δική του είσοδο με 8-10 σκαλοπάτια στην ΝΑ και ΝΔ πλευρά του κτιρίου, αποχωρητήρια, πλυντήριο με βρύσες και μια τσιμεντένια δεξαμενή. Στα μπλοκ 3 και 4 ήταν τα κελιά των ανδρών, στο υπόγειο του μπλοκ 4 είχε διαμορφωθεί χώρος «ελαφράς απομόνωσης», ενώ το δυτικό τμήμα του μπλοκ 3 λειτουργούσε ως αναρρωτήριο, με εσωτερική διαμόρφωση θαλάμων, γραφείων, τραπεζαρίας και αποθήκης. Μπαίνοντας από την κεντρική είσοδο –τη δυτική πύλη– βρίσκονταν κατά σειρά τα μαγειρεία, διαγωνίως αριστερά τους το μπλοκ 21 που χρησίμευε για αποθήκη υλικών και συνεργείων και ακριβώς από πίσω, το μπλοκ 20 που στέγαζε το διοικητήριο. Μπροστά στα 20 και 21, προς βορράν, βρίσκονταν το μπλοκ 16 (λουτρά) και το μπλοκ 15, το πειθαρχείο του στρατοπέδου που μετατράπηκε στο κτίριο της απομόνωσης, αναμφίβολα το πιο εμβληματικό οικοδόμημα όλου του συγκροτήματος.

Ανατολικά των τεσσάρων μπλοκ, σε αρκετή απόσταση βρισκόταν το μπλοκ 6 στο οποίο βρίσκονταν οι γυναίκες, Εβραίες και πολιτικές κρατούμενες σε διαφορετικά τμήματα του κτιρίου. Δίπλα από το κτίριο βρίσκονταν τα πλυντήρια. Ανάμεσα στο μπλοκ 4 και το μπλοκ 6 ορθωνόταν μια εσωτερική υπερυψωμένη σκοπιά η οποία οριοθετούσε προς τα ανατολικά τον χώρο του «ελεύθερου στρατοπέδου», εκεί που επιτρεπόταν να βρίσκονται οι κρατούμενοι. Στα υπόλοιπα σημεία ο χώρος καταλαμβανόταν από όσους εργάζονταν σε συνεργεία ή βρίσκονταν σε αγγαρείες.[16] Στο βόρειο τμήμα του στρατοπέδου, ανατολικά του μπλοκ 15 βρισκόταν ο κοιτώνας της φρουράς και ένα μεγάλο μονόρωφο κτίριο –το 13– που χρησιμοποιούνταν ως αποθηκευτικός χώρος για υλικά λεηλατημένα από αποθήκες, σπίτια και καταστήματα της Αθήνας, πολλά από τα οποία εβραϊκά, όπως το κατάστημα του Ιωσήφ Μεγίρ στην Οδό Αιόλου 17 και του Μπενρουμπή στην Οδό Νικίου. Τα μεταποιημένα είδη –έπιπλα, υφάσματα, κοσμήματα– προορίζονταν για διάφορες υπηρεσίες των Ες Ες ή στέλνονταν στη Γερμανία.[17] Ο Αντώνης Φλούντζης είναι αναλυτικός στην περιγραφή των αντικειμένων:

Το τι κουβάλαγαν δεν περιγράφεται: τόπια υφάσματα –μάλλινα και μεταξωτά, έτοιμες φορεσιές– ανδρικές και γυναικείες, σερβίτσια και γυαλικά όλων των ειδών, ραπτομηχανές, σίδερα σιδερώματος, μαχαιροπήρουνα, είδη μαγειρείου, σόμπες, έπιπλα, πίνακες ζωγραφικής κλπ, κλπ. Όλα τα ξεφόρτωναν στο μπλοκ 13, ένα μονόρωφο μεγάλο κτίριο, που από τα πολλά γυαλικά στο στρατόπεδο, το ονόμαζαν «γυαλάδικο».[18]

Λόγω των διαστάσεων αλλά και της σημασίας του για το γερμανικό κατοχικό καθεστώς, το Χαϊδάρι έγινε σημαντικό κέντρο καταναγκαστικής εργασίας. Οι κρατούμενοι χωρίζονταν σε ειδικότητες (ηλεκτροτεχνίτες, μαραγκοί, υδραυλικοί κ.ά.) και κατανέμονταν σε κάποιο από τα εργαστήρια ραπτικής, ξυλουργικής, υποδηματοποιίας ή το μηχανουργείο. Υψηλή θέση στην κοινωνία των κρατουμένων είχαν οι διερμηνείς –οι Ακροναυπλιώτες Παναγιώτης Μαυρομμάτης και Ναπολέων Σουκατζίδης και ο γερμανικής καταγωγής, αντιστασιακός Ντίνος Βασενχόβεν–, οι γιατροί, όπως ο –επίσης Ακροναυπλιώτης– Αντώνης Φλούντζης, οι θαλαμάρχες, οι κουρείς κ.ο.κ. Εκτεταμένη ήταν και η εξωτερική εργασία, κυρίως σε έργα στρατιωτικής σημασίας, όπως αεροδρόμια, ενώ στην ιστορία του στρατοπέδου ξεχωρίζει η αποστολή τεσσάρων «εκατονταρχιών» (ομάδες εργασίες των 100) στον Πειραιά, για την εκκαθάριση ερειπίων μετά τον μεγάλο συμμαχικό βομβαρδισμό της 11ης Ιανουαρίου 1944.[19] Ορισμένες πληροφορίες για τα καταναγκαστικά έργα αντλούμε και από μεταπολεμικές πηγές δικαστικού χαρακτήρα. Το 1956, το ελληνικό Γραφείο Εγκλημάτων Πολέμου ενημέρωνε αρμοδίως την εισαγγελία της Βόνης για έναν αξιωματικό της Λουφτβάφε ο οποίος κατηγορούνταν για τα ακόλουθα αδικήματα: «Οι κρατούμενοι στο στρατόπεδο Χαϊδαρίου μεταφέρονταν καθημερινά στα αεροδρόμια Φαλήρου, Χασανίου και Σκαραμαγκά για να εκτελέσουν καταναγκαστικά έργα που σχετίζονταν με τις στρατιωτικές επιχειρήσεις της γερμανικής Βέρμαχτ. Η εργασία ήταν πολύ σκληρή και διαρκούσε από τις 6 το πρωί έως τις 6 και μερικές φορές έως τις 7.30 το απόγευμα. Διοικητής των προαναφερθέντων στρατιωτικών αεροδρομίων ήταν ο σμηναγός της πολεμικής αεροπορίας Ντένιγκερ [Dönninger], ο οποίος συμπεριφερόταν ιδιαίτερα σκληρά στους κρατούμενους. Επιθεωρούσε τους χώρους εργασίας και χτυπούσε με ρόπαλα, πέτρες ή γροθιές κάθε κρατούμενο που, κατά την κρίση του, δεν δούλευε αρκετά. Μερικές φορές πυροβολούσε ακόμη και κρατούμενους με ένα περίστροφο το οποίο συνήθως κρατούσε στο χέρι του. Iδιαίτερα εγκληματική διάθεση έδειξε απέναντι σε γυναίκες συγγενείς των κρατουμένων που συγκεντρώνονταν κάθε μέρα στο αεροδρόμιο Faleron για να δουν από μακριά τους κρατούμενους ή για να μάθουν αν οι συγγενείς τους που βρίσκονταν στο στρατόπεδο Χαϊδαρίου ήταν ακόμα ζωντανοί. Πυροβόλησε δύο γυναίκες και τις τραυμάτισε σοβαρά. Τις εκφόβιζε και τις εξανάγκαζε να βουτήξουν στη θάλασσα με τα ρούχα τους».[20]

Ο προορισμός του Χαϊδαρίου ως στρατοπέδου συγκέντρωσης και μεταγωγών ξεκίνησε αμέσως μετά την έναρξη της λειτουργίας του. Τον Οκτώβριο του 1943 εισήλθαν στο στρατόπεδο 300 άνδρες από την Καλαμάτα που είχαν συλληφθεί από τα Τάγματα Ασφαλείας. Στις 4 Νοεμβριου ακολούθησε μια αποστολή 400 κρατουμένων από τις Φυλακές Αβέρωφ, κυρίως μέλη αντιστασιακών οργανώσεων και δύο μήνες αργότερα 324 από τους περίπου χίλιους συλληφθέντες ανάπηρους που είχαν συλληφθεί στις 30 Νοεμβρίου σε διάφορα νοσοκομεία.[21] Από τις αρχές του 1944, άρχισαν να καταφθάνουν στο Χαϊδάρι  με γεωμετρικούς ρυθμούς όλοι οι συλληφθέντες από την Βέρμαχτ, τα Ες-Ες, τα Τάγματα Ασφαλείας, την Ειδική Ασφάλεια και την Χωροφυλακή στην Αθήνα και τον Πειραιά, με μαζικότερες αφίξεις αυτές των «μπλόκων»: 150 κάτοικοι της Κοκκινιάς και 130 της Καλογρέζας τον Μάρτιο, 600 από τον Βύρωνα, 800 από Δουργούτι-Κατσιπόδι και πάνω από 4.000 από την Κοκκινιά τον Αύγουστο. Εκτός από χώρος εγκλεισμού, το Χαϊδάρι λειτούργησε ως διαμετακομιστικό στρατόπεδο για όσους εκτοπίζονταν στην επικράτεια του Γ’ Ράιχ. Η πρώτη αποστολή πολιτικών κρατουμένων έφυγε από το σιδηροδρομικό σταθμό του Ρουφ στις 25 Μαΐου, μεταφέροντας περίπου 850 άνδρες και 61 γυναίκες. Οι γυναίκες κατέληξαν στο στρατόπεδο του Ράβενσμπρυκ (Ravensbrück), οι άνδρες στάλθηκαν στο Νώυενγκαμμε (Neungamme).[22]       

Το στρατόπεδο εξελίχθηκε σύντομα σε βασική δεξαμενή ομήρων για τα γερμανικά εκτελεστικά αποσπάσματα, με βασικότερο τόπο εκτελέσεων το Σκοπευτήριο της Καισαριανής. Τα σχετικά ανακοινωθέντα στον κατοχικό Τύπο συνοδεύονταν συχνά από πλήρη κατάλογο ονομάτων. Κορυφαίο γεγονός –και η μαζικότερη εκτέλεση ομήρων– ήταν η εκτέλεση 200 κομμουνιστών, πρώην εγκλείστων της Ακροναυπλίας, την 1η Μαΐου 1944 στην Καισαριανή, ως μέτρο «εξιλασμού» για την απώλεια του διοικητή της 41ης Μεραρχίας Οχυρών, υποστράτηγου Φραντς Κρεχ (Franz Krech) σε ενέδρα του ΕΛΑΣ στην περιοχή των Μολάων στις 27 Απριλίου. Ο Μάιος ήταν ο πιο αιματηρός μήνας στην πυκνή ιστορία του Χαϊδαρίου, καθώς ακολούθησαν τρεις ακόμα ομαδικές εκτελέσεις, με περισσότερα από 250 θύματα, εκ των οποίων και 10 γυναίκες που τυφεκίστηκαν στις 10 Μαΐου, στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής.[23] Ξεχωρίζουν ακόμη οι εκτελέσεις στο Χαρβάτι Αττικής στις 21 Ιουλίου (54, δια απαγχονισμού), στη Μάνδρα Αττικής στις 9 Αυγούστου (50), και η  εκτέλεση 59 ανδρών και γυναικών, κυρίως μελών κατασκοπευτικών δικτύων και οργανώσεων στις 8 Σεπτεμβρίου 1944 στην περιοχή της Μονής Δαφνίου, στο σημείο που σήμερα βρίσκεται ο Διομήδειος Βοτανικός Κήπος, ανάμεσα στους οποίους η Λέλα Καραγιάννη κι ο ανθυπολοχαγός του ΕΔΕΣ, Μανώλης Λίτινας.[24] Ο αριθμός των θυμάτων δεν μπορεί να υπολογιστεί με απόλυτη ακρίβεια, οπωσδήποτε όμως ξεπερνά κατά πολύ τα 2.000 άτομα.[25] Το στρατόπεδο ήταν τόσο ταυτισμένο με τη διαδικασία των μαζικών αντιποίνων, ώστε:

το να διαλυθεί το Χαϊδάρι, η μάντρα με τα σφαχτάρια, που έστελνε κάθε τρεις και λίγο στο θυσιαστήριο της Καισαριανής τα αθώα θύματα, δεν χωρούσε καμία αμφιβολία πως ήτο η αρχή του τέλους. Ενός τέλους δηλαδή που μέχρι την τελευταία ημέρα της αποχωρήσεως των Γερμανών δεν εσταμάτησαν τα κακουργήματα.[26]

Στο Χαϊδάρι γράφτηκαν μερικές από τις πιο δραματικές σελίδες της ιστορίας του Ολοκαυτώματος στην Ελλάδα. Από τον Μάρτιο έως τον Αύγουστο του 1944 πέρασαν από στρατόπεδο 4.468 Έλληνες Εβραίοι από τις κοινότητες της Αθήνας, της Κέρκυρας, της Ρόδου και της Κω οι οποίοι σταδιακά εκτοπίζονταν στα γερμανικά στρατόπεδα, κυρίως στο Άουσβιτς-Μπίρκεναου. Ανάμεσα στους πρώτους Εβραίους του Χαϊδαρίου ήταν και ο 21χρονος Σλόμο Βενέτσια από την Θεσσαλονίκη, ο οποίος οδηγήθηκε στο Χαϊδάρι μαζί με τους υπόλοιπους συλληφθέντες της Συναγωγής στις 24 Μαρτίου του 1944:

Καθώς δεν υπήρχε χώρος για μας στο κεντρικό κτίριο, μας σώριασαν στα λουτρά, που βρίσκονταν στο προαύλιο της φυλακής. Εκεί δεν υπήρχε τίποτα, ούτε κρεβάτια, ούτε καν μια ψάθα, μόνο τσιμέντο στο έδαφος και οι ντουζιέρες πάνω απ’ τα κεφάλια μας. Ήταν πολύ κουραστικό και δυσάρεστο. Από το προαύλιο ακούγονταν διαρκώς πυροβολισμοί- οι εκτελέσεις έπειτα από συνοπτικές διαδικασίες των πολιτικών κρατουμένων.[27]

Αν και η παραμονή των Εβραίων ήταν σχετικά σύντομη, οι συνθήκες εγκλεισμού και η αντιμετώπιση από τους φρουρούς ήταν για εκείνους τόσο άθλιες, ώστε εντυπώθηκαν ανεξίτηλα στις αναμνήσεις των στρατοπέδων. Ο Σαμ Νεχαμά, δεκατεσσάρων ετών, μεταφέρθηκε βίαια από ένα σπίτι στην Αθήνα όπου κρυβόταν στο Χαϊδάρι, αφού πέρασε τις δύσκολες στιγμές της ανάκρισης στη Μέρλιν. Για την εμπειρία του χαρακτηριστικά αναφέρει:

Η χειρότερη περίοδος ήταν στο Χαϊδάρι, εκεί ήταν χειρότερα από το Άουσβιτς. Δούλευα πολύ σκληρά σε καταναγκαστικά έργα, μετακινούσα άσκοπα και ολημερίς βαριές πέτρες από την μία άκρη στην άκρη, υπό την διαρκή απειλή του μαστιγίου.[28]  

Η πρώτη αποστολή έφυγε για το Άουσβιτς στις 2 Απριλίου του 1944, με περίπου 700 άνδρες και γυναίκες που είχαν πιαστεί στην Αθήνα. Οι αποστολές των Εβραίων της Ρόδου και της Κέρκυρας που ακολούθησαν τον Ιούλιο υπήρξαν από τις πιο βίαιες. Ο Νεχαμά, όπως και ο Φλούντζης, συμφωνούν πως οι Εβραίοι της Ρόδου έφτασαν στο στρατόπεδο σε φρικτά χάλια. Η Άννα Αλμελέ, Εβραία από τη Ρόδο, αναφέρεται σε εκείνη την αποστολή: «Υποφέραμε, ήταν Ιούλιος και είχε τρομερή ζέστη. Χάσαμε πολλούς σε εκείνη τη μεταφορά. Δεν ξαναείδα ποτέ τη μητέρα μου, ούτε τον πατέρα και τον αδελφό μου».[29] Η Λούσυ Αμάτο, στην ίδια μεταφορά, αναφέρει πως οι Ροδίτες Εβραίοι έκλαιγαν ζητώντας φαγητό και νερό.[30] Ο Ανρί Μποττόν στη μαρτυρία του τονίζει τον αποτρόπαιο τρόπο μεταφοράς τους: «Ήταν κάπου 3.000 γυναικόπαιδα, κάτω από συνθήκες κόλασης, να χάνει η μάνα το παιδί και το παιδί τη μάνα. Κουβαλούσαν απίστευτα πράγματα, κατσαρόλες, τηγάνια…».[31] Το ίδιο ζοφερό κλίμα περιγράφει και η Ματίνα Αλαλούφ, που κρατήθηκε στο Χαϊδάρι τον Ιούνιο του ’44: «Ήμασταν σε ένα δωμάτιο ο ένας πάνω στον άλλο. Ξύλο, επιθεώρηση από πάνω και από κάτω. Φαγητό δεν υπήρχε».[32]

            Η κατοχική ιστορία του Χαϊδαρίου ολοκληρώθηκε στις 24 Σεπτεμβρίου 1944 και λίγους μήνες αργότερα, το στρατόπεδο περιήλθε εκ νέου στην κυριότητα του ελληνικού στρατού και μετονομάστηκε επίσημα σε «Στρατόπεδο Καραϊσκάκη Α». Την 1η Μαΐου 1946 παραχωρήθηκε από την ΙΙΙ Ορεινή Ταξιαρχία «Ρίμινι» στο νεοσύστατο Κέντρο Εκπαίδευσης Διαβιβάσεων (ΚΕΔΒ) και εκτοτε λειτουργεί ως έδρα του όπλου των Διαβιβάσεων, μέχρι και σήμερα.[33] Την περίοδο του Εμφυλίου το στρατόπεδο συνέχισε να λειτουργεί ως τόπος εγκλεισμού, τρομοκρατίας και βασανιστηρίων, με θύματα στρατιώτες αλλά και πολίτες αριστερών φρονημάτων.[34]

Το στρατόπεδο συνεχίζει να ανήκει στον Ελληνικό Στρατό. Μέχρι το 1982, χρονιά επίσημης αναγνώρισης της Εθνικής Αντίστασης απ’ την κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, δεν επιτρεπόταν η είσοδος στο στρατόπεδο. Το 1982 επιτράπηκαν οι εκδηλώσεις μέσα στο στρατόπεδο και στο χώρο του Μπλοκ 15 το οποίο αναγνωρίστηκε ως μνημείο της Εθνικής Αντίστασης τον Απρίλιο του 1984. Στην είσοδο του κτιρίου έχει τοποθετηθεί μια πλάκα στην οποία αναγράφεται: «Μπλοκ 15, 1943- 44. Τόπος θυσίας και μαρτυρίων των αγωνιστών της Εθνικής Αντίστασης. Ορμητήριο και χαράκωμα του αγώνα για τη λευτεριά του λαού μας». Ο Δήμος Χαϊδαρίου έχει υιοθετήσει ως έμβλημα μια παπαρούνα να ξεπροβάλλει μέσα από το συρματοπλεγμένο Μπλοκ 15. Ο δρόμος που οδηγεί στο στρατόπεδο μετονομάστηκε σε «Οδός Αγωνιστών Στρατοπέδου Χαϊδαρίου». Έπειτα από πολλές προσπάθειες και πρωτοβουλίες, το Μπλοκ 15 ανακαινίστηκε το 2016  και αποτελεί σήμερα επισκέψιμο χώρο κατόπιν άδειας των στρατιωτικών αρχών.


[1] Αντώνης Ι. Φλούντζης, Χαϊδάρι. Κάστρο και βωμός της Εθνικής Αντίστασης, Παπαζήσης, Αθήνα 1976, σ. 21.

[2] Στο ίδιο, σ. 749.

[3] Βλ. Νίκος Παπαναστασίου, Χάγκεν Φλάισερ, «Το ‘οργανωμένο Χάος’, η γερμανική κατοχική διοίκηση στην Ελλάδα», στο: Χρήστος Χατζηιωσήφ, Προκόπης Παπαστράτης (επιμ.), Ιστορία της Ελλάδας του 20ου αιώνα. Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος. Κατοχή- Αντίσταση 1940-1945, τόμος Γ1, Βιβλιόραμα, Αθήνα 2007, σ. 120-121.

[4] Υπηρεσία Διπλωματικού και Ιστορικού Αρχείου Υπουργείο Εξωτερικών (ΥΔΙΑ), 1945, φάκελος 4.8, A.C. Sedgwick, “Haidari Prison Outside Athens ranks high among Nazi horrors”, New York Times, 2.11.1944.

[5] Βλ. Χάγκεν Φλάισερ, Στέμμα και Σβάστικα. Η Ελλάδα της Κατοχής και της Αντίστασης 1941- 1944, τόμος Β’, Παπαζήσης, Αθήνα 1995, σ. 334.

[6] Ralph Klein, «Chaidari». Στο: Wolfgang Benz, Barbara Distel (επιμ.), Der Ort des Terrors. Geschichte der nationalsozialistischen Konzentrationslager, Τόμος 9, Verlag C.H. Beck, Μόναχο 2009, σ. 559-572 (566).

[7]  Δημήτρης Γατόπουλος, Ιστορία της Κατοχής, Μέλισσα, Αθήνα 1961, σ. 221. Πβλ. Φλούντζης, σ. 55.

[8] Θέμος Κορνάρος, Στρατόπεδο Χαϊδαρίου, Αθήνα 1963, σ. 124-125.

[9] Αρχείο Ληξιαρχείου Δήμου Αθηναίων, Ληξιαρχική Πράξη Θανάτου Χαΐμ Λεβή, 51/ΙΑ/1945, όπου και το σχόλιο του ληξίαρχου ως προς την αιτία θανάτου: «εκτέλεση από τον Γερμανόν Φρούραρχον Ραντόμσκυ».

[10] Νational Archives [NΑRA], T 175, Roll 475, fr 2998336, Befehlshaber der Sicherheitspolizei Athen, Personalliste, 15.7.1944.

[11] ΥΔΙΑ, 1945,φάκελος 4.1., διεύθυνση Μελετών, Βασίλειον της Ελλάδος, Υπουργείον Εξωτερικών, Δ/σις Μελετών&Πληροφοριών, αρ. πρωτ. 167/Δ.Μ. 2, Εν Αθήναις τη 11 Ιανουαρίου 1945, «Περί γερμανικού στρατοπέδου συγκεντρώσεως Χαϊδαρίου». Στο ίδιο, Κωνσταντίνος Βατικιώτης, «Η κράτησίς μου εις το εν Χαϊδαρίω γερμανικόν στρατόπεδον συγκεντρώσεως», χ.χ.

[12] BArch, RH 34/263, Anlage zu Stadtkommandantur Athen, Tgb. Nr. 730/44, Truppenliste der in Athen anwesenden Einheiten, 10.4.1944. Από το ίδιο έγγραφο –Απρίλιος 1944– προκύπτουν κι άλλες γερμανικές μονάδες με ένδειξη έδρας τους «στρατώνες» Χαϊδαρίου (Chaidari Kaserne): Α) Σχολή Αντιαεροπορικού Πυροβολικού 21 (Feld-Flakartillerie-Schule 21) με τομέα την Νοτιανατολική Ευρώπη η οποία είχε πρόσφατα μεταφερθεί από το Βελιγράδι, συνολικά 2 αξιωματικοί, 28 υπαξιωματικοί και 96 οπλίτες. Β) 21/XII Μηχανοκίνητη Αντιαεροπορική Πυροβολαρχία (Flak-Transport-Batterie 21./XII) με δύναμη 2 αξιωματικούς, 13 υπαξιωματικούς, 82 οπλίτες και 12 Ιταλούς βοηθητικούς (Hiwis). Γ) 2η Μοίρα Αυτοκινήτων του Ναυτικού (Mar. Kw.-Einsatz-Abt.) με 3 αξιωματικούς, 46 υπαξιωματικούς και 261 οπλίτες

[13] BArch, R/70 Griechenland/I, Durchgangslager Chaidari an Befehlshaber der Sicherheitspolizei, 8.5.1944, διάφορα έγγραφα. Την «ουγγρογερμανική» προέλευση των περισσότερων ανδρών επιβεβαιώνει και ο Φλούντζης, σ. 79.

[14] ΥΔΙΑ, 1945,φάκελος 4.1., διεύθυνση Μελετών,  Κωνσταντίνος Βατικιώτης, «Η κράτησίς μου εις το εν Χαϊδαρίω γερμανικόν στρατόπεδον συγκεντρώσεως», χ.χ. Για τους άλλους αξιωματικούς και στρατιώτες της φρουράς, πβλ. Φλούντζης, σ. 78-81, όπου η πληροφορία πως το μεγαλύτερο μέρος της φρουράς ήταν Γερμανοί της Ουγγαρίας.

[15] Φλούντζης, σ. 79.

[16] Στο ίδιο, σ. 23-25.

[17] ΥΔΙΑ, 1945, φάκελος 4.1, διεύθυνση Μελετών, Κωνσταντίνος Βατικιώτης, «Η κράτησίς μου εις το εν Χαϊδαρίω γερμανικόν στρατόπεδον συγκεντρώσεως», χ.χ.

[18] Φλούντζης, σ. 66.

[19] Τζίνης Γιώργος, Ματωμένα τετράδια. Καλλιθέα-Αβέρωφ-Χαϊδάρι. Θουκυδίδης, Αθήνα 1980.

[20] BArch, B 162/28317, Der Leiter des Königlich Griechischen Nationalen Kriegsverbrecherbüros an den Herrn OStA Bonn, Bonn, 10.4.1956.

[21] Φλούντζης, σ. 45, 282-285.

[22] Detlef Garbe, Konzentrationslager Neuengamme. Geschichte, Nachgeschichte, Erinnerungen, KZ-Gedenkstätte Neuengamme/Edition Temmen, 2014, σ. 104, 134.

[23] Γεωργαντά, Ελένη, βιντεοσκοπημένη συνέντευξη, mog018, 29.7.2016, Ψηφιακό Αρχείο «Μνήμες από την  Κατοχή στην Ελλάδα / Erinnerungen an die Okkupation in Griechenland»,  www.occupation-memories.org, DOI: 10.1234/dis.mog018 (τελευταία είσοδος: 30.11.2017). Πβλ. Φλούντζης, σ. 413-422.

[24] Για όλες τις λεπτομέρειες, βλ. Κωνσταντίνος Σβολόπουλος, Χαϊδάρι, 8 Σεπτεμβρίου 1944. Η Αόρατη Στρατιά στο απόσπασμα. Πατάκης, Αθήνα 2002.

[25] Klein, σ. 560.

[26] Από χρονογράφημα του Νίκου Γ. Μεταξωτού (Φεβρουάριος 1982), στο: Χατζηπατέρας, Φαφαλιού, σ. 99. Ενδεικτικό του ισχυρού ψυχολογικού αντικτύπου και των τεράστιων διαστάσεων που είχε προσλάβει η «Βαστίλλη της Ελλάδας» είναι η εκτίμηση, αμέσως μετά την Απελευθέρωση, πως είχαν εκτελεστεί τουλάχιστον 85.000 κρατούμενοι. Βλ. Ίρις Σκαραβαίου, Το Στοιχειωμένο Χαϊδάρι (Η Ελληνική Βαστίλλη), Αθήναι 1944, σ. 23. 

[27] Σλόμο Βενέτσια, Sonderkommando. Μέσα από την κόλαση των θαλάμων αερίων, (μετάφραση Κυριακή Χρα), Πατάκης, Αθήνα 2008, σ. 48-51.

[28] Visual History Archive, αρ. συνέντευξης 687, 25.1.1995. Πβλ. συνέντευξη στην Άννα Μαρία Δρουμπούκη στις 9 Ιανουαρίου 2008.

[29] Visual History Archive, αρ. συνέντευξης 06738-91, 16.11.1995.

[30] Visual History Archive, αρ. συνέντευξης 14687-21, 8.5.1996.

[31] Visual History Archive, αρ. συνέντευξης 42858.

[32] Visual History Archive, αρ. συνέντευξης 48964.

[33] http://www.army.gr/default.php?pname=sub_diavivaseis_ekpaideusi_KEDV_genikastoixeia&la=1 (τελευταία είσοδος: 05/12/2017).

[34] ΑΣΚΙ, Αρχείο ΚΚΕ, κουτί 421 25.3, φ. 25/3/5, επιστολή Πέτρου Σταματινού, 13.8.1946. Στο ίδιο, επιστολές των Ιωάννη Δρακονάκη (17.1.1947), Γεώργιου Πανταζή (16.1.1947) και Κωνσταντίνου Αυτσάρδου (13.2.1947).

ΦΥΛΑΚΕΣ ΦΟΡΤΕΤΖΑΣ, ΡΕΘΥΜΝΟ

Το Ενετικό Φρούριο του Ρεθύμνου (Φορτέτζα) είναι ένα από τα παλαιότερα στον ελλαδικό χώρο. Οιικοδομήθηκε από τους Βενετούς τον Σεπτέμβριο του 1573 στον βραχώδη λόφο του Παλαιοκάστρου που από την αρχαιότητα αποτελούσε την ακρόπολη της αρχαίας πόλης του Ρεθύμνου (Ρίθυμνα), και στέγασε την κατοικία του διοικητή της πόλης (Ρέκτορα), στρατώνες και αποθήκες πυρομαχικών. Μετά την κατάληψη του Ρεθύμνου από τους Οθωμανούς (1646) το φρούριο διατήρησε την σημασία του ως οχυρωμένη θέση. Το 1715 οι Οθωμανοί κατασκεύασαν ένα πενταγωνικό οχυρό έξω από την κύρια πύλη της Φορτέτζας στα ανατολικά, ανάμεσα στους προμαχώνες του Αγίου Παύλου και του Αγίου Νικολάου, για τις ανάγκες της φρουράς. Το κτίριο χρησιμοποιήθηκε ως αποθήκη πυρομαχικών των ρωσικών στρατευμάτων που είχαν εγκατασταθεί ως προστάτιδα δύναμη στο Ρέθυμνο και από το 1909 έως το 1929 ως οίκος ανοχής και διαμονής ιερόδουλων με πρωτοβουλία των δημοτικών αρχών. Το 1929 μετατράπηκε σε φυλακή και στέγασε τις Επανορθωτικές Φυλακές Ρεθύμνου.[1]  

Την περίοδο 1941-1944 γερμανικές δυνάμεις εγκαταστάθηκαν στη Φορτέτζα, όπου τοποθετήθηκαν επίσης αντιαεροπορικά πυροβόλα, κυρίως στο όρυγμα του προμαχώνα του Αγίου Νικολάου.[2] Οι Επανορθωτικές Φυλακές συνέχισαν να λειτουργούν με Έλληνες φύλακες, ενώ παράλληλα χρησιμοποιήθηκαν και ως κρατητήρια από τις δυνάμεις Κατοχής. Οι πληροφορίες για την κατοχική περίοδο είναι σποραδικές. Σύμφωνα με μια τοπική ιστορία: «Πάνω εκεί συγκέντρωναν τους ομήρους, άλλους για αγγαρεία (ποιος θα ξεχάσει τα τρομερά σύρματα; ) κι άλλους για προφυλάκιση, μέχρι να τους στήσουν στο απόσπασμα ή να τους οδηγήσουν στα Νταχάου και τα κρεματόρια της Βέρμαχτ». Οι Φυλακές χρησιμοποιήθηκαν ως διαμετακομιστικό στρατόπεδο για συλληφθέντες από τον νομό Ρεθύμνου που την άνοιξη του 1944 εκτοπίστηκαν μέσω των Φυλακών Αγιάς, Αθηνών και Βελιγραδίου στο Μαουτχάουζεν, μαζί με άλλους ομήρους από διάφορα μέρη της Κρήτης.[3] Εκτός από άνδρες αντιστασιακούς και πολίτες κρατήθηκαν εκεί και γυναικόπαιδα. Στις 23 Αυγούστου 1944 τα χωριά της επαρχίας Αγίου Βασιλείου που θα καταστρέφονταν σε αντίποινα (Γερακάρι, Βρύσες, Άνω Μέρος, Δρυγιές κ.ά.) εκκενώθηκαν και δεκάδες γυναίκες κλείστηκαν στην Φορτέτζα έως και τα τέλη Σεπτεμβρίου, όταν οι γερμανικές δυνάμεις εκκένωσαν το Ρέθυμνο.[4] Η πραγματοποίηση εκτελέσεων στην Φορτέτζα τεκμηριώνεται μόνο από ληξιαρχικές πηγές. Από τα βιβλία θανάτων του Δήμου Ρεθύμνου μαθαίνουμε για μια ομαδική εκτέλεση επτά κρατουμένων η οποία έλαβε χώρα την Τρίτη, 6 Ιουλίου 1943 και ώρα 5 π.μ. Στην ληξιαρχική πράξη ενός εκ των θυμάτων σημειώνεται ως σημείο εκτέλεσης «έξωθι των Επανορθωτικών Φυλακών Ρεθύμνης (Φορτέτζα) επί της οδού Ακροπόλεως»,[5] πιθανότατα δηλαδή στο δρόμο που χώριζε το κτίριο από την κυρία (ανατολική) είσοδο του φρουρίου, αλλού σημειώνεται πως η εκτέλεση έγινε «εντός του φρουρίου».[6]

Μετά τον Πόλεμο, οι Φυλακές συνέχισαν να λειτουργούν, μεταξύ άλλων και ως χώρος εγκλεισμού γυναικών, συγγενών ανταρτών, φτάνοντας το 1945 τους 250 κρατουμένους.[7] Παράλληλα, η περιοχή γύρω από το κτίριο των Φυλακών, αλλά και σε όλη την ανατολική και νότια πλευρά του φρουρίου, όπου ήδη από την τελευταία φάση της Τουρκοκρατίας, στα τέλη του 19ου αιώνα είχαν οικοδομηθεί πολλές κατοικίες, ήταν για αρκετά χρόνια πριν αλλά κυρίως μετά τον Πόλεμο δεκαετίες η κακόφημη συνοικία της πόλης, με φτωχικά σπίτια και παραπήγματα, όπου έβρισκαν καταφύγιο πένητες και άστεγοι. Στα πλαίσια της αστικής ανάπλασης και της ανάδειξης του Φρουρίου, οι φυλακές έκλεισαν το 1959 και τα περισσότερα οικήματα που υπήρχαν γύρω από αυτές κατεδαφίστηκαν, υπό την επίβλεψη της αρχαιολογικής υπηρεσίας.[8] Τον Νοέμβριο του 1965 η Φορτέτζα παραδόθηκε επίσημα στην Αρχαιολογική Υπηρεσία «μετά την εκκένωσιν των κτισμάτων από τους κατοικούντας τρωγλοδύτας».[9] Από το 1992 έως το 2016, έπειτα από μερική ανακατασκευή, το κτίριο στέγασε το Αρχαιολογικό Μουσείο Ρεθύμνου.[10] Σήμερα ανήκει στην ΚΕ’ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων και λειτουργεί ως αποθήκη και αίθουσα συντήρησης αρχαιοτήτων. Το κτίριο δεν διαθέτει σήμανση σχετικά με την χρήση του ως φυλακής και είναι μη επισκέψιμο για το κοινό, καθώς λόγω των αρχαιοτήτων, απαιτείται ειδική άδεια εισόδου.


[1] Για την ιστορία του κτιρίου στις αρχές του 20ου αιώνα, βλ. Χαρίδημος Α. Παπαδάκης, Οίκοι ανοχής στην «πολιτεία της ανοχής», Ρέθυμνο 2013, σ. 37-42.

[2] Φορτέτζα. Το Φρούριο του Ρεθύμνου, Mediterraneo Editions, Ρέθυμνο 1998, σ. 26.

[3] Αντώνης Σανουδάκης, Ράους. Στην κόλαση του Μελκ ο Κώστας Α. Ξεξάκης, Σύνδεσμος Φιλολόγων Ρεθύμνου, Ρέθυμνο 1996, σ. 45-49.

[4] Μάρκος Γ. Γιουμπάκης, Φορτέτζα. Η Ιστορία του Βενετσιάνικου Φρουρίου του Ρεθύμνου, Ρέθυμνον 1970, σ. 75.

[5] Αρχείο Ληξιαρχείου Δήμου Ρεθύμνου, Βιβλίο Θανάτων Α/1946, αρ. πράξης 44.

[6] Αρχείο Ληξιαρχείου Δήμου Ρεθύμνου, Βιβλίο Θανάτων Α/1943, χειρόγραφο σημείωμα, συνημμένο στη σελ. 97.

[7] Παπαδάκης, Οίκοι ανοχής, σ. 41. Επίσης, μαγνητοφωνημένη συνέντευξη Ελευθερίας Αλεβυζάκη-Βαβουράκη, 12/10/2025.

[8] Ιορδάνης Ε. Δημακόπουλος, Τα Σπίτια του Ρεθέμνου. Συμβολή στη μελέτης της αναγεννησιακής αρχιτεκτονικής της Κρήτης του 16ου και του 17ου αιώνα, Αθήνα 2001, σ. 64.

[9] Ρεθεμνιώτικα Νέα, 16/11/1965.

[10] Αθηνά Ελ. Πετρακάκη, Πυξίδα. Οδηγός στην Ιστορία του Ρεθύμνου, Ρέθυμνο 2008, σ. 141.