Skip to main content

ΣΤΡΑΤΟΠΕΔΟ ΑΚΡΟΝΑΥΠΛΙΑΣ

Title of the location

Η Ακροναυπλία ή Ιτς Καλέ είναι βραχώδης βραχονησίδα μήκους περίπου 900 μέτρων και πλάτους περίπου 400 μέτρων, που βρίσκεται στην είσοδο του μυχού του αργολικού κόλπου. Από την αρχαιότητα και κατά τη διάρκεια των ρωμαϊκών, βυζαντινών, ενετικών και οθωμανικών χρόνων αποτελούσε την οχυρωμένη ακρόπολη του Ναυπλίου. Από τη δεκαετία του 1830 χρησιμοποιήθηκε ως χώρος στρατιωτικών εγκαταστάσεων (στρατόπεδο, αποθήκες) και από το 1884 για στρατιωτικές και αργότερα ποινικές φυλακές. Το 1937, κατά την περίοδο της Δικτατορίας Μεταξά ιδρύθηκε στο κτίριο των φυλακών Ακροναυπλίας το «Στρατόπεδο Συγκέντρωσης Κομμουνιστών» το οποίο δεν υπαγόταν στο Υπουργείο Δικαιοσύνης όπως οι άλλες φυλακές, αλλά στο Υφυπουργείο Εθνικής Ασφαλείας. Στην Ακροναυπλία στέλνονταν μέλη κομμουνιστικών και μαρξιστικών οργανώσεων, ανάμεσά τους και ηγετικά στελέχη του ΚΚΕ, με αποτέλεσμα η Ακροναυπλία να γίνει ο βασικός χώρος εγκλεισμού πολιτικών κρατουμένων, συνδεμένος με διάφορα νησιά εξορίας κομμουνιστών (Φολέγανδρος, Ανάφη κ.ά.), αλλά και παράδειγμα οργάνωσης της στρατοπεδικής ζωής, στα πλαίσια των οποίων οργανώθηκαν οι λεγόμενες «Ομάδες Συμβίωσης» των εγκλείστων.[1] Με βάση μια έκθεση του Υπουργείου Δικαιοσύνης το 1945, όταν οι φυλακές άρχισαν να λειτουργούν εκ νέου, «το κτίριον αποτελείται εκ δύο μεγάλων ορόφων, μετά 4 μεγάλων θαλάμων και 2 μικρότερων, οίτινες χρησιμοποιούνται διά την διαμονήν των κρατουμένων. Υπάρχουν και μικρότερα διαμερίσματα εις τον 1ον όροφον χρησιμεύοντα διά γραφεία και διά το φυλακτικόν προσωπικόν. Ωσαύτως υπάρχουν και 5 μικρά διαμερίσματα διά πειθαρχεία, στερούμενα ταύτα παντελώς φωτισμού και αερισμού […] Το μήκος των μεγάλων θαλάμων των κρατουμένων είναι 30 μ, 20 πλάτος και 5 ύψος, ο αριθμός των κρατουμένων σε κάθε θάλαμο 120-140».[2]

Κατά την κατάληψη της χώρας τον Απρίλιο του 1941 βρίσκονταν εκεί περίπου 600 έγκλειστοι κομμουνιστές οι οποίοι παραδόθηκαν από τις ελληνικές αρχές στα κατοχικά στρατεύματα. Το στρατόπεδο συνέχισε να υπάγεται στο Υπουργείο Δημόσιας Ασφαλείας.[3] Την περίοδο της πείνας τον χειμώνα 1941/42 έχασαν τη ζωή τους τρεις πολιτικοί κρατούμενοι και 32 ποινικοί από τις διπλανές φυλακές. Από τον Μάρτιο του 1942, κυρίως χάρη στις δικές τους εκκλήσεις και προσπάθειες, οι έγκλειστοι κομμουνιστές λαμβάνουν τακτική ενίσχυση σε τρόφιμα και φάρμακα από το Γραφείο Αιχμαλώτων του Ερυθρού Σταυρού ενώ την ίδια χρονιά, έγινε αποδεκτό να στέλνονται οι φυματικοί κρατούμενοι σε σανατόρια. Τον Ιούνιο του 1942 οι Ιταλοί υπολόγιζαν τους εγκλείστους σε 450 άτομα.[4] Παράλληλα απαιτούσαν την μεταφορά τους σε άλλο σημείο της χώρας για λόγους ασφάλειας της τοπικής φρουράς σε ενδεχόμενο συμμαχικής απόβασης.[5] Αλλά και οι ελληνικές αρχές ζητούσαν να τους παραχωρηθεί το κτίριο με σκοπό να αποσυμφορηθούν οι φυλακές της Τρίπολης και της Πάτρας.[6] Οι μεταγωγές των κομμουνιστών ξεκίνησαν τον  Σεπτέμβριο του 1942 μέχρι την οριστική εκκένωση του στρατοπέδου στα τέλη Φεβρουάριο του 1943. Οι έγκλειστοι διεσπάρησαν σε άλλα μέρη, στα στρατόπεδα της Λάρισας, της Κατούνας Ξηρομέρου και των Τρικάλων, στις Φυλακές Σανατορίου της «Σωτηρίας», στο Σανατόριο Ασβεστοχωρίου και τις Εγκληματικές Φυλακές Κέρκυρας. Τον Σεπτέμβριο του 1943 περίπου 350 από αυτούς μεταφέρθηκαν στο στρατόπεδο Χαϊδαρίου. Από τις αρχές του 1943, οι κρατούμενοι κομμουνιστές που προέρχονταν  από την Ακροναυπλία και μετρούσαν ήδη έξι χρόνια εγκλεισμού αποτελούσαν βασική δεξαμενή ομήρων για τα αντίποινα των κατοχικών στρατευμάτων. Υπολογίζεται πως πάνω από 300 πρώην έγκλειστοι της Ακροναυπλίας εκτελέστηκαν τη διάρκεια της Κατοχής σε διάφορα στρατόπεδα όπου είχαν μεταφερθεί ως όμηροι (Χαϊδάρι, Παύλου Μελά, Λάρισα). Αποκορύφωμα ήταν η μαζική εκτέλεση 200 εγκλείστων του στρατοπέδου του Χαϊδαρίου την 1η Μαίου 1944 στο σκοπευτήριο της Καισαριανής, ανάμεσά τους και 135 Ακροναυπλιώτες.[7] Η σύνδεση των κρατουμένων κομμουνιστών με τα κατοχικά αντίποινα, αλλά και οι επαφές τους με την Αντίσταση, χάρη στις οποίες μεγάλος αριθμός κατόρθωσαν την περίοδο της Κατοχής να δραπετεύσουν από διάφορα μέρη εγκλεισμού (Ασβεστοχώρι, Σωτηρία, Κέρκυρα) κατέστησε τον τίτλο «Ακροναυπλιώτης» συνώνυμο της αγωνιστικής θυσίας.

Μετά το 1945 και κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου, η Ακροναυπλία ξεκίνησε να λειτουργεί εκ νέου ως φυλακή πολιτικών κρατουμένων και αιχμαλώτων ανταρτών, ανδρών και γυναικών, ενώ σημειώθηκαν αρκετές εκτελέσεις. Το 1966 η λειτουργία των φυλακών σταμάτησε και τα κτίρια πέρασαν στην κατοχή του Υπουργείου Τουρισμού. Το 1961, παράλληλα με την λειτουργία των φυλακών, οικοδομήθηκε στην Ακροναυπλία το ξενοδοχείο «Ξενία» το οποίο σταμάτησε να λειτουργεί στα τέλη της δεκαετίας του ’70.


[1] Φλούντζης…

[2] ΓΑΚ, Αρχείο Υπουργείου Δικαιοσύνης, φ. 174β, υποφ. 12, Υγειονομικόν Κέντρον Αργολίδος, Υγειονομική Έκθεσις Εγκληματικών Φυλακών Ακροναυπλίας, 5.7.1945

[3] ΓΑΚ, Αρχείο Υπουργείου Δικαιοσύνης, φ. 174α, υποφ. 2, Ελληνική Πολιτεία, Υπουργείο Δικαιοσύνης/ Διεύθυνσις Σωφρονιστικής Διοικήσεως προς τον Μητροπολίτην Αργολίδος, ΑΠ 6787, 24.2.1942.

[4] Paolo Fonzi, Fame di Guerra. L’ occupazione italiana della Grecia (1941-43), Carocci Editore, Ρώμη 2019, σ. 125.

[5] Στέλιος-Περικλής Καράβης, Η Ιταλική Κατοχή στην Ελλάδα (1941-1943). Η πολιτική επιβολής και καταστολής από την ΧΙ Στρατιά, διδακτορική διατριβή, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, 2015, σ. 49.

[6] ΓΑΚ, Αρχείο Υπουργείου Δικαιοσύνης, φ. 176, Εισαγγελεία Πρωτοδικών Ναυπλίου προς Δ/σιν Σωφρονιστικής Διοικήσεως, ΑΠ 216, 19.1.1943.

[7] Κλέων Παπαλοίζος, Εθνική Αλληλεγγύη-Φολέγανδρος-Άη Στράτης, Αθήνα 1977, σ. 67.