Οι Φυλακές Συγγρού εγκαινιάστηκαν το 1887 στην περιοχή Χαμοστέρνας, μεταξύ των σημερινών δήμων Πετραλώνων και Καλλιθέας. Η ανέγερσή τους έγινε με δωρεά του εμπόρου, τραπεζίτη και ευεργέτη Ανδρέα Συγγρού από τον οποίον πήραν το όνομά τους, στα πλαίσια της πολιτικής αναδιοργάνωσης του σωφρονιστικού συστήματος της χώρας από τον τότε πρωθυπουργό Χαρίλαο Τρικούπη. Οι Φυλακές Συγγρού σχεδιάστηκαν έτσι ώστε να λειτουργήσουν ως πρότυπο σωφρονιστικό κατάστημα, με εργασία των κρατουμένων, ενώ εφαρμόστηκε για πρώτη φορά το σύστημα της «κατά τάξεως» συμβίωσης των εγκλείστων. Σύμφωνα με μια μελέτη του 1927, «τας φυλακάς αυτάς απαρτίζει διώροφον κτίριον με εννέα θαλάμους εν τω πρώτω ορόφω, εκκλησίαν, νοσοκομείον, 26 θαλάμους εν τω ισογείω, εξ’ ών 14 ατομικοί διά τας πειθαρχικάς ποινάς, δύο προαύλια διά τον περίπατον των κρατουμένων, μικρόν φαρμακείον, αίθουσα κουρείου, μαγειρεία, πλυντήρια και ιδιαίτερα διαμερίσματα εργαστηρίων ξυλουργικής, υποδηματοποιίας, ραπτικής, σιδηρουργικής, καθεκλοποιίας και άλλων τινών μικρών χειροτεχνιών. Εν ταις Φυλακές Συγγρού οι κατάδικοι διαβιούν εν κοινώ. Κοιμώνται εις ιδίαν έκαστος κλίνην εντός θαλάμων περιλαμβανόντων 6-10 κλίνας […] Οι κρατούμενοι κατατάσσονται εις κατηγορίας αναλόγως του είδους της πράξεώς των, του επαγγέλματός των και της ηλικίας των».[1] Από τις αρχές της δεκαετίας του ’20 και κυρίως μετά το 1929, στις φυλακές Συγγρού οδηγούνταν σε μεγάλους αριθμούς μέλη και οπαδοί του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας. Τον Απρίλιο του 1931 απέδρασαν οκτώ στελέχη, σε μια από τις πρώτες μαζικές αποδράσεις πολιτικών κρατουμένων στην Ελλάδα. Οι Φυλακές Συγγρού είχαν άσχημη φήμη λόγω του σταθερά μεγάλου συνωστισμού εγκλείστων και των άσχημων συνθηκών διαβίωσης. Το 1934 υπήρχαν 798 κρατούμενοι (οι φυλακές είχαν δυναμικότητα 350 ατόμων) που στοιβάζονταν σε ομαδικούς θαλάμους χωρίς κρεβάτια και σκεπάσματα, «άνθρωποι ζώντες σε Κόλασιν».[2]
Την περίοδο της Κατοχής, οι Φυλακές Συγγρού συνέχισαν να λειτουργούν ως επανορθωτικές φυλακές και το καλοκαίρι του 1941 έγιναν οι πρώτες ελληνικές φυλακές που αναγκάστηκαν να δέχονται μεγάλο αριθμό συλληφθέντων από τις ιταλικές και τις γερμανικές αρχές κατοχής, χωρίς να έχουν επιταχθεί επίσημα. Η αρχή έγινε την 1η Αυγούστου 1941, όταν ένα τμήμα Carbinieri παρέπεμψε πέντε συλληφθέντες πολίτες στις Φυλακές Συγγρού, ωστόσο ο φύλακας αρνήθηκε να δεχτεί κρατουμένους χωρίς εντολή εισαγγελέα ή ελληνικού δικαστηρίου, έτσι η εγκάθειρξη καθυστέρησε μια μέρα. Με αφορμή το περιστατικό, οι Ιταλοί ζήτησαν επιτακτικά από τη Γενική Διεύθυνση Φυλακών να εισάγονται στις φυλακές όλοι όσοι συλλαμβάνονται, χωρίς άλλες διατυπώσεις πλην της διαταγής που θα υπογράφεται από την αρμόδια στρατιωτική αρχή ή μονάδα.[3] Με βάση τον αριθμό των κρατουμένων, την περίοδο 1941/42 ήταν η τρίτη μεγαλύτερη φυλακή της χώρας μετά του Αβέρωφ και το Επταπύργιο, με 860 κρατουμένους.[4] Το καλοκαίρι του 1942 οι φυλακές ήταν ήδη υπερπλήρεις και ιδρύθηκε παράρτημά τους στην περιοχή του Αγίου Σώστη.[5] Εκεί κρατήθηκαν πολλοί αντιστασιακοί, κομμουνιστές και μέλη των οργανώσεων του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ. Μετά τον βομβαρδισμό του Πειραιά (11 Ιανουαρίου 1944) και την καταστροφή των εκεί επανορθωτικών φυλακών, οι κρατούμενοι μεταφέρθηκαν στις Φυλακές Συγγρού που ξεπέρασαν έτσι τα 1.000 άτομα.[6]
Κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου, οι φυλακές Συγγρού χρησιμοποιήθηκαν για μικρό χρονικό διάστημα για την κράτηση αριστερών πολιτών. Από το 1947 έως το 1954 χρησιμοποιήθηκαν για τη στέγαση πολιτών από την επαρχία που είχαν εγκαταλείψει τις εστίες τους στα πλαίσια των στρατιωτικών επιχειρήσεων του Εμφυλίου. Κατεδαφίστηκαν το 1960 για να οικοδομηθούν εργατικές και προσφυγικές κατοικίες. Σήμερα από τα κτίρια δε σώζεται τίποτε.
[1] Αργ. Κωτούλας, Αι σωφρονιστικαί προσπάθειαι και ο αγών κατά της εγκληματικότητας παρά τη παιδική και εφηβική ηλικία εν Ελλάδι, Αθήναι 1927, σ. 17.
[2] «Η κόλασις στας Φυλακάς Συγγρού», εφημ. Η Δράσις, 10.3.1934.
[3] ΓΑΚ, Αρχείο Υπουργείου Δικαιοσύνης, Φάκελος 177, Ιταλικόν Φρουραρχείο Αθηνών προς την Γενικήν Διεύθυνσιν των Φυλακών, Αθήναι, 4.8.1941
[4] ΓΑΚ, Αρχείο Υπουργείου Επισιτισμού, Φάκελος 99, Κατάστασις των φυλακών του Κράτους και αναμορφωτικών καταστημάτων μετά του αριθμού του προσωπικού και των τροφίμων τούτων, χ.χ. [1941].
[5] ΓΑΚ, Αρχείο Υπουργείου Δικαιοσύνης, Φάκελος 174α, Υπουργείο Δικαιοσύνης/Διεύθυνσις Σωφρονιστικής Διοικήσεως προς την Ελληνικήν Τηλεφωνικήν Εταιρείαν, αρ. πρωτ. 70066, Αθήναι, 25.8.1942.
[6] ΓΑΚ, Αρχείο Υπουργείου Δικαιοσύνης, Φάκελος 174β, Υποφάκελος 26, Υπουργείο Δικαιοσύνης/Διεύθυνσις Σωφρονιστικής Διοικήσεως προς Υπουργείο Εσωτερικών/Γ’ Γενική Διεύθυνση/Δ/ση Ασφαλείας, αρ. πρωτ. 32050, Αθήναι, 13.6.1944