Skip to main content

ΦΥΛΑΚΕΣ ΑΙΓΙΝΑΣ

Title of the location

Οι Φυλακές Αίγινας ήταν από τα παλαιότερα σωφρονιστικά καταστήματα της χώρας. Το κτίριο ιδρύθηκε κατά τη διάρκεια της Καποδιστριακής περιόδου, το 1828, ως ορφανοτροφείο που θα στέγαζε ορφανά παιδιά της Επανάστασης, ενώ στέγασε και διάφορες τεχνικές σχολές, καθώς και τμήμα του Εθνικού Τυπογραφείου. Το κτίριο, έκτασης περίπου 20 στρεμμάτων, άλλαξε χρήσεις κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα. Επί Όθωνα στέγασε τη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων και αργότερα φυλακή και στη συνέχεια εγκαταλείφθηκε. Το 1880 ανοικοδομήθηκε για να λειτουργήσει αποκλειστικά ως σωφρονιστικό κατάστημα με την επίσημη ονομασία «Εγκληματικαί Φυλακαί Αιγίνης». Η φυλακή δεχόταν σε μεγάλους αριθμούς βαρυποινίτες και από το 1925 και πολιτικούς κρατούμενους, μέλη και στελέχη του ΚΚΕ. Ο αριθμός των τελευταίων αυξήθηκε τη δεκαετία του ’30 μετά την ψήφιση του «Ιδιώνυμου». Την ίδια περίοδο, οι συνθήκες διαβίωσης των εγκλείστων προκύπτουν ως εξαιρετικά αντίξοες. Ενδύματα, κλινοσκεπάσματα και φάρμακα σπάνιζαν, με αποτέλεσμα να καταγράφονται πολλά κρούσματα φυματίωσης και αφροδίσιων νοσημάτων, ενώ συχνοί ήταν οι ξυλοδαρμοί και κακοποιήσεις κρατουμένων.

Την περίοδο της Κατοχής, οι Φυλακές Αίγινας συνέχισαν να λειτουργούν ως εγκληματικές φυλακές. Το φθινόπωρο του 1941 υπήρχαν 371 κρατούμενοι.[1] Οι έγκλειστοι χωρίζονταν σε ελληνοκρατούμενους, ιταλοκρατούμενους και γερμανοκρατούμενος. Οι Φυλακές Αίγινας χρησιμοποιούνταν από τις γερμανικές δυνάμεις παράρτημα της Κεντρικής Στρατιωτικής Φυλακής Αθηνών (Kriegswehrmachtgefängnis Athen – Abt. Aegina). Ο αριθμός εγκλείστων μεγάλωνε αντίστοιχα με την αύξηση των καταδικαστικών αποφάσεων της ελληνικής δικαιοσύνης αλλά και των συλλήψεων των κατοχικών δυνάμεων. Στα τέλη Σεπτεμβρίου 1942 βρίσκονταν στην φυλακή 468 άτομα, εκ των οποίων οι 314 ήταν καταδικασμένοι από ελληνικά δικαστήρια, 54 με εντολή των γερμανικών αρχών και 100 με εντολή των ιταλικών. Την 1η Μαίου 1943 μόνοι οι πολιτικοί κρατούμενοι έφταναν τους 250 οι οποίοι μάλιστα, σε σχετική αλληλογραφία του Γραφείου Αιχμαλώτων του ΕΕΣ αναφέρονται ως «άποροι».[2] Τον Οκτώβριο του 1943, στα πλαίσια της προσωρινής αποσυμφόρησης που διέταξαν οι γερμανικές αρχές, στην Αίγινα παρέμειναν 277 κρατούμενοι, από τους οποίους οι 170 ήταν κατάδικοι για αδικήματα που είχαν διαπραχθεί κατά την κατοχική περίοδο, ενώ υπήρχαν και 29 λιποτάκτες του Πολέμου 1940/41.[3] Ο αριθμός αυξήθηκε εκ νέου στη συνέχεια περιλαμβάνοντας καταδικασμένους από ελληνικά στρατοδικεία και αγωνιστές της Αντίστασης. Οι κρατούμενοι χωρίζονταν σε γερμανοκρατούμενους (1η, 2η και 3η Ακτίνα) και ελληνοκρατούμενους (4η και 5η Ακτίνα). Ένας αριθμός κρατουμένων είχε ενταχθεί σε καταναγκαστική εργασία με εντολή των τοπικών γερμανικών αρχών, εκτελώντας διάφορες εργασίες σε επιταγμένα κτίρια ή στα οχυρωματικά έργα των Γερμανών στον Μεσαγρό (Τουρλό) Αίγινας, όπου σημειώθηκαν θάνατοι, εκτελέσεις και αποδράσεις.[4] 

Οι Φυλακές Αίγινας επλήγησαν εξαιρετικά από την τραγική επισιτιστική κατάσταση της πρωτεύουσας τον χειμώνα 1941/42. Σε έγγραφό του προς τη Διεύθυνση των Φυλακών (19 Αυγούστου 1941) ο ίδιος ο γιατρός των φυλακών αναφέρει ότι βρίσκεται καθημερινά «ενώπιον φαντασμάτων των οποίων η εξάντληση λόγω του υποσιτισμού των έχει προχωρήσει τόσον ώστε η ενώπιόν μου εμφάνισίς των να κινή τον οίκτον μου διά τα ζωντανά αυτά πτώματα, τα οποία εν τούτοις η Πολιτεία επιθυμεί να σωφρονίσει και ουχί να οδηγήση εις τον εκ πείνης θάνατον».[5] Σε επίσημα έγγραφα της εποχής αναφέρεται ότι συνολικά 150 κρατούμενοι έχασαν τη ζωή τους από υποσιτισμό και κακουχίες, ενώ πολλοί απεβίωσαν κατά τη μεταγωγή τους σε άλλες φυλακές ή σε νοσοκομεία της πρωτεύουσας.[6] Στις 25 Νοεμβρίου 1943 επιτροπή κρατουμένων απηύθυνε έκκληση στον κατοχικό πρωθυπουργό Ιωάννη Ράλλη παράκληση για έκτακτη ενίσχυση από το Υπουργείο Επισιτισμού, «αναλογιζόμενοι τον χειμώνα 1941-42 καθ’ όν απέθανον εκ πείνης τα 4/5 των εδώ κρατουμένων».[7] Σημαντική υπήρξε η μέριμνα του Ερυθρού Σταυρού και προσωπικά της εκπροσώπου του στις Φυλακές Αίγινας, αδελφής Μερόπης Πετσαγγουράκη, για την εξασφάλιση του τακτικού εφοδιασμού της Φυλακής με τρόφιμα (τυρί, σταφίδα, ελιές, ψωμί), ρούχα, φάρμακα και τσιγάρα, σε περιόδους που οι Γερμανοί είχαν απαγορεύσει την αποστολή δεμάτων στους πολιτικούς κρατουμένους με το τακτικό ταχυδρομείο.[8]  

Οι Φυλακές συνέχισαν τη λειτουργία τους χωρίς διακοπή μέχρι και το 1985 που έκλεισαν οριστικά. Την περίοδο του Εμφυλίου υπήρξαν ένα από τα σημαντικότερα δεσμωτήρια πολιτικών κρατουμένων της χώρας. Συνολικά από το 1946 έως το 1949 εκτελέστηκαν 122 κρατούμενοι, κατάδικοι από κακουργιοδικεία και στρατοδικεία. Την μετεμφυλιακή περίοδο κρατήθηκαν εκεί ηγετικά στελέχη του ΚΚΕ, όπως ο Νίκος Μπελογιάννης, Στέφανος Σαράφης, Αντώνης Αμπατιέλος, Χαρίλαος Φλωράκης, Κώστας Λουλές, Λεωνίδας Κύρκος, Μανώλης Γλέζος, ενώ κατά τη διάρκεια της Δικτατορίας φυλακίστηκαν εκεί οι Αλέκος Παναγούλης, Λευτέρης Βερυβάκης και Στάθης Γιώτας. Το 1996 πρωτοβουλία αγωνιστών της Εθνικής Αντίστασης ματαίωσε την κατεδάφιση του κτιριακού συγκροτήματος.  


[1] ΓΑΚ, Αρχείο Υπουργείου Επισιτισμού, φάκελος 99, Κατάστασις των φυλακών του Κράτους και αναμορφωτικών καταστημάτων μετά του αριθμού του προσωπικού και των τροφίμων τούτων, χ.χ. [1941].

[2] Αρχείο Υπηρεσίας Αναζητήσεων ΕΕΣ, ΤΒ Νο 13, ΕΕΣ/Γραφείο Αιχμαλώτων προς Δ/δα Μερόπη Πετσαγγουράκη, ΑΠ 4553, Αθήνα, 1 Μαΐου 1943.

[3] ΓΑΚ, Αρχείο Υπ. Δικαιοσύνης, φ. 174α, ΕΠ, Εγκληματικαί Φυλακαί Αιγίνης, αρ. πρωτ. 2458, Κατάστασις ονομαστική των κρατουμένων εις τας άνω φυλακάς κατά την 1 Οκτωβρίου 1943, Αίγινα, 12.10.1943. 

[4] ΓΑΚ, Αρχείο Υπ. Δικαιοσύνης, φ. 174α , υποφ. 14, ΕΠ, Εγκληματικαί Φυλακαί Αιγίνης προς ΓΔ ΠοινΔικ, Δ/σιν Σωφρ. Υποθ., Αίγινα, 20.10.1943

[5] Παρατίθεται στο: Νίκος Πηγαδάς, Αίγινα…κάθε κελί σελίδα ιστορίας, εκδόσεις Το Ποντίκι, Αθήνα 2005, σ. 84, 85.

[6] Πηγαδάς, Αίγινα, σ. 83.

[7] Αρχείο Υπηρεσίας Αναζητήσεων ΕΕΣ, ΤΒ Νο 13, Προς τον Εξωχότατον Πρόεδρον της Κυβερνήσεως, Φυλακαί Αιγίνης, 25.11.1943.

[8] Αρχείο Υπηρεσίας Αναζητήσεων ΕΕΣ, ΤΒ Νο 13, ΕΕΣ/Γραφείο Αιχμαλώτων προς Δ/δα Μερόπη Πετσαγγουράκη, ΑΠ 4553, Αθήνα, 1.5.1943, επίσης στο ίδιο, Φυλακαί Αιγίνης/Γραφείον Αδελφής ΕΕΣ προς τον ΕΕΣ/Γραφείον Αιχμαλώτων, Αίγινα, 26.12.1943. Πβλ. Υποναύαρχος Ε. Πανάς, Τρία χρόνια στα χέρια των Ναζί 1942-1945, Φιλιππότης, Αθήνα 1985, σ. 69, 70.