Στις αρχές του 1943, η Οργάνωση Todt έφτιαξε ένα από τα σιδηροδρομικά του εργοτάξια στον σιδηροδρομικό σταθμό Καρυάς στην νοτιοδυτική πλευρά της Όθρυος, μεταξύ Λιανοκλαδίου και Νεζερού. Στο σημείο οι γερμανικές δυνάμεις κατοχής είχαν αποφασίσει τη διάνοιξη μιας βαθιάς τομής στον πετρώδη λόφο απέναντι σχεδόν από το κτίριο του σταθμού, ώστε να επεκταθεί, κατά περίπου 300μ. μια προὒπάρχουσα «τυφλή» παρακαμπτήρια γραμμή, στη σιδηροδρομική ορολογία «μόρτα ασφαλείας».[1]
Το έργο εκτελέστηκε από την εταιρεία Ούμπερλαντ (Überland Hoch-, Tief-, und Straßenbau AG), θυγατρική της εταιρείας Leonhard Moll με έδρα το Μόναχο η οποία είχε ενταχθεί στον Οργανισμό Todt ως μονάδα έργου. Επικεφαλής του έργου ήταν ο μηχανικός Χανς Ρέσλερ και στρατοπεδάρχης/αρχιεπιστάτης ο Γιόζεφ Λανγκμάιερ, αξιωματικοί της Todt και υπάλληλοι της Überland/Moll.[2] Το στρατόπεδο-εργοτάξιο οργανώθηκε τον Φεβρουάριο του 1943 και επανδρώθηκε αποκλειστικά από Θεσσαλονικείς εβραίους οι οποίοι στάλθηκαν εκεί σε δύο ομάδες, στα τέλη Μαρτίου και στα μέσα Απριλίου 1943, όταν βρισκόταν σε πλήρη εξέλιξη η μαζική σύλληψη και ο εκτοπισμός των μελών της Ισραηλιτικής Κοινότητας Θεσσαλονίκης στο στρατόπεδο του Άουσβιτς. Η πρώτη ομάδα αποτελούνταν από συλληφθέντες σε μπλόκο που εξαπολύθηκε στις 24 Μαρτίου στον (γκετοποιημένο) συνοικισμό 151, η δεύτερη από πιασμένους μέσα στο γκέττο του Βαρώνου Χιρς που λειτουργούσε ως διαμετακομιστικός σταθμός. Σύμφωνα με μια μαρτυρία του 1945, ο αριθμός της δεύτερης ομάδας ανερχόταν σε 420 άτομα.[3] Οι βασικές βιβλιογραφικές πληροφορίες κάνουν λόγο για 300 καταναγκαστικούς εργάτες στην Καρυά,[4] το σύνολο πιθανόν να ανέρχεται σε 500 άτομα.
Οι λίγες μαρτυρίες επιζώντων περιγράφουν ένα πραγματικό κολαστήριο. Οι εβραίοι εργάτες διανυκτέρευαν σε δύο ξύλινα οικήματα κατασκευής του Τοντ χωρητικότητας περίπου 250 ατόμων το καθένα ενώ την ημέρα ήταν αναγκασμένοι να σπάνε πέτρες και να μεταφέρουν τα μπάζα στην άλλη πλευρά της σιδηροδρομικής γραμμής με βαγονέτα. Δούλευαν σε 12ωρες βάρδιες, το νερό ήταν ελάχιστο και το φαγητό αποτελούνταν κυρίως από νερόβραστα φασόλια και λάχανο τουρσί, ενώ σπάνια τους έδιναν ψωμί η μερίδα του οποίου ποτέ δεν υπερέβαινε τα 100 δράμια. Δεν τους δόθηκε ρουχισμός ή παπούτσια κατάλληλα και πολλοί ήταν αναγκασμένοι να περπατούν ξυπόλητοι πάνω σε κοφτερές πέτρες.[5] Οι αρρώστιες (αβιταμίνωση, δυσεντερία, εξανθηματικός τύφος κλπ.) έκαναν θραύση, ενώ οι φρουροί-επιστάτες, οι περισσότεροι από τους οποίους ήταν εθνοτικοί Γερμανοί από τα Βαλκάνια, Κροάτες και Σέρβοι, είχαν το ελεύθερο να εκτελούν εν ψυχρώ όσους έκριναν πως δεν δούλευαν πολύ. Δεδομένου ότι η σιδηροδρομική κυκλοφορία συνεχιζόταν, το μαρτύριο των εβραίων εργατών ήταν ορατό από τους επιβάτες των τρένων. Ένας από αυτούς, ο συγγραφέας Γεώργιος Βαφόπουλος από την Θεσσαλονίκη άφησε την παρακάτω περιγραφή: «Λίγα χιλιόμετρα πριν από την Λαμία, το τραίνο είχε πάλι σταθεί, κοντά σε μιαν ερημιά, όπου η ψυχή μου δοκιμάσθηκε από την φοβερή σκηνή μιας δαντικής κόλασης. Δεν είναι σχήμα λόγου τούτη η πολυμεταχειρισμένη έκφραση. Εκεί κάτω στη μικρή χαράδρα, μπροστά στο σταματημένο τραίνο παιζόταν η τελευταία πράξη ενός επεισοδίου από την κόλαση του μεγάλου Φλωρεντίνου. Ήσαν στημένα μερικά παραπήγματα, όπου πριν από λίγους μήνες ίσως στεγαζόταν κάποιο «τάγμα εργασίας» των ταλαιπωρημένων Εβραίων. Τώρα είχαν απομείνει κάμποσα ζωντανά ξεφτίδια, που φαίνεται πως κάποτε ήσαν άνθρωποι. Σκελετωμένα σώματα, με ίχνη πάνω τους από κουρέλια, μόλις σαλεύανε από την ανημποριά. Και τα πρόσωπα, δίχως ανθρωπιά, έμοιαζαν μορφές πληγωμένων ζώων που ξεψυχούσαν. Προσπαθούσαν να περπατήσουν και τρίκλιζαν, σκοντάφτανε πάνω στις πέτρες και τότε έτρεχε ο φύλακάς τους και κατέβαζε μ´ ορμή στο κουρελιασμένο σώμα το γερμανικό μαστίγιο».[6]
Ο συνολικός αριθμός όσων πέθαναν στην Καρυά παραμένει ανεξακρίβωτος, η θνησιμότητα ήταν οπωσδήποτε εξαιρετικά υψηλή. Σύμφωνα με την μαρτυρία (1954) του θεσσαλονικού Ισάκ Μωύς Κοένκα που κατάφερε να δραπετεύσει στις αρχές Αυγούστου 1943, περίπου 40-50 άτομα πέθαναν από τις κακουχίες ή δολοφονήθηκαν από τους φύλακες στο εργοτάξιο της Καρυάς, το οποίο ο ίδιος χαρακτηρίζει «κόλαση επί γης» και τάφηκαν πρόχειρα κατά μήκος της σιδηροδρομικής γραμμής, δεξιά προς την κατεύθυνση της Αθήνας.[7]
Από τα σιδηροδρομικά εργοτάξια-στρατόπεδα της Στερεάς Ελλάδας κατάφεραν να επιστρέψουν στη Θεσσαλονίκη περίπου 800 άτομα. οι οποίοι στάλθηκαν στο Άουσβιτς στις 10 Αυγούστου 1943 με την 19η και τελευταία αποστολή από την Θεσσαλονίκη. Οι περισσότεροι ήταν τόσο αδύναμοι και ταλαιπωρημένοι, ώστε κρίθηκαν ανίκανοι για εργασία και οδηγήθηκαν αμέσως στο κρεματόριο. Στο στρατόπεδο έγιναν δεκτοί μόλις 271 άνδρες.[8]
Το εργοτάξιο της Καρυάς εγκαταλείφθηκε μετά την ολοκλήρωση των εργασιών, ο χώρος συνέχισε να λειτουργεί ως στάση στο σιδηροδρομικό δίκτυο των ΣΕΚ και αργότερα του ΟΣΕ ως το 2019, οπότε και καταργήθηκε συνέπεια της επαναχάραξης της γραμμής. Παρά τις συμπληρωματικές πληροφορίες για την ύπαρξη ομαδικού τάφου κοντά στις γραμμές, το ακριβές σημείο του δεν έχει ακόμη εντοπιστεί. Πρόσφατα ο χώρος αποτέλεσε αντικείμενο λεπτομερούς μελέτης από εξειδικευμένη ομάδα Γερμανών και Ελλήνων επιστημόνων, στα πλαίσια εκπαιδευτικού και εκθεσιακού προγράμματος με κύριο φορέα το Κέντρο Τεκμηρίωσης Ναζιστικής Καταναγκαστικής Εργασίας (Dokumentationzentrum NS-Zwangsarbeit) στο Βερολίνο, με τίτλο «Καρυά 1943. Καταναγκαστική Εργασία και Ολοκαύτωμα». Η ομώνυμη περιοδική έκθεση παρουσιάστηκε σε Βερολίνο, Αθήνα, Θεσσαλονίκη και Λαμία το 2024 και το 2025.
[1] Ζήσης Πρωτόπαπας, Τουριστικός Σιδηροδρομικός Οδηγός. Πολιτιστικό και Μορφωτικό Κέντρο Σιδηροδρομικών, Αθήνα 1992, σ 31.
[2] Ιστότοπος «Καρυά. Καταναγκαστική Εργασία και Ολοκαύτωμα» https://karya1943.eu/en/karya-1943-en/ (τελευταία είσοδος: 28/6/2025).
[3] Schmuel Arditti, YV ITEM ID 3556222.
[4] In Memoriam, σ. 114, 115.
[5] Sam Cohen, VHA, Interview Code 34795, 2.11.1997.
[6] Γ. Φ. Βαφόπουλος, Σελίδες αυτοβιογραφίας, Θεσσαλονίκη 1971, σ. 168, 169.
[7] Ιστορικό Αρχείο Ισραηλιτικής Κοινότητας Θεσσαλονίκης (ΙΑΙΚΘ), Φάκελος 323, Υπεύθυνη Δήλωση Ισάκ Μωύς Κοένκα, 1.11.1954.
[8] Pepo Matalon, VHA, Interview Code 49030, 13.11.1998.