Skip to main content

ΦΥΛΑΚΕΣ ΑΒΕΡΩΦ

Title of the location

Οι Φυλακές Αβέρωφ χτίστηκαν στην Λεωφόρο Αλεξάνδρας το 1896 με δωρεά του εθνικού ευεργέτη Γεώργιου Αβέρωφ ως αναμορφωτήριο ανηλίκων, με την επίσημη ονομασία «Εφηβείο Αβέρωφ». Από το 1941 ως το 1944 λειτούργησαν ως στρατιωτικές φυλακές για τις ιταλικές και τις γερμανικές αρχές στην πρωτεύουσα, ταυτόχρονα συνέχισαν να λειτουργούν ως ελληνικό σωφρονιστικό κατάστημα, με ανδρικό και γυναικείο τμήμα, ενώ στη συνέχεια δημιουργήθηκε και παιδικό τμήμα για παιδιά φυλακισμένων.[1] Η κατοχική τους ιστορία ξεκινά στις 26 Ιουνίου 1941, όταν οι Ιταλοί, χωρίς προηγούμενη συνεννόηση με τη διοίκηση των φυλακών αλλά με την συγκατάθεση των γερμανικών αρχών, κατέλαβαν αιφνιδιαστικά όλη την αριστερή πτέρυγα του κεντρικού καταστήματος με τα κελιά και το αντίστοιχο υλικό.[2] Το ιταλικό τμήμα των Φυλακών Αβέρωφ ονομάστηκε Comando Carcere Militare Averoff με διοικητή τον ταγματάρχη Γκίντο Κόρτι (Guido Corti). Οι Γερμανοί χρησιμοποιούσαν τις Φυλακές ως κεντρικές στρατιωτικές φυλακές Αθηνών της Βέρμαχτ  (Kriegswehrmachtgefangnis Athen) Οι Ιταλοί είχαν αναλάβει εξολοκλήρου την εξωτερική φρούρηση του συγκροτήματος.[3] Την περίοδο της Κατοχής, βρέθηκαν στις Φυλακές Αβέρωφ χιλιάδες υπόδικοι ή καταδικασμένοι από τα στρατοδικεία των κατοχικών αρχών, άνδρες και γυναίκες, αντιστασιακοί και αντάρτες, διαδηλωτές,[4] μέλη οργανώσεων κατασκοπείας, ένας αριθμός Βρετανών πρακτόρων από τη Μέση Ανατολή που είχαν συλληφθεί στην Αθήνα,[5] ακόμα και Γερμανοί στρατιωτικοί που είχαν τιμωρηθεί για διάφορα παραπτώματα.

Τυπικά, οι Φυλακές υπάγονταν στο ελληνικό Υπουργείο Δικαιοσύνης. Το διοικητικό και σωφρονιστικό προσωπικό ήταν Έλληνες, ενώ Ιταλοί και Γερμανοί προίσταντο στα αντίστοιχα τμήματα της φυλακής που βρίσκονταν υπό την εποπτεία τους. Λόγω της λειτουργίας τους, οι Φυλακές Αβέρωφ θύμιζαν αρκετά την δομή και οργάνωση ενός γερμανικού στρατοπέδου συγκέντρωσης, κυρίως ως προς την μεγάλη εξουσία που απολάμβανε το χαμηλόβαθμο προσωπικό: φύλακες, διερμηνείς και θαλαμάρχες είχαν δυσανάλογα εκτεταμένες αρμοδιότητες και ασκούσαν πραγματική εξουσία πάνω στους εγκλείστους. Μια γνωστή περίπτωση αφορά την γερμανίδα νοσοκόμο και αργότερα διερμηνέα Μαργκαρέτε Κάουφελς (Margarete Kaufels), γνωστή σε ελληνικές μαρτυρίες ως «Μαργαρίτα Χαρτοφύλλου». Παντρεμένη με Έλληνα και εγκατεστημένη στην Ελλάδα πριν τον Πόλεμο, η Κάουφελς, σύμφωνα με καταθέσεις μελών του σωφρονιστικού προσωπικού το 1945-46 στο Γραφείο Εγκλημάτων Πολέμου, «πολλάκις υπεδείνυε ορισμένους κρατουμένους εις τους Γερμανούς οι οποίοι τους εκακομεταχειρίζοντο. Την αυτήν συμπεριφοράν [επέδειξε] και έναντι των υπαλλήλων των φυλακών […] Επίσης ήκουσα να λέγεται ότι οπόταν επρόκειτο να γίνουν εκτελέσεις υπό των Γερμανών, η κατηγορουμένη εγλεντούσε με τους Γερμανούς. Επίσης η κατηγορουμένη συμπεριφέρετο βαναύσως και προς τους επισκέπτας των κρατουμένων».[6] Αν και η Κάουφελς δεν είχε συμμετοχή σε φόνους ή εκτελέσεις ούτε κάποια άλλη εξουσία, είναι χαρακτηριστικό πως ήταν η πλέον αναγνωρίσιμη φυσιογνωμία για τους περισσότερους εγκλείστους και μάλιστα, ελλείψει στοιχείων ταυτοποίησης των άλλων Γερμανών δραστών, «χρεώθηκε» όλη την βία των Φυλακών και της απαγγέλθηκαν κατηγορίες για «βιαιοπραγία, τρομοκράτηση του αμάχου πληθυσμού, βασανισμούς κάθε είδους κρατουμένων και μελών του προσωπικού των Φυλακών Αβέρωφ, εκβιασμούς» κ.ά., χωρίς η υπόθεση να φτάσει στο δικαστήριο.[7]

Οι φυλακές διέθεταν 96 κελιά συνολικής χωρητικότητας 450 ατόμων και τουλάχιστον τρεις ομαδικούς θαλάμους δυναμικότητας περίπου 100 ατόμων. Ένας 19χρονος αντιστασιακός που μεταφέρθηκε στις φυλακές στις αρχές του 1944 περιγράφει τους θαλάμους των κρατουμένων ως εξής: «Ήταν μεγάλος τουλάχιστον τριάντα μέτρα μήκος και πλάτος πέντε ή έξι μέτρα. Ένας οπλισμένος Γερμανός φρουρός ξεκλείδωσε την καγκελωτή πόρτα και μπήκα μέσα […] Ένας κρατούμενος που εκτελούσε χρέη θαλαμάρχου, με βοήθησε να φτάσω στο τέρμα αριστερά του θαλάμου, όπου μου έδειξε τη θέση μου: ένα στρώμα στο πάτωμα με δύο κουβέρτες. Ο θάλαμος ήταν γεμάτος από κρατούμενους κάθε ηλικίας. Τα στρώματα ήταν σε δυο σειρές αριστερά και δεξιά, στο μέσον ένας πλατύς διάδρομος σε όλο το μήκος».[8] Η πτέρυγα των μελλοθανάτων βρίσκονταν στη δυτική πλευρά του συγκροτήματος των φυλακών παράλληλα προς την οδό Κυρίλλου Λουκάρεως, στο λεγόμενο Block C. Τα κελιά απλώνονταν κατά μήκος ενός μεγάλου διαδρόμου και ήταν ατομικά, διαστάσεων περίπου 2,50 Χ 3,50 μέτρα. Στον χώρο του κελιού υπήρχε ένα μικρό σιδηρόφρακτο παράθυρο και μια μικρή στρογγυλή τρύπα (φινιστρίνι) στην πόρτα διαμέτρου πέντε ή έξι εκατοστών σε ύψος 1,5 μέτρο από το δάπεδο. Οι μελλοθάνατοι έβγαιναν από τα κελιά τους στις 8 το πρωί για πλύσιμο σε ομαδικούς νιπτήρες και τουαλέτα. Κάθε δεύτερη μέρα, στις 10 με 11 το πρωί τους επιτρεπόταν να προαυλίζονται ομαδικά σε μια μικρή εσωτερική αυλή, βαδίζοντας σε κύκλο επί μισή ώρα, χωρίς να επιτρέπεται να συνομιλούν μεταξύ τους.[9]

Στα τέλη του 1941 υπήρχαν 1.152 κρατούμενοι στου Αβέρωφ, σχεδόν ο ίδιος αριθμός (1.130) καταγράφεται σε πηγές του ΕΕΣ δύο χρόνια αργότερα[10], αλλά και προφορικές μαρτυρίες,[11] στοιχείο που καταδεικνύει πως, παρά τις διακυμάνσεις, η φυλακή λειτουργούσε συνεχώς στο έπακρο της δυναμικότητάς της. Η κοινωνία των εγκλείστων αποτελούσε μια μικρογραφία της κατεχόμενης Αθήνας. Τον Απρίλιο του 1942 οι τρεις ομαδικοί θάλαμοι ήταν ασφυκτικά γεμάτοι με όλες τις εκδοχές του «παραβατικού», από άνδρες και γυναίκες ενεχόμενους σε αντικατοχικές ενέργειες, όπως πχ. αξιωματικούς που σκόπευαν να διαφύγουν στη Μέση Ανατολή, η μεγάλη πλειοψηφία ήταν συλληφθέντες για κλοπές, αγορανομικά αδικήματα και μαύρη αγορά.[12] Αν και η πλειοψηφία των κρατουμένων προερχόταν από τον χώρο της πρωτεύουσας, ο αριθμός των επαρχιωτών παρέμενε πάντοτε υψηλός. Στα τέλη Αυγούστου 1943, από τους 74 κρατουμένους (70 άνδρες και 4 γυναίκες) που χαρακτηρίζονταν «άποροι», οι 68 ήταν από τη Λαμία, τη Γραβιά και διάφορα χωριά της Στερεάς.[13]

Οι συνθήκες στις Φυλακές Αβέρωφ ήταν αρκετά αντίξοες τουλάχιστον μέχρι την άνοιξη του 1942, όταν ξεκίνησε  η συστηματική τροφοδοσία των κρατουμένων από τον Ερυθρό Σταυρό. Για κάποιους υπόδικους, το δικαίωμα αποστολής και λήψης δεμάτων από συγγενείς αποδείχθηκε σωτήριο. Αντίθετα, όσοι δεν είχαν άλλες πηγές προσπορισμού τροφίμων εκτός από το πενιχρό συσσίτιο της φυλακής υπέφεραν εξαιρετικά, ειδικά τον χειμώνα του 1941/42 ο οποίος έφερε δεκάδες κρατουμένους στα όρια της εξαθλίωσης. Η παρακάτω περιγραφή είναι από την άνοιξη του 1942: «Έτσι έβλεπες ανθρώπους σκελετούς, πετσί και κόκκαλο στην κυριολεξία. Μηρούς με περίμετρο όση και το κόκκαλο, τα πλευρά που εξείχαν απαίσια. Την χειρότερη κατάσταση στην έβλεπες στον τρίτο θάλαμο, όπου είχε μαζευτεί κι όλη η αλητεία της Αθήνας, όσοι δηλαδή δεν είχαν πεθάνει από την πείνα και όρμησαν κι έκλεψαν κάτι από τους Γερμανούς για να ζήσουν».[14] Από τις αρχές του 1943, είχε επιτραπεί από την ιταλική φρουρά η λήψη μικρών δεμάτων τροφίμων από συγγενείς.[15]  

Οι εκτελέσεις γίνονταν στην εσωτερική αυλή της φυλακής. Ο αξιωματικός του ΠΝ Μενέλαος Χριστόπουλος περιγράφει την πρώτη εκτέλεση πέντε καταδικασμένων σε θάνατο στις 28 Απριλίου 1942: «Ήταν πάρα πολύ κρύο το συναίσθημα που εδοκιμάσαμε όλοι μας, καθώς ακούγαμε να τους περνούν έναν-έναν μπροστά από τον θάλαμό μας (γιατί έλαβαν τέτοια μέτρα, ώστε να μην μπορούμε να τους δούμε από τα παράθυρα) και έπειτα να ακούμε τις ομοβροντίες […[ Ακόμα και το ότι έκαναν τις εκτελέσεις μέσα στην φυλακή είναι χαρακτηριστικό της απανθρωπιάς των. Αδιαφορούσαν αν κατ’ αυτόν τον τρόπο υπεχρέωναν άλλους καταδικασμένους των εις θάνατον να ζουν αυτές τις σκηνές των εκτελέσεων, ενώ επερίμεναν και αυτοί μέρα με την ημέρα την σειρά τους».[16]

Μέλη της διεύθυνσης των φυλακών είχαν επαφές με την Αντίσταση. Στις 12 Νοεμβρίου 1942 πραγματοποιήθηκε επιχείρηση απελευθέρωσης δύο ιταλοκρατούμενων γυναικών, της Καίτης Αντωνοπούλου και της Χριστίνας Γάσπαρη που βρίσκονταν στο γυναικείο τμήμα των Φυλακών. Η επιχείρηση οργανώθηκε από την οργάνωση κατασκοπείας “Μίδας 614” και προσωπικά του στελέχους της, αξιωματικού Μιλτιάδη Γιαννακόπουλου σε συνεργασία με την διευθύντρια των γυναικείων φυλακών, Άρτεμη Πετράντη και την συνδρομή του διευθυντή της Αστυνομίας Άγγελου Έβερτ. Ο Γιαννακόπουλος εισήλθε στις φυλακές με στολή υπαστυνόμου και παρέλαβε τις κρατούμενες και την Πετράντη, με το πρόσχημα ότι θα τις συνόδευε για ανάκριση. Η Πετράντη κατέφυγε στην παρανομία, φυγαδεύτηκε στη Μέση Ανατολή και τον Ιούλιο του 1944 καταδικάστηκε ερήμην από ελληνικό δικαστήριο σε ειρκτή πέντε ετών για συνέργεια σε απόδραση.[17] Επανήλθε στη διεύθυνση  τον Νοέμβριο του 1944.[18] Ο ιερέας των γυναικείων φυλακών, Δημήτριος Χρ. Παπαδημητρίου συνελήφθη από τους Ιταλούς ως συνεργός αλλά αφέθηκε ελεύθερος.[19]

Στις 16 Σεπτεμβρίου 1944, στα πλαίσια γενικής απεργίας που είχε κηρύξει το ΕΑΜ στην Αθήνα και τον Πειραιά, σημειώθηκαν αιματηρές ένοπλες συγκρούσεις γύρω από τις Φυλακές Αβέρωφ, σε μια προσπάθεια δυνάμεων του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ να απελευθερώσουν τους κρατουμένους. Σε βιβλιογραφικές και αρχειακές πηγές γίνεται λόγος για 72 νεκρούς και 200 τραυματίες,[20] ενώ σκοτώθηκε και ένας αρχιφύλακας της φρουράς των φυλακών.[21] Μετά την Απελευθέρωση, οι φυλακές Αβέρωφ έγιναν το κεντρικό δεσμωτήριο για συνεργάτες των Γερμανών, ανάμεσά τους ανώτερα πολιτικά και στρατιωτικά στελέχη και οι κατοχικοί πρωθυπουργοί και υπουργοί. Στις 18 Δεκεμβρίου 1944 ο ΕΛΑΣ επιτέθηκε στο συγκρότημα για να απαγάγει τους δοσιλόγους και σημειώθηκε πολύνεκρη μάχη με βρετανικές δυνάμεις. Το κτίριο υπέστη σοβαρές ζημιές. Από το 1945, άρχισαν να χρησιμοποιούνται αποκλειστικά για πολιτικούς κρατούμενους, ανάμεσά τους και μεγάλο αριθμό γυναικών. Συνέχισαν να λειτουργούν ως το 1971. Το επόμενο έτος το συγκρότημα κατεδαφίστηκε για να χτιστεί στη θέση του σύγχρονο Δικαστικό Μέγαρο το οποίο από το 1981 στεγάζει τον Άρειο Πάγο. Απομεινάρι του τοπωνυμίου των Φυλακών Αβέρωφ είναι η αφετηρία του εν ενεργεία αστικού λεωφορείου της γραμμής 813 με την ονομασία «Αβέρωφ – Προύσσης».[22]


[1] Δημήτρης Δ. Γυφτόπουλος, Μυστικές αποστολές στην εχθροκρατούμενη Ελλάδα, Δωδώνη, Αθήνα 1990, σ. 280.

[2] ΓΑΚ, Αρχείο Υπουργείου Δικαιοσύνης, φ. 177, Σωφρονιστικόν Κατάστημα Ανηλίκων «Αβέρωφ» προς Δ/ση Σωφρ. Διοικήσεως, 1027, 27.6.1941

[3] Υποναύαρχος Ε. Πανάς, Τρία χρόνια στα χέρια των Ναζί 1942-1945, Φιλιππότης, Αθήνα 1985, σ. 33.

[4] Γιώργος Τζίνης, Ματωμένα Τετράδια. Καλλιθέα-Αβέρωφ-Χαϊδάρι, Θουκυδίδης, Αθήνα 1980, σ. 91 κ.έ.

[5] Νικόλαος Δημοτάκης, Μυστικός Πόλεμος 1941-1944. Μίδας-Πλούτων, Αθήναι 1948, σ. 111, 112.

[6] BArch B 162/16929, Griechisches Aktenmaterial, Landgericht Athen, Georgios Apostolopoulos, Zeugenvernehmung, 13.5.1946 (auf Griech.). Πβλ. Πανάς, Τρία χρόνια στα χέρια των Ναζί, σ. 33 κ.έ.

[7] BArch B 162/16929, Bl. 9, Namensliste II, Lfd. Nr. 142, Kaufels, Margret (Karl), Dolmetscher im Gefängnis “Aberof”, Athen / Beschuldigung: Bedrohung, Nötigung, Terrorisierung der Zivilbevölkerung, Misshandlungen Folterungen jeder Art bei Häfltingen und Personal des Gefängnisses “Aberof”, Erpressung einer Frau und des Personals.

[8] Μιχαήλ Κ. Τουρναβίτης, Ιστορικό ενός μελλοθανάτου 1944, Πελασγός, Αθήνα 2013, σ. 80.

[9] Τουρναβίτης, Ιστορικό ενός μελλοθανάτου, σσ. 94-98.

[10] Αρχείο ΔΑΕΕΣ, ΤΒ, Ν. 15, Γραφείο Αιχμαλώτων ΕΕΣ προς Επιτροπήν Διανομής Φαρμάκων ΔΕΣ, 13397, Αθήναι 2.11.1943 και 13461, Αθήναι, 8.11.1943

[11] Απόστολος Παπαγγέλου, μαγνητοφωνημένη συνέντευξη, 7/10/2003.

[12] Υποναύαρχος Ε. Πανάς, Τρία χρόνια στα χέρια των Ναζί 1942-1945, Φιλιππότης, Αθήνα 1985, σ. 31.

[13] Αρχείο Υπηρεσίας Αναζητήσεων ΕΕΣ, ΚΣ Listes 1, Αρχιεπισκοπή Αθηνών προς Τμήμα Αιχμαλώτων ΕΕΣ, ΑΠ 458, Αθήναι, 30.8.1943.

[14] Πανάς, Τρία χρόνια στα χέρια των Ναζί, σ. 30.

[15] Τζίνης, Ματωμένα Τετράδια, σ. 104.

[16] Νίτσα Χριστοπούλου (επιμ.), «…έμπλεοι πάσης τιμής». Αναμνήσεις από την αιχμαλωσίαν μου 1942-1945, έκδοση Ναυτικού Μουσείου, Αθήνα 1995, σ. 38.

[17] Κωνσταντίνος Κουκκίδης, Η Δικαιοσύνη τους! Η Αντίσταση 1941-1944 στα ιταλικά και γερμανικά στρατοδικεία, Αθήνα 1946, σ. 124.

[18] Γυφτόπουλος, Μυστικές αποστολές, σ. 239-242.

[19] Μάγδα Παπαδημητρίου-Σαμοθράκη, Ο ασυμβίβαστος. Πάνος Μεϊντάνης-Γερο-ανένδοτος, Κατερίνη 2014, σ. 58.

[20]Ιστορικό και Διπλωματικό Αρχείο Υπουργείου Εξωτερικών (ΙΑΥΕ), Φάκελος 30 «Κυβέρνηση Καϊρου 1943-1944. Απελευθέρωση της Ελλάδος-Αυτοδικίες ΕΑΜ-ΕΛΑΣ και Ταγμάτων Ασφαλείας», υποφ. 30.1, Υπ. Εξωτερικών, κρυπτογραφημένο τηλεγράφημα (307) Σούρλα από Κάιρο, Α.Π.Α. 25.9.1944. Στρατιωτικό Δελτίο 24ης Σεπτεμβρίου 1944. Πβλ. Γιώργος Θεοτοκάς, Τετράδια Ημερολογίου 1939-1953, Εστία, Αθήνα 2005, σ. 480, εγγραφή 18ης Σεπτεμβρίου 1944.

[21] Αρχείο Ληξιαρχείου Δήμου Αθηναίων, Βιβλίο Θανάτων ΙΕ/1944, πράξη αρ. 119.

[22] Atenistas Walking Guide – Αμπελόκηποι.