Skip to main content

ΦΥΛΑΚΕΣ ΦΟΡΤΕΤΖΑΣ, ΡΕΘΥΜΝΟ

Title of the location

Το Ενετικό Φρούριο του Ρεθύμνου (Φορτέτζα) είναι ένα από τα παλαιότερα στον ελλαδικό χώρο. Οιικοδομήθηκε από τους Βενετούς τον Σεπτέμβριο του 1573 στον βραχώδη λόφο του Παλαιοκάστρου που από την αρχαιότητα αποτελούσε την ακρόπολη της αρχαίας πόλης του Ρεθύμνου (Ρίθυμνα), και στέγασε την κατοικία του διοικητή της πόλης (Ρέκτορα), στρατώνες και αποθήκες πυρομαχικών. Μετά την κατάληψη του Ρεθύμνου από τους Οθωμανούς (1646) το φρούριο διατήρησε την σημασία του ως οχυρωμένη θέση. Το 1715 οι Οθωμανοί κατασκεύασαν ένα πενταγωνικό οχυρό έξω από την κύρια πύλη της Φορτέτζας στα ανατολικά, ανάμεσα στους προμαχώνες του Αγίου Παύλου και του Αγίου Νικολάου, για τις ανάγκες της φρουράς. Το κτίριο χρησιμοποιήθηκε ως αποθήκη πυρομαχικών των ρωσικών στρατευμάτων που είχαν εγκατασταθεί ως προστάτιδα δύναμη στο Ρέθυμνο και από το 1909 έως το 1929 ως οίκος ανοχής και διαμονής ιερόδουλων με πρωτοβουλία των δημοτικών αρχών. Το 1929 μετατράπηκε σε φυλακή και στέγασε τις Επανορθωτικές Φυλακές Ρεθύμνου.[1]  

Την περίοδο 1941-1944 γερμανικές δυνάμεις εγκαταστάθηκαν στη Φορτέτζα, όπου τοποθετήθηκαν επίσης αντιαεροπορικά πυροβόλα, κυρίως στο όρυγμα του προμαχώνα του Αγίου Νικολάου.[2] Οι Επανορθωτικές Φυλακές συνέχισαν να λειτουργούν με Έλληνες φύλακες, ενώ παράλληλα χρησιμοποιήθηκαν και ως κρατητήρια από τις δυνάμεις Κατοχής. Οι πληροφορίες για την κατοχική περίοδο είναι σποραδικές. Σύμφωνα με μια τοπική ιστορία: «Πάνω εκεί συγκέντρωναν τους ομήρους, άλλους για αγγαρεία (ποιος θα ξεχάσει τα τρομερά σύρματα; ) κι άλλους για προφυλάκιση, μέχρι να τους στήσουν στο απόσπασμα ή να τους οδηγήσουν στα Νταχάου και τα κρεματόρια της Βέρμαχτ». Οι Φυλακές χρησιμοποιήθηκαν ως διαμετακομιστικό στρατόπεδο για συλληφθέντες από τον νομό Ρεθύμνου που την άνοιξη του 1944 εκτοπίστηκαν μέσω των Φυλακών Αγιάς, Αθηνών και Βελιγραδίου στο Μαουτχάουζεν, μαζί με άλλους ομήρους από διάφορα μέρη της Κρήτης.[3] Εκτός από άνδρες αντιστασιακούς και πολίτες κρατήθηκαν εκεί και γυναικόπαιδα. Στις 23 Αυγούστου 1944 τα χωριά της επαρχίας Αγίου Βασιλείου που θα καταστρέφονταν σε αντίποινα (Γερακάρι, Βρύσες, Άνω Μέρος, Δρυγιές κ.ά.) εκκενώθηκαν και δεκάδες γυναίκες κλείστηκαν στην Φορτέτζα έως και τα τέλη Σεπτεμβρίου, όταν οι γερμανικές δυνάμεις εκκένωσαν το Ρέθυμνο.[4] Η πραγματοποίηση εκτελέσεων στην Φορτέτζα τεκμηριώνεται μόνο από ληξιαρχικές πηγές. Από τα βιβλία θανάτων του Δήμου Ρεθύμνου μαθαίνουμε για μια ομαδική εκτέλεση επτά κρατουμένων η οποία έλαβε χώρα την Τρίτη, 6 Ιουλίου 1943 και ώρα 5 π.μ. Στην ληξιαρχική πράξη ενός εκ των θυμάτων σημειώνεται ως σημείο εκτέλεσης «έξωθι των Επανορθωτικών Φυλακών Ρεθύμνης (Φορτέτζα) επί της οδού Ακροπόλεως»,[5] πιθανότατα δηλαδή στο δρόμο που χώριζε το κτίριο από την κυρία (ανατολική) είσοδο του φρουρίου, αλλού σημειώνεται πως η εκτέλεση έγινε «εντός του φρουρίου».[6]

Μετά τον Πόλεμο, οι Φυλακές συνέχισαν να λειτουργούν, μεταξύ άλλων και ως χώρος εγκλεισμού γυναικών, συγγενών ανταρτών, φτάνοντας το 1945 τους 250 κρατουμένους.[7] Παράλληλα, η περιοχή γύρω από το κτίριο των Φυλακών, αλλά και σε όλη την ανατολική και νότια πλευρά του φρουρίου, όπου ήδη από την τελευταία φάση της Τουρκοκρατίας, στα τέλη του 19ου αιώνα είχαν οικοδομηθεί πολλές κατοικίες, ήταν για αρκετά χρόνια πριν αλλά κυρίως μετά τον Πόλεμο δεκαετίες η κακόφημη συνοικία της πόλης, με φτωχικά σπίτια και παραπήγματα, όπου έβρισκαν καταφύγιο πένητες και άστεγοι. Στα πλαίσια της αστικής ανάπλασης και της ανάδειξης του Φρουρίου, οι φυλακές έκλεισαν το 1959 και τα περισσότερα οικήματα που υπήρχαν γύρω από αυτές κατεδαφίστηκαν, υπό την επίβλεψη της αρχαιολογικής υπηρεσίας.[8] Τον Νοέμβριο του 1965 η Φορτέτζα παραδόθηκε επίσημα στην Αρχαιολογική Υπηρεσία «μετά την εκκένωσιν των κτισμάτων από τους κατοικούντας τρωγλοδύτας».[9] Από το 1992 έως το 2016, έπειτα από μερική ανακατασκευή, το κτίριο στέγασε το Αρχαιολογικό Μουσείο Ρεθύμνου.[10] Σήμερα ανήκει στην ΚΕ’ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων και λειτουργεί ως αποθήκη και αίθουσα συντήρησης αρχαιοτήτων. Το κτίριο δεν διαθέτει σήμανση σχετικά με την χρήση του ως φυλακής και είναι μη επισκέψιμο για το κοινό, καθώς λόγω των αρχαιοτήτων, απαιτείται ειδική άδεια εισόδου.


[1] Για την ιστορία του κτιρίου στις αρχές του 20ου αιώνα, βλ. Χαρίδημος Α. Παπαδάκης, Οίκοι ανοχής στην «πολιτεία της ανοχής», Ρέθυμνο 2013, σ. 37-42.

[2] Φορτέτζα. Το Φρούριο του Ρεθύμνου, Mediterraneo Editions, Ρέθυμνο 1998, σ. 26.

[3] Αντώνης Σανουδάκης, Ράους. Στην κόλαση του Μελκ ο Κώστας Α. Ξεξάκης, Σύνδεσμος Φιλολόγων Ρεθύμνου, Ρέθυμνο 1996, σ. 45-49.

[4] Μάρκος Γ. Γιουμπάκης, Φορτέτζα. Η Ιστορία του Βενετσιάνικου Φρουρίου του Ρεθύμνου, Ρέθυμνον 1970, σ. 75.

[5] Αρχείο Ληξιαρχείου Δήμου Ρεθύμνου, Βιβλίο Θανάτων Α/1946, αρ. πράξης 44.

[6] Αρχείο Ληξιαρχείου Δήμου Ρεθύμνου, Βιβλίο Θανάτων Α/1943, χειρόγραφο σημείωμα, συνημμένο στη σελ. 97.

[7] Παπαδάκης, Οίκοι ανοχής, σ. 41. Επίσης, μαγνητοφωνημένη συνέντευξη Ελευθερίας Αλεβυζάκη-Βαβουράκη, 12/10/2025.

[8] Ιορδάνης Ε. Δημακόπουλος, Τα Σπίτια του Ρεθέμνου. Συμβολή στη μελέτης της αναγεννησιακής αρχιτεκτονικής της Κρήτης του 16ου και του 17ου αιώνα, Αθήνα 2001, σ. 64.

[9] Ρεθεμνιώτικα Νέα, 16/11/1965.

[10] Αθηνά Ελ. Πετρακάκη, Πυξίδα. Οδηγός στην Ιστορία του Ρεθύμνου, Ρέθυμνο 2008, σ. 141.