Skip to main content

ΣΤΡΑΤΟΠΕΔΟ ΑΙΧΜΑΛΩΤΩΝ, ΑΓΙΟΙ ΑΠΟΣΤΟΛΟΙ ΧΑΝΙΩΝ

Title of the location

Οι Άγιοι Απόστολοι είναι μια παραθαλάσσια έκταση σε απόσταση 4,5 χιλιόμετρα δυτικά της πόλης των Χανιων. Το 1934 το ΠΙΚΠΑ Χανίων οργάνωσε στην περιοχή τις «Παιδικές Εξοχές», ένα πρόγραμμα φιλοξενίας των παιδιών της πόλης. Οι κτιριακές εγκαταστάσεις περιλάμβαναν ένα ημιδιώροφο κτίριο δύο αιθουσών με 70 κλίνες η καθεμία, αποθήκες, ιατρείο και γραφεία. To 1940/41 οι βρετανικές δυνάμεις εγκατέστησαν στην περιοχή το 7ο Στρατιωτικό Νοσοκομείο το οποίο λειτούργησε κατά τη διάρκεια της Μάχης της Κρήτης τον Μάιο του 1941. Μετά την κατάληψη του νησιού, οι γερμανικές δυνάμεις οργάνωσαν στον ίδιο χώρο στρατόπεδο αιχμαλώτων στρατιωτικών. Η περιοχή αποκλείστηκε με συρματόπλεγμα. Από τον Ιούνιο έως τον Αύγουστο του 1941 οι Άγιοι Απόστολοι ήταν το μεγαλύτερο στρατόπεδο συμμάχων αιχμαλώτων στρατιωτικών στην Ελλάδα, μαζί με το στρατόπεδο της Κορίνθου (Dulag 185). Tον Ιούνιο ο αριθμός των εγκλείστων έφτανε τους 15.000, από τους οποίους 4.000 Έλληνες αξιωματικοί και στρατιώτες και 9.000 άνδρες των συμμαχικών δυνάμεων, οι περισσότεροι Νεοζηλανδοί και ένας αριθμός Παλαιστίνιων, Κύπριων και Ινδών. 

Ομάδες αιχμαλώτων από τους Αγίους Αποστόλους στέλνονταν για καταναγκαστικά έργα στην γύρω περιοχή, κυρίως στον Γαλατά Χανίων και το αεροδρόμιο του Μάλεμε, για εκκαθάριση συντριμμιών αεροσκαφών, σκάψιμο ορυγμάτων, χτίσιμο βάσεων πολυβόλων και γέμισμα αμμόσακων. Οι συνθήκες κράτησης ήταν ανεπαρκείς. Υπήρχε συνεχής έλλειψη νερού και τροφίμων και, αρχικά, δεν υπήρχε καμία ιατρική περίθαλψη. Οι περισσότεροι αιχμάλωτοι ζούσαν σε αντίσκηνα και άλλους πρόχειρους εξωτερικούς χώρους, χωρίς παλτά ή κατάλληλο ρουχισμό. Τουαλέτες οργανώθηκαν μόλις τρεις βδομάδες μετά το άνοιγμα του στρατοπέδου. «Γυμνοί, ανυπόδητοι, πεινασμένοι, χωρίς σκιά, χωρίς σκηνές, χωρίς νερό, με δεκατέσσερα δράμια αλεύρι και μια κουταλιά κονσέρβα την ημέρα ψήνονταν απ’ τις καυτερές ακτίνες του ήλιου και θερίζονταν απ’ τις επιδημίες και απ’ την πείνα. Αξιωματικοί και στρατιώτες, μαζί με εθελοντές πολίτες ανάκατοι κι αγνώριστοι μεταξύ τους, δημιούργησαν μια άβουλη μάζα που περιφερόταν αγεληδόν στο στρατόπεδο. Οι φρουροί ναζί, ιδιαίτερα κατά τις νύχτες, πολυβολούσαν μέσα στο στρατόπεδο για να τρομοκρατήσουν τους κρατουμένους και δεν ήταν λίγα τα θύματα που το πρωί ομάδες εργασίας μάζευαν για να τα θάψουν». 

Ο Ερυθρός Σταυρός δεν είχε πρόσβαση στο στρατόπεδο. Η είσοδος πολιτών απαγορευόταν αυστηρά και στους αιχμαλώτους είχε ανακοινωθεί πως κρατούνταν ως όμηροι και θα εκτελούνταν σε περίπτωση βρετανικής επίθεσης στην Κρήτη. Ορισμένοι κάτοικοι στάθηκαν αλληλέγγυοι πλησιάζοντας την περίμετρο και πετώντας τρόφιμα μέσα στο στρατόπεδο. Το 2004 στα Χανιά, ο πρώην αιχμάλωτος Αλφ Σμίθαρντ συνάντησε τις αδελφές Άννα και Βέρα Ταπεινάκη, παιδιά την εποχή του πολέμου και έδωσαν μια κοινή συνέντευξη: «’Παραφυλάγαμε στο σύρμα του στρατοπέδου. Είχαμε τα τρόφιμα σε πανιά, τα δέναμε σ’ ένα καλάμι και το περνάγαμε πάνω από το σύρμα. Παξιμάδια, γάλα, ψωμί, ακόμη και σαπούνια και οδοντόκρεμες που βρίσκαμε στους εγκαταλελειμμένους καταυλισμούς και τα στρατόπεδα των Άγγλων’». «’Αυτό που έκαναν ήταν απίστευτο’» θυμάται συγκινημένος ο Αλφ Σμίθαρντ. «’Δοξάζω τον Θεό που κατάφερα να τις ξαναβρώ. Μετά τη μητέρα μου και τη γυναίκα μου, λατρεύω τις γυναίκες της Κρήτης’» λέει. Ο Γερμανός φρουρός χτύπησε βάναυσα το 12χρονο κορίτσι. Επί μήνες τα δύο κορίτσια έκαναν καθημερινά την ίδια διαδρομή. Μια μέρα όμως, ο Γερμανός σκοπός επέστρεψε πιο γρήγορα – πριν η δωδεκάχρονη Άννα προλάβει να περάσει τα τρόφιμα και να απομακρυνθεί. H Βέρα ίσα που πρόλαβε να κρυφτεί. «’Ο Γερμανός άρχισε να με χτυπάει με το κοντάκι του όπλου του και να με γυρίζει γύρω – γύρω’» περιγράφει η κ. Ταπεινάκη – Λουπασάκη. «’Εμείς όλοι που παρακολουθούσαμε τη σκηνή με τον οπλισμένο στρατιώτη να χτυπάει το παιδί ξεσπάσαμε σε αποδοκιμασίες’» περιγράφει ο κ. Σμίθαρντ και συνεχίζει: «’Τότε, άφησε το κορίτσι, πήρε μια μεγάλη πέτρα και την πέταξε προς εμάς, τους αιχμαλώτους’». Εκδηλώθηκαν επίσης αρκετές απόπειρες απόδρασης, κάποιες επιτυχείς: με τη βοήθεια του τοπικού πληθυσμού, οι δραπέτες χρησιμοποιούσαν κλεμμένα σκάφη για να φτάσουν στην ηπειρωτική Ελλάδα. 

Ήδη από τον Ιούνιο του 1941, οι Γερμανοί μετέφεραν την πρώτη ομάδα αιχμαλώτων στο Dulag 185 (Κόρινθος), ενώ 6.500 αιχμάλωτοι παρέμειναν στην Κρήτη. Στις αρχές Ιουλίου 1941, 2.300 από αυτούς μεταφέρθηκαν μέσω του Dulag 183 (Θεσσαλονίκη) στη Γερμανία και, μια εβδομάδα αργότερα, ακολούθησαν άλλοι 1.900. Στη συνέχεια, μια επιδημία διέκοψε τη μεταφορά κρατουμένων στη Γερμανία, η οποία επαναλήφθηκε στις αρχές Οκτωβρίου. Στο τέλος του 1941, μόνο 100 κρατούμενοι παρέμειναν στους Αγίους Αποστόλους. Ο αριθμός των θυμάτων στο στρατόπεδο είναι σίγουρα διψήφιος. Σύμφωνα με εκθέσεις πρώην εγκλείστων στην Επιτροπή Εγκλημάτων Πολέμου των Ηνωμένων Εθνών σχετικά με κακομεταχειρίσεις αιχμαλώτων στα γερμανικά στρατόπεδα, στις 17 Ιουλίου 1941, οι σκοποί άνοιξαν αδιάκριτα πυρ στο στρατόπεδο μέσα από τον φράχτη τουλάχιστον τρεις φορές, με αποτέλεσμα να σκοτωθούν τέσσερις και να τραυματιστούν τρεις αιχμάλωτοι. Με βάση την ίδια αναφορά, στις 30 Μαίου ένας αριθμός Ελλήνων οδηγήθηκε από Γερμανούς φρουρούς στην περίμετρο του στρατοπέδου και αφού πυροβολήθηκαν στην πλάτη, τάφηκαν πρόχειρα στο σημείο της εκτέλεσης Το 1945/46, υπηρεσίες του Στρατού της Κοινοπολιτείας και κυρίως η Australian War Graves Unit ερεύνησε την περιοχή και εντόπισε αρκετούς τάφους στρατιωτών, σχεδόν στο σύνολό τους Νεοζηλανδών, που είχαν ταφεί πρόχειρα.

Από το 1942 έως το 1945 οι Άγιοι Απόστολοι λειτούργησαν ως γερμανική στρατιωτική φυλακή και ενδεχομένως σημείο εκτελέσεων στρατιωτών που είχαν καταδικαστεί σε θάνατο από στρατοδικεία. Μετά τον Πόλεμο οι Παιδικές Εξοχές λειτούργησαν ξανά για ένα διάστημα, παράλληλα η περιοχή δυτικά της χερσονησίδας χρησιμοποιήθηκε από τον ελληνικό στρατό ως πεδίο βολής. Το 1965 οι εκτάσεις των Αγίων Αποστόλων απαλλοτριώθηκαν απ’ το δημόσιο και παραχωρήθηκαν στον ΕΟΤ, ο οποίος κατεδάφισε όλα τα ιδιωτικά κτίσματα. Το σχέδιο της τουριστικής εκμετάλλευσης δεν υλοποιήθηκε. Μετά το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967, η ασφάλεια μάζεψε πολίτες ύποπτους για αριστερά φρονήματα και τους φυλάκισε προσωρινά στο κλειστό κτήριο των Παιδικών Εξοχών. Αργότερα, τα κτήρια δόθηκαν στο στρατό και στέγασαν μονάδες Καταδρομών ως το 1974. Ο χώρος των Παιδικών Εξοχών ανταλλάχθηκε με άλλον στον Καλαθά Ακρωτηρίου, όπου λειτουργεί από τη δεκαετία του 2000. Με την αποχώρηση του στρατού, οι εγκαταστάσεις καταστράφηκαν.